Εικαστικά Συνεντεύξεις

G. Sholette: Παραλήρημα, Αντίσταση και ο κόσμος της τέχνης μέσα στον καπιταλισμό

kaboomzine
από kaboomzine

Ο Gregory Sholette, επίκουρος καθηγητής στο Queens College, είναι ένας από τους σημαντικότερους αναλυτές της σχέσης Τέχνης και Πολιτικής σήμερα. Την Πέμπτη, 8 Ιουνίου, θα παρουσιάσει και θα συζητήσει στην Αθήνα το νέο του βιβλίο Delirium and Resistance : Art Activism & the Crisis of Capitalism, συζητώντας με την Ηλιάνα Φωκιανάκη (επιμελήτρια, Extra City Kunsthal Antwerp / ιδρυτικό μέλος State of Concept) και τον James Simbouras (επιμελητής, C.A.S.A. / συν-ιδρυτής, To The Future Public). Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ (Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή), από τις 18:00 ως τις 21:00.

Σύμφωνα με τον G. Sholette, «καθώς οι μακροχρόνιες αντιφάσεις του καπιταλισμού βαθαίνουν, παίρνοντας τη μορφή μιας ολοένα και πιο περίεργης συμπτωματολογίας, που περιλαμβάνει τις παράξενες αρνητικές τιμές των επιτοκίων, τη μόνιμη υποαπασχόληση, τον υπερπληθυσμό, μια πληθώρα καλλιτεχνών και μια διαρκώς διευρυνόμενη σειρά από πράγματα που μοιάζουν με σχήματα Ponzi, όπως είναι οι φούσκες χρέους και οι επενδυτικοί κύκλοι, ανακύπτουν θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο της τέχνης.»

Εξάλλου, και το ίδιο το καλλιτεχνικό πεδίο, παρόλο που συχνά αντιμετωπίστηκε ως τόπος επιχειρηματικών ευκαιριών από διάφορους οικονομικούς κύκλους, με αποτέλεσμα στην Αμερική να μη θιγεί τόσο από την οικονομική κρίση, δεν μένει ανεπηρέαστο από τη νεοφιλελεύθερη επέλαση. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, «η τέχνη σήμερα μιλάει τη γλώσσα των οικονομικών και το κάνει με τόση επιδεξιότητα, που δεν μας φαίνεται σαν να μιλάει μια ξένη γλώσσα (αν και συχνά επηρεάζεται από αυτήν). Ταυτόχρονα, όμως, διαμάχες για την εργασία και σημάδια ταξικής πάλης εμφανίζονται μέσα στο πεδίο της τέχνης.»

Το Kaboom απηύθυνε ορισμένες ερωτήσεις στον Gregory Sholette, οι οποίες πήραν τη μορφή μιας αποκλειστικής συνέντευξης, που μας βάζει στο κλίμα της σκέψης του, λίγες ώρες πριν από την πολυαναμενόμενη ομιλία.

Πώς ορίζετε τον όρο παραλήρημα [delirium], που παίζει βασικό ρόλο στο νέο σας βιβλίο (Delirium and Resistance: Activist Art and the Crisis of Capitalism);

Κατ’ αρχάς, η βασική μου αναφορά που σχετίζεται με τη χρήση της λέξης παραλήρημα (delirium) στον τίτλο και στα κεφάλαια του νέου μου βιβλίου έχει να κάνει με το ακόλουθο δυνατό απόσπασμα από τον έξοχο Βρετανό θεωρητικό Marc Fisher –που πέθανε πρόσφατα–, το οποίο γράφτηκε ακριβώς μετά την οικονομική κατάρρευση του 2008.

«Σε βαθμό που ξεπερνά οτιδήποτε συμβαίνει σε οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός τρέφεται με τις ψυχικές διαθέσεις των λαών, τις οποίες ταυτόχρονα αναπαράγει. Χωρίς το παραλήρημα και την εμπιστοσύνη, το κεφάλαιο δεν θα μπορούσε να λειτουργεί.» (Mark Fisher, Capitalist Realism: Is There No Alternative?, 2009)

Ή, όπως γράφει ο θεωρητικός Kim Charnley, που επιμελήθηκε το νέο βιβλίο μου, στην εισαγωγή του βιβλίου:

«Το σύστημα της τέχνης, φουσκωμένο από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, έχει γίνει παραληρηματικό και κυνικά απομαγεμένο. Η τέχνη έχει μεν μονωθεί ενάντια στις κρίσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, αλλά έχει επίσης αναδομηθεί ώστε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Μετά το 2008, η αγορά της τέχνης παρουσίασε ανοσία απέναντι στη χρηματοπιστωτική κατάρρευση, πράγμα καθόλου άσχετο με το ότι έγινε η ίδια ένας χρήσιμος τόπος όπου μπορούσε να διασφαλίσει κανείς τις επενδύσεις του, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που διοχετεύτηκαν στο σύστημα μέσω της “ποσοτικής χαλάρωσης”.»

Ας προσεχθεί παρακαλώ, παρόλ’ αυτά, ότι στον τίτλο του βιβλίου τοποθετώ τη λέξη παραλήρημα σε στενή συνάφεια με τη λέξη αντίσταση, προκειμένου να υπογραμμίσω τόσο τη σύνδεση όσο και την ένταση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο αυτών όρων. Πολλά έχουν συμβεί από το 2008, συμπεριλαμβανομένων, όπως γνωρίζετε πολύ καλά, και των μέτρων λιτότητας και της σπείρας χρέους, φαινομένων, δηλαδή, που μόνο ως παραληρηματικά θα μπορούσε να χαρακτηριστούν.

Ακόμη πιο πρόσφατα, μετά το Brexit και τις εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ, γινόμαστε επίσης μάρτυρες μιας πυρετώδους παγκόσμιας ανόδου του εθνικιστικού λαϊκισμού και της ξενοφοβίας. Τώρα το παραλήρημα και η κρίση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει απλωθεί στο πεδίο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κι αυτή η συνθήκη έχει επίσης αρχίσει να μολύνει τον κόσμο της τέχνης και της κουλτούρας.

Ενώ η καπιταλιστική κρίση δεν ξεκινάει μέσα στην τέχνη, η τέχνη αντανακλά και ενισχύει τα αποτελέσματά της. Όπως επιμένουμε από κοινού με τον  Kim Charnley: αυτός ο συνδυασμός παραληρημάτων, κρίσης και αντίστασης, γεννά όχι μόνο αρνητικά, αλλά και κάποια θετικά αποτελέσματα, μερικά από τα οποία παρουσιάζονται στο βιβλίο – το οποίο, ας σημειωθεί, επικεντρώνεται κυρίως στην κατάσταση στη Νέα Υόρκη των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, καθώς αυτό είναι το μέρος και η πολιτική κατάσταση που γνωρίζω καλύτερα. Αν αυτές οι συνθήκες του παραληρήματος και της αντίστασης, του gentrification και μάλιστα του υπέρ-gentrification και αυτού που ονομάζω «Γυμνή Τέχνη» και «Σκοτεινή Ύλη» του κόσμου της τέχνης σχετίζονται επίσης με τις συνθήκες εδώ στην Ελλάδα, τότε ακόμη καλύτερα. Αυτό θα το κρίνετε εσείς, όμως.

Το εξώφυλλο του βιβλίου Delirium and Resistance.

Η προσέγγισή σας για την τέχνη δεν αναφέρεται μόνο στους καλλιτέχνες και τα έργα τέχνης, αλλά και στους κοινωνικούς θεσμούς μέσα από τους οποίους παρουσιάζεται η τέχνη, όπως είναι τα μουσεία και οι γκαλερί. Θα μπορούσατε να μας πείτε κάποια πράγματα για τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός επιδρά σε αυτούς τους θεσμούς; Επιπροσθέτως, πιστεύετε ότι είναι αποδεκτό ένας καλλιτέχνης να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που μπορούν να του παρέχουν καπιταλιστικοί ή, γενικότερα, εχθρικοί προς αυτόν πολιτικοί θεσμοί προκειμένου να καταφέρει να μεταδώσει το ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό μήνυμά του σε περισσότερους ανθρώπους και ενδεχομένως να τους επηρεάσει;  

Πρόκειται για μια ωραία σειρά ερωτήσεων, πρώτα απ’ όλα, όμως, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ οι περισσότεροι τεράστιοι καλλιτεχνικοί θεσμοί δεν υποστηρίζονται κατά κύριο λόγο από το κράτος, αλλά από ιδιωτικά συμφέροντα, όπως ιδρύματα, δωρεές από εύπορους ανθρώπους, και φυσικά επιχειρηματικές εταιρείες. Ένα ελάχιστο μόνο μέρος των εσόδων ενός μέρους όπως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MMA) ή το Guggenheim προέρχεται από ομοσπονδιακά ή δημοτικά χρήματα ή από φoροαπαλλαγές που δίνονται με αντάλλαγμα τη χρηματοδότηση των συλλογών τους. Συνεπώς, αυτός ο σε μεγάλο βαθμό ιδιωτικοποιημένος υψηλός καλλιτεχνικός κόσμος δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον μηχανισμό του καπιταλισμού στον βαθμό που αυτό ενδεχομένως μπορεί να γίνει στην Ελλάδα ή σε άλλα μέρη της Ευρώπης.

Παρόλ’ αυτά, υποψιάζομαι ότι και εδώ τα πράγματα αλλάζουν, καθώς, όσο η δημοσιονομική χρήση συνεχίζει να κακοφορμίζει, θα υπάρχει αυξανόμενη πίεση προς την κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης της κουλτούρας, πράγμα που στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε με τις συνεργασίες «δημόσιου-ιδιωτικού» κατά τη διάρκεια της εισαγωγής των απορρυθμισμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών τη δεκαετία του 1980.

Αυτό σημαίνει ότι, για να έρθουμε και στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης, οι ακτιβιστές που χρησιμοποιούν ως μοχλό το πολιτισμικό και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο τέτοιων τεράστιων καλλιτεχνικών θεσμών είναι για μας, στις ΗΠΑ τουλάχιστον, μια βιωμένη πραγματικότητα, την οποία είναι σχεδόν αδύνατο να αποφύγει κανείς τελείως.  Η ασυμμετρία της δύναμης είναι επίσης μέρος αυτής της πραγματικότητας, όταν, έχοντας στη διάθεσή μας αυτό που ο James C. Scott περιγράφει ως «τα όπλα των αδυνάτων», εισερχόμαστε στον κόσμο της mainstream τέχνης.

Από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα. Αντιθέτως, οι ακτιβιστές μπορούν να ρίξουν μια μεγάλη σκιά πάνω στους θεσμούς, γνωρίζοντας πού και πότε να εμπλακούν πολιτικά. Το Global Ultra Luxury Faction (GULF), το Occupy Museums, το Decolonize this Place, το Liberate Tate, όλες αυτές οι πρόσφατες προσπάθειες άμεσης πολιτισμικής διαμαρτυρίας και παρέμβασης, οι οποίες μάλιστα έδρασαν μέσα στο πλαίσιο του mainstream καλλιτεχνικού θεσμικού καθεστώτος, υπήρξαν πολύ αποτελεσματικές στο να περάσουν το μήνυμά τους, χρησιμοποιώντας εντυπωσιακές τακτικές, τις οποίες ο κόσμος της τέχνης, αλλά και των μέσων ενημέρωσης, καταβροχθίζει.

Αλλά αυτός ο ακτιβισμός έχει και μια άλλη σημασία, γιατί αυτές οι πραγματικές, σε ζωντανό χρόνο διαταράξεις της ρουτίνας της τέχνης, δημιουργούν μια ιδιαίτερη συνθήκη γι’ αυτούς που βρίσκονται εκεί –τόσο τους ακτιβιστές όσο και τους θεατές–, δημιουργούν, με άλλα λόγια, μια σημαντική απελευθερωτική στιγμή, η οποία είναι μεν φευγαλέα, είναι όμως επίσης κάτι σαν ένα είδος πράξης-αντικειμένου [action-object], το οποίο μιλάει απ’ ευθείας στην ευρέως διαδεδομένη επιθυμία μας να πραγματώσουμε όχι μόνο έναν άλλο κόσμο της τέχνης, αλλά επίσης έναν άλλο κόσμο γενικά, στον οποίο οι ζωές μας και το μέλλον μας δεν θα υπόκεινται στο κεφάλαιο και στους κρατικούς θεσμούς.

(Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο, στην υπερ-απορρυθμισμένη οικονομία των ΗΠΑ βρίσκει κανείς καλλιτέχνες που δημιουργούν υποκατάστατους θεσμούς –αυτό που αποκαλώ «mockstitutions»–,[1] που μιμούνται τη λειτουργία ενός πεδίου κοινωνικής θέσμισης που έχει πια παρακμάσει σχεδόν πλήρως. Tο κάνουν αυτό ως τεχνητά έργα τέχνης, τα οποία, κατά ειρωνικό τρόπο, συχνά λειτουργούν καλύτερα από τους ίδιους τους θεσμούς που προσπαθούν να διακωμωδήσουν! Περισσότερα γι’ αυτό το ζήτημα μπορεί να βρει κανείς στο προηγούμενο βιβλίο μου, με τίτλο Dark Matter.)

Η αφίσα της εκδήλωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, τι θα μπορούσαμε να πούμε για τη street art; Είναι ένας τρόπος να αμφισβητήσει κανείς τα θεσμισμένα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα; Το ρωτάμε αυτό με την έννοια ότι ένα ιδιωτικό έργο τέχνης εκτίθεται στη δημόσια σφαίρα, ενδεχομένως και μέσω της χρήσης της ιδιωτικής περιουσίας – ένας ζωγραφισμένος τοίχος, για παράδειγμα.

Νομίζω ότι αυτό σχετίζεται και αποτελεί προέκταση όσων είπαμε παραπάνω για την ακτιβιστική και παρεμβατική τέχνη, αλλά με την προσθήκη μίας σημαντικής σημείωσης: η τέχνη που φτιάχνεται στον δρόμο και για τον δρόμο είναι –πολιτικά μιλώντας– τόσο καλή όσο είναι, πρώτα απ’ όλα, και ο ίδιος ο δρόμος ως ένας χώρος δράσης και κριτικού αναστοχασμού. Γιατί η τέχνη δεν μπορεί από μόνη της να μεταμορφώσει το παραλήρημα σε αντίσταση, χωρίς τη βοήθεια της συλλογικής πολιτικής πράξης [praxis] και της κοινωνικής οργάνωσης.

O Jacques Rancière, στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα, υπογράμμισε τη στροφή των σύγχρονων καλλιτεχνών προς τη μελέτη των φυλών, των τελετουργικών, της ανθρωπολογίας και ούτω καθεξής. Πώς θα σχολιάζατε αυτή την κίνηση; Είναι ενδεχομένως μια προσπάθεια να ενσταλλάξουμε εκ νέου «νόημα» σε έναν απομαγεμένο κόσμο; 

Ένας στόχος των κοινωνικών κινημάτων ίσως είναι να εκπαιδεύσουν τους καλλιτέχνες, αλλά και τους επιμελητές εκθέσεων και τους άλλους επαγγελματίες του καλλιτεχνικού κόσμου, σχετικά την πραγματικότητα των συνθηκών που υπάρχουν «κάτω στη γη», για να το πούμε έτσι. Αυτό από μόνο του δεν θα μπορέσει ποτέ να εξαλείψει την τάση προς την επιφανειακότητα ή την παραγωγή ενός «ζωολογικού κήπου» στον οποίο εκτίθενται περίεργα είδη. Γνωρίζουμε ότι η ιστορία της τέχνης και του πολιτισμικού θεάματος χτίζεται ακριβώς πάνω σε αυτές τις πράξης θέασης, ή όπως το θέτει ο φίλος μου θεωρητικός Nicholas Mirzoeff, πάνω στο ποιος έχει «το δικαίωμα να κοιτάζει».

Είναι σαφές ότι αυτό αφορά τελικά τον ανθρωπολογικό θεατή: αυτόν (γιατί είναι συνήθως άνδρας) που έχει την πολιτική δύναμη να αποσπάσει [detach] τον εαυτό του από τη ζωή και να αναστοχαστεί πάνω σε αυτή από έναν τόπο ψύχραιμου λόγου. Νομίζω ότι έχουμε μάθει πια όλη την αφήγηση γι’ αυτό το είδος αισθητικής αποσύνδεσης [detachment]. Παρόλ’ αυτά, όπως συμβαίνει και με όλους τους ακτιβιστές της τέχνης για τους οποίους μίλησα παραπάνω και για τους οποίους γράφω και στο βιβλίο, η ανατροπή της κατάστασης της αδυναμίας δεν είναι κάτι αδύνατο, ακόμη και αν είναι περιορισμένη και τακτικής φύσης. Γι’ αυτό και το να έχουμε μια στρατηγική για την τοποθέτηση αυτών των παρεμβάσεων και των «αντιστροφών» του βλέμματος στο πλαίσιο μιας πολιτικής πράξης είναι  κάτι πολύ σημαντικό.

Το εξώφυλλο του προηγούμενου βιβλίου του G. Sholette, με τίτλο Dark Matter.

Συνεπώς, για εμένα, η επαναμάγευση ενός χαμένου κόσμου δεν ξεκινά ούτε συντηρείται μέσα από ατομικές καλλιτεχνικές δράσεις ή μικρές μαζώξεις και πρακτικές μιας φυλής, όσο και ευφάνταστες ή έξυπνες και αν είναι, αλλά εμφανίζεται μέσα από αιτήματα για έναν άλλο καλλιτεχνικό κόσμο, ο οποίος δεν θα είναι ελιτιστικός, αλλά δημοκρατικός. Αυτός ο κόσμος αναδύεται μέσα από αυτό που αποκαλώ σκιά ή αρχειακό πλεόνασμα ενός παλλόμενου φαντασιακού της σκοτεινής ύλης [from within what I call the shadow or surplus archive of a vibrant dark matter imaginary]. Κάθε πιθανότητα ενός δημόσιου μέλλοντος πρέπει να αναγνωρίσει τη ζωτική σημασία αυτού του πράγματος, που απουσιάζει από τη σημερινή τέχνη και πολιτική, αλλά το οποίο υπάρχει ως ορίζοντας ελπίδας, για κάτι που δεν έχει έρθει ακόμη.

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για τον χρόνο σας!

Εγώ σας ευχαριστώ για τις ερωτήσεις!

Σημειώσεις

 

[1] Νεολογισμός του συγγραφέα, που προέρχεται από τη σύζευξη των λέξεων mock (κοροϊδεύω) και institution (θεσμός).

Για τη συνέντευξη συνεργάστηκαν οι Μάριος Κατρίτσης, Γιάννης Κτενάς και Δημήτρης Χαλιάσος. Τη μετάφραση έκανε ο Γιάννης Κτενάς.

Στην κεντρική φωτογραφία του κειμένου: GREGORY SHOLETTE WITH BRETT BLOOM’S 11 MILLION PERSON TOWER, 2012. COURTESY OF THE ARTIST AND QUEENS MUSEUM OF ART.

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine