#6 Ταξιδιωτικός σάκος ή το αγαπημένο μου βιβλίο

Ο Φύλακας στη Σίκαλη

από Basile

«Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. "Μόνον τα απαραίτητα", είπα. Κι ήταν αρκετά γι' αυτή τη ζωή - και για πολλές άλλες ακόμη. Βάλθηκα να τα καταγράφω ένα ένα». Γράφουμε για τα αγαπημένα μας βιβλία, για να βρούμε τι θα βάλουμε στον σάκο μας (και) αυτό το καλοκαίρι.

Ξεκίνησα να γράφω για το αγαπημένο μου βιβλίο. Ή εν πάση περιπτώσει γι’ αυτό που στην κούρσα των αγαπημένων έκοψε πρώτο το νήμα. Ξέρετε, αυτό επηρεάζεται από αρκετούς παράγοντες και σίγουρα ο χρόνος και η φάση στην οποία είναι ο λήπτης των μηνυμάτων του συγγραφέα κουμπώνουν με τα νοήματα των βιβλίων, αυτά που ο δημιουργός ήθελε να περάσει ή όσα εμείς βλέπουμε να ξεπηδούν απ’ τις σελίδες.

Μετά, ένα εαρινό βράδυ Παρασκευής με βροχούλα ο Τσίπρας ανακοίνωσε δημοψήφισμααα! Και ξάφνου η έμπνευση που υπήρχε και μαζί το ήδη ξεκινημένο κείμενο σταμάτησαν. Η Πολιτική Μεγάλη Εβδομάδα των παθών προχωρούσε και τότε, spontaneously που λένε και στο χωριό μου, αποφάσισα να συνοδέψω μια φίλη μου που βλέπω λίγο αλλά εκτιμώ πολύ σε μια έκθεση γλυπτικής, στη Γαλλική Σχολή, ψηλά στη Διδότου. Ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να κάνω στον εαυτό μου. Όταν πιέζεσαι από τη δουλειά, την καθημερινότητα ή από άλλα προβλήματα, το να έρθεις σε επαφή με την τέχνη σε όποια της μορφή, καθίσταται λυτρωτικό και αναζωογονητικό. Απαίδευτος ων στη τέχνη της γλυπτικής, δεν χρειάστηκα εντούτοις πολλή ώρα για να βρω την ηρεμία και τη γαλήνη μου περπατώντας στους κήπους της Ecole Francaise και να ανασύρω το γιατί είχα ξεκινήσει να γράφω για το αγαπημένο μου βιβλίο.

Ο Χώλντεν Κώλφηλντ δεν είναι άνθρωπος. Ο Χώλντεν Κώλφηλντ είναι ιδέα. Είμαστε εγώ κι εσύ. Είναι η νεότητά μας. Η αντιδραστικότητα στην καθώς πρέπει κοινωνία μας. Στην καθώς πρέπει κοινωνία τους. Που την αναπολούμε όταν τη βλέπουμε να χάνεται. Που αναθαρρούμε όταν αναγνωρίζουμε ψήγματά της σε κάποια αντίδρασή μας.

Είναι η ανάγκη σε μια αιώνια μετα-εφηβεία, που δεν θέλει να μπει σε καλούπια, που δε θέλει να ακολουθεί το μέλλον που έχουν προδιαγράψει άλλοι. Είναι ο Χάρρυ Χάλλερ κι ο Χένρι Τσινάσκι μαζί.  Νιώθει ότι δεν ανήκει στον κόσμο αυτό. Σε έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη ζωή θα ήθελε να είναι απλά ένας φύλακας σ’ ένα χωράφι σπαρμένο με σίκαλη. Ούτε ιδιωτικά σχολεία, ούτε λεφτά κι ακριβά αποκτήματα, ούτε πολλές γυναίκες. Μακριά από τους κάλπηδες που έχει γεμίσει αυτός ο ντουνιάς. Μάγκα μου (που θα ‘λεγε κι ο ίδιος, σε κάποια αποστροφή του προς εμάς), αυτό μόνο. Φύλακας σε ένα μεγάλο χωράφι με σίκαλη. Να παίζουν μέσα τα παιδιά κι αυτός να τα προσέχει, μην πέσουν στον γκρεμό.

Είναι η αθώα και αφελής πίστη ότι τα χρόνια της αθωότητας κρατούν για πάντα. Ο φόβος ότι το κορίτσι που ερωτεύτηκες κάποτε αλλά δεν της το είπες ποτέ θα πήγε για πρώτη της φορά με κάποιον κάλπη. Που αυτός συνηθίζει να το κάνει με κορίτσια στο πίσω μέρος των αυτοκινήτων, συνηθίζει να τις ρίχνει στο πρώτο ραντεβού. Εσύ πάλι όχι. Φοράς το κυνηγετικό σου καπέλο, που το αγόρασες στη Νέα Υόρκη, βγαίνεις στη βροχή κι αναρωτιέσαι τι γίνεται με τις πάπιες στη λίμνη του πάρκου, όταν αυτή παγώνει…

Ο Τζει Ντι Σάλιντζερ, σκιαγραφεί με το μοναδικό του τρόπο τη μεταπολεμική Αμερική. Με τρόπο αναρχικό. Με ύφος «μάγκικο», σαν το λεξιλόγιο το Χόλντεν. Ειρήσθω εν παρόδω, αυτό το γλωσσικό ιδίωμα υπήρξε ο λόγος που για χρόνια είχε απαγορευτεί η μελέτη του στα αμερικάνικα σχολεία, στο μάθημα της λογοτεχνίας! Σήμερα, θεωρείται κλασσικός και μελετάται σχεδόν σε όλα τα σχολεία.

Στον «Φύλακα στη Σίκαλη» το American Dream αποδομείται από τον πιτσιρικά με όλο του το είναι και το λέγειν. Από εύπορη οικογένεια, κι όμως  ξεστρατίζει από το δρόμο που του έχουν στρώσει. Συμβάντα (ο θάνατος του Άλι, του μικρότερου αδερφού του) και πρόσωπα (ο μεγαλύτερος αδερφός του D.B. για τον οποίο τρέφει θαυμασμό αλλά και απογοήτευση, που «ξεπουλήθηκε» ως σεναριογράφος στο Χόλυγουντ) τον έχουν διαμορφώσει στο αντισυμβατικό και μοναχικό άτομο που είναι σήμερα. Και μέσα σ’ όλα, το Φοιβάκι, η μικρή του αδερφή, το πιο αγαπημένο του πρόσωπο, οι πιο συγκινητικές στιγμές του. Διαβάζοντας τις γραμμές στα επεισόδια που βρίσκονταν μαζί, ένιωθα ότι πέρα από βαθειά αγάπη, ο Χόλντεν έβλεπε στην αδερφή του την αθωότητα που φοβόταν ότι έχανε, που πάσχιζε να κρατήσει με κάθε κόστος. Αλλάζοντας τα καλά σχολεία που τον έστελνε ο μπαμπάς του σαν τα πουκάμισα, μένοντας στην ίδια τάξη παρά τις δυνατότητές του, επιδιώκοντας την ησυχία του και την απαγκίστρωσή του από κάθε τι κάλπικο, από τις Παπαδιαμαντικές “λυκοφιλίες και τους κυνέρωτας”.

Εμένα προσωπικά υπήρχαν στιγμές που με συγκινούσε η τραγικότητα και μοναξιά του μικρού μας ήρωα. Μιλούσε μέσα μου η ανάγκη για ανυπακοή στο σύστημα, για αποϊδρυματοποίηση. Κι ίσως ζήλευα και λίγο, που ο Χόλντεν έστειλε στο διάολο το τερατώδες εκπαιδευτικό σύστημα (όποιο, όπου) και αποφάσισε ότι γι’ αυτόν αξία έχει η αναζήτηση μιας άλλης ζωής. Ακόμα κι αν δεν ξέρει ποια είναι αυτή. Γι’ αυτό, παρ’ ότι ξέρουμε και ξέρει κι ο ίδιος ότι η προσπάθεια δεν θα στεφθεί από επιτυχία, παρά την τραγικότητα αυτή, παρά την ερημιά του, παρά την βουβή απελπισία και παραίτησή του, δεν σου επιτρέπεται να τον λυπηθείς. Έχει μεγαλείο και η παραίτηση και η απελπισία και η μοναξιά του.

ΥΓ. “Δεν έχει σημασία αν το κορίτσι αργήσει στο ραντεβού. Αρκεί να έρθει. Και να ΄ναι όμορφο”. Ή κάπως έτσι. Ή ακριβώς έτσι.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Basile