Θέατρο Συνεντεύξεις

Η εποχή της σκουριάς - Συνέντευξη με τη Μαίρη Μαραγκουδάκη

από kaboomzine

Είδαμε την παράσταση Η εποχή της σκουριάς του Γιάννη Παπάζογλου, που ανέβηκε για πρώτη φορά στο Studio Μελενίκου. Στη συνέχεια, μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα και πρωταγωνίστρια του έργου Μαίρη Μαραγκουδάκη, θέτοντάς της ερωτήσεις με βάση τις σκέψεις που μας γέννησε η παράσταση.

Το κυρίαρχο σύνθημα της εποχής του έργου είναι ''Ζήτω η Λήθη''. Μπορεί να επιδράσει η Λήθη ως μέσο για την επιβίωση του ατόμου, ως ασπίδα απέναντι στους φόβους του ή ακόμα και ως πλεονέκτημα ενάντια στους γύρω του;

Η λήθη είναι ένα πανίσχυρο μέσο ελέγχου των μαζών. Ξεχνάς κι επειδή ξεχνάς αγνοείς. Τα εγκλήματα του παρελθόντος μπορούν να επαναληφθούν χωρίς κανείς να είναι ικανός να διαβάσει τα σημάδια της επανάληψης. Η λήθη δεν είναι αυτοσκοπός, η άγνοια είναι ο στόχος. Όταν οι άνθρωποι αγνοούν γίνονται πιο ευάλωτοι στη χειραγώγηση μέσω της παραπληροφόρησης, έτσι μπορεί να εγκατασταθεί μια επίφαση δημοκρατίας, μια επίφαση ελευθερίας, να τελεστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο όνομα αυτών των κατ’ επίφαση ιδανικών. Η λήθη μουδιάζει την αντίληψη και ρίχνει τις άμυνες σαν ένα ισχυρό ναρκωτικό, του οποίου όμως κανείς δεν γνωρίζει ότι έχει κάνει χρήση.

Οι δυσοίωνες παρατηρήσεις ότι τα κυβερνώντα κόμματα αντικαθίστανται από τις τράπεζες, ότι οι εταιρείες στοχεύουν μόνο σε κέρδη παραμελώντας τον άνθρωπο και ότι το άτομο αποκόπτεται από κάθε κοινωνικό δεσμό αποτελούν μια οικεία απεικόνιση, που βρίσκει ομοιότητες στην σημερινή ζωή. Ο λόγος που φαίνεται να εγκαθιστά αυτή την κατάσταση είναι ο διχασμός μεταξύ των ατόμων που απαρτίζουν την εκάστοτε κοινωνία. Η συνοχή μιας κοινωνίας/ομάδας είναι ευάλωτη κυρίως λόγω εξωτερικών παραγόντων ή μήπως πρέπει να ψάξουμε να βρούμε και τυχόν παθογένειες εντός της;

Το έργο του Γιάννη Παπάζογλου δεν δίνει απαντήσεις, θέτει ερωτήματα. Εγώ από την άλλη μπορώ να εκφράσω μόνο την προσωπική μου άποψη πάνω σε αυτή την ερώτηση. Πιστεύω πως ο βασικός παράγοντας για την εδραίωση κάθε κοινωνικής αδικίας είναι η παθογένεια εντός μας. Γαλουχούμαστε με ένα σύστημα ατομικιστικών αξιών, μαθαίνουμε να έχουμε πρωταρχικό μας κίνητρο το ατομικό συμφέρον, αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ξεκομμένο από την ευρεία έννοια της κοινωνίας και πιστεύουμε ότι συνδεόμαστε μόνο με τον στενό κύκλο της οικογένειας. Όλα αυτά έρχονται από έξω αλλά εφόσον το μέσα μας έχει υποταχθεί και τα αναγνωρίζει σαν βασικές αξίες, τότε ίσως να είμαστε εμείς οι ίδιοι, έστω και εν αγνοία μας, που δημιουργούμε μια κοινωνική δομή με επίκεντρο το κέρδος, η οποία βάζει τον άνθρωπο στο περιθώριο. Θεωρώ ότι κανένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα δεν μπορεί να γιγαντωθεί εάν οι αξίες του έρχονται σε άμεση ρήξη με αυτές των μελών που το απαρτίζουν.

Κάποιοι από τους χαρακτήρες του έργου αποκρύπτουν τις ταυτότητες και τις παλαιότερες δράσεις τους είτε από ντροπή είτε για να μπορέσουν να κερδίσουν συμμαχίες ή υλικά οφέλη. Μια τελευταία πράξη πόσο ικανή είναι να καταστρέψει ή να επανορθώσει έναν πρότερο έντιμο ή άτιμο βίο;

Εξαρτάται από το ειδικό βάρος αυτής της πράξης. Εξαρτάται επίσης από το άθροισμα αυτού του ειδικού βάρους των πράξεων σε συνάρτηση με τις πεποιθήσεις του ατόμου. Είναι μάλλον μια εξαιρετικά πολύπλοκη μαθηματική πράξη. Ο Ζ. Π. Σαρτρ θέτει το άτομο προ των ευθυνών του, υποστηρίζοντας ότι όλη η ύπαρξη μας ορίζεται από τις επιλογές μας, τις πράξεις μας και όχι τις προθέσεις μας. «Αυτή είναι η ζωή σου. Η γραμμή έχει τραβηχτεί και πρέπει να κάνουμε την πρόσθεση. Δεν είσαι τίποτα άλλο από τη ζωή σου την ίδια» (Ζ. Π. Σαρτρ, Κεκλεισμένων των θυρών).

Σκεφτόμενοι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς αμέσως μας έρχονται στον νου εικόνες από ηλεκτρονικές κάμερες παρακολούθησης και ομάδες καταστολής. Μέσα στο έργο ο έλεγχος και η τρομοκρατία επιτελούνται από τα ίδια τα πρόσωπα σε βάρος των γύρω τους, παρότι βρίσκονται όλοι στην ίδια δυσμενή θέση. Ποια είναι η αποτελεσματικότητα του έμψυχου-ενεργού, έστω και συγκυριακά, ρουφιάνου έναντι ενός προγραμματισμένου μέσου ή ενός μεθοδευμένου οργάνου καταστολής;

Πίσω από τις κάμερες βρίσκονται άνθρωποι που παρακολουθούν και καταγράφουν αλλά δεν βλέπουμε το πρόσωπο τους. Τα πρόσωπα των ατόμων που αποτελούν τις ομάδες καταστολής επίσης, είναι κρυμμένα, πίσω από κράνη και αντιασφυξιογόνες μάσκες. Ο ρουφιάνος όμως έχει πρόσωπο που το βλέπουμε, βρίσκεται δίπλα μας, στον ίδιο χώρο με εμάς, πολλές φορές συμπάσχει μαζί μας. Αντιλαμβανόμαστε το άτομο πίσω από την κάμερα σαν προέκταση του μηχανήματος. Το άτομο μέσα στη στολή, απόκοσμο όσο και η στολή του. Ο ρουφιάνος όμως είναι ένας από εμάς, τον ξέρουμε και μας ξέρει, κάποιες φορές κατανοούμε τα κίνητρά του και ακόμα χειρότερο μας κάνει να σκεφτούμε «ίσως κι εγώ αν ήμουν στη θέση σου» όπως λέει η Υβόννη στην Εποχή της σκουριάς. Δεν είναι μόνο πιο αποτελεσματικός αλλά και πιο επικίνδυνος γιατί υπάρχει πάντα η πιθανότητα να ταυτιστούμε μαζί του, να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση. «Πάσχιζα να επιβιώσω» απολογείται ο Νότης στο έργο, «σε βάρος των άλλων» του απαντάει η Κάτια που λίγο μετά θα προδώσει η ίδια οδηγημένη από ταπεινά κίνητρα. Τελικά, για να εφαρμοστεί ένα σύστημα σκάρτων αξιών και διαστρεβλωμένων ιδανικών, πρέπει οπωσδήποτε να εμποτίσει με τις ιδέες του μεγάλο κομμάτι των μελών της κοινωνίας.

Το παιχνίδι στο έργο αποτελεί μια νοσταλγία. Η απαξίωση του παιχνιδιού στη σημερινή εποχή είναι εμφανής. Οι πρωταγωνιστές, με τις διαφορετικές αφηγήσεις επάνω στο ίδιο παιδικό αντικείμενο, δηλώνουν μια στάση σχετικά με τον τρόπο που το παιχνίδι, ως δράση πλέον, θα τους κάνει να σταθούν στα πόδια τους, να αντλήσουν δύναμη από το παρελθόν; Ποιος ο ρόλος του παιχνιδιού σε μια κλειστοφοβική κατάσταση αγωνίας;

Το παιχνίδι αναπτύσσει τη φαντασία. Είμαστε ατελή όντα και έχουμε δημιουργήσει έναν επίσης ατελή κόσμο. Για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτό τον κόσμο καλύτερο πρέπει πρώτα να τον φανταστούμε ως τέτοιο. Για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες της ζωής μας ή για να αντεπεξέλθουμε σε δύσκολες καταστάσεις πρέπει να επιστρατεύσουμε πρώτα τη φαντασία. Το παιχνίδι είναι ο τόπος που τα απίθανα γίνονται πιθανά, η φαντασία είναι ο χρόνος πριν την πράξη. Σε έναν κόσμο που το παιχνίδι απαξιώνεται η φαντασία ατροφεί, σε έναν κόσμο που το παιχνίδι απαγορεύεται η φαντασία πεθαίνει. Σύμφωνα με τον Ν. Καζαντζάκη «ότι δεν συνέβη ποτέ, είναι ότι δεν ποθήσαμε αρκετά», και πώς θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε κάτι που δεν μπορούμε να φανταστούμε;

Η προσμονή είναι σύμμαχος ή εχθρός σε μια τέτοια κατάσταση απελπισίας; Είναι ελπίδα ή αγωνία;

Οι χαρακτήρες του έργου περιμένουν τον οδηγό-σωτήρα, έχουν εναποθέσει σε αυτή την προσμονή όλες τις ελπίδες τους. Αυτή είναι μια ελπίδα αγωνιώδης. Σε περίπτωση που ο σωτήρας εμφανιστεί και εφόσον εκπληρώσει τις προσδοκίες μας, πρόκειται για σύμμαχο. Σπάνια όμως, για να μην πω ποτέ, στη ζωή εμφανίζεται κάποιος σωτήρας που εκπληρώνει τις προσδοκίες μας. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να εμφανιστεί κάποιος με τη μάσκα του λυτρωτή αλλά να μην φέρει καμία λύτρωση ή να μην εμφανιστεί ποτέ και να μας αφήσει σε αυτή την κατάσταση αγωνιώδους προσμονής. Η σκληρή πραγματικότητα είναι πως ή αναλαμβάνουμε τη λύτρωσή μας με τον επίπονο τρόπο ή αφηνόμαστε στο έλεος κάποιας χίμαιρας.

Στο ερώτημα που θέτει το εισαγωγικό κομμάτι του έργου ''Πόσο άραγε απέχει η εποχή της σκουριάς από τη δική μας;'' είναι προφανής η απάντηση;

Όσα διαδραματίζονται στον φανταστικό χρόνο του έργου συμβαίνουν ήδη σε κάποια μέρη του κόσμου ή ακόμα και εδώ, στην πολιτισμένη δύση. Υπάρχουν παιδιά που δεν επιτρέπεται να παίξουν λόγω της παιδικής εκμετάλλευσης ή του πολέμου. Υπάρχουν άνθρωποι που χαρακτηρίζονται λαθραίοι. Το εμπόριο ονείρων ακμάζει, ειδικά στη show business. Όσοι δεν μπορούν να παράγουν πλούτο είναι αναλώσιμοι. Παράλογοι νόμοι εφαρμόζονται. Διακινητές ανθρώπων θησαυρίζουν. Και οι τράπεζες μπορεί να μην είναι τα κυβερνώντα κόμματα αλλά ελέγχουν την οικονομία και μέσω αυτής τη διακυβέρνηση των χωρών. Η εποχή της σκουριάς δεν απέχει από την εποχή μας, είναι η εποχή μας.

 

Φωτογραφίες από την παράσταση: Έλενα Γαλάνη, Γιάννης Καραχάλιος, Μιχάλης Κουρής,
Κατερίνα Μαυράκη, Σοφία Μοιραράκη.

Συνέντευξη: Αδελφός Κουφίωνας και Δημήτρης Χαλιάσος

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine