Θέατρο Συνεντεύξεις

Παράλογο; κάτι το λογικό που έχασε την ψυχραιμία του.

Ο Πάνος Παπαδόπουλος πρωταγωνιστεί στο θεατρικό έργο της Ρούλας Γεωργακοπούλου ''Καρφίτσες στα γόνατα'' σε σκηνοθεσία Σοφίας Φιλιππίδου

Ένα διανυκτερεύον κατάστημα ρούχων ταράσσεται συθέμελα από το πέρασμα του υπόγειου ηλεκτρικού, ενώ η Προσπερίνα του Dante Gabriel Rosseti και ο Ναύτης του Τσαρούχη ξεπηδούν από τους καμβάδες τους. Το σουρεαλιστικό θεατρικό έργο ''Καρφίτσες στα γόνατα'', σε σκηνοθεσία Σοφίας Φιλιππίδου και κείμενα Ρούλας Γεωργακοπούλου, βουτάει βαθιά στην ανθρώπινη ύπαρξη, αναζητώντας την ουσία των ανθρωπίνων σχέσεων. Πρόκειται για ένα έργο πολυεπίπεδο, πλήρες αντιθέσεων, που αναδεικνύει τον φόβο του θανάτου και ειρωνεύεται την προσπάθεια των ανθρώπων να βγουν αλώβητοι από μια μάχη εξουσίας και επιβολής. Το έργο ψυχαναλύει τους χαρακτήρες του, οι οποίοι περνούν αβίαστα από τη θέση του εξουσιαστή στη θέση του εξουσιαζόμενου και αντιστρόφως. Τους ρόλους του έργου ερμηνεύουν η Σοφία Φιλιππίδου, ο Χάρης Αττώνης και ο Πάνος Παπαδόπουλος, στο θεατρικό του ντεμπούτο. Ο νεαρός ηθοποιός Πάνος Παπαδόπουλος,  απόφοιτος του Εθνικού Θεάτρου μας μιλάει για την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί σε μία ενδιαφέρουσα κουβέντα με ευρύτερες προεκτάσεις.

 

Τι μας διηγείται το έργο ''Καρφίτστες στα γόνατα'';

Κατ' αρχάς, πρόκειται για δύο μονόπρακτα, το ''Διανυκτερεύον'' και το ''Η Προσπερίνα και ο Ναύτης'' τα οποία έχουν ανέβει και παλαιότερα στο θέατρο. Αυτή τη φορά, η Σοφία Φιλιππίδου τα ένωσε και τα παρουσιάζει σε μια ενιαία παράσταση υπό τον κοινό τίτλο ''Καρφίτσες στα γόνατα''. Στο πρώτο μονόπρακτο, παρακολουθούμε την ιστορία μιας πελάτισσας η οποία καταφθάνει σε μια νυχτερινή μπουτίκ, αναζητώντας το οριστικό της ένδυμα, δηλαδή την αποκρυσταλλωμένη εικόνα σώματος και εαυτού. Μια αλλόκοτη πωλήτρια, την οποία ερμηνεύω εγώ, τη βοηθά να δοκιμάσει διάφορα ρούχα, ενώ μια περίεργη σχέση αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Η σχέση αυτή θα περάσει από όλα τα στάδια της προσπάθειας του ανθρώπου για επικοινωνία και κατανόηση, φθάνοντας τελικά στο μοναδικό ζητούμενο, την αγάπη. Στο δεύτερο μονόπρακτο, η ίδια γυναίκα, έχοντας αγοράσει το φόρεμά της, επιστρέφει σπίτι της, όπου συγκατοικεί με δυο ζωγραφικούς πίνακες, τον Ναύτη του Τσαρούχη και την Προσπερίνα του Dante Gabriel Rosseti. Οι δύο πίνακες ζωντανεύουν και διεκδικούν ζωτικό χώρο από τον χώρο της. Έχουμε λοιπόν μια ιδιόμορφη, χιουμοριστική ιστορία, κατά τη διάρκεια της οποίας καθένας από τους δύο πίνακες προσπαθεί να βρει τη θέση του. Στο βάθος πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ ελληνικότητος και δύσης: πόσο διεισδύει το ένα στοιχείο μέσα στο άλλο, θεμιτά και αθέμιτα.

Στο δεύτερο μονόπρακτο, ενσαρκώνεις τον ρόλο του Ναύτη. Πόσο δύσκολη ήταν για 'σένα η μετάβαση από έναν γυναικείο χαρακτήρα, εκείνον της πωλήτριας, σε έναν ανδρικό;

Νομίζω έχει πιο πολύ να κάνει με το παιχνίδι της μεταμφίεσης και όχι τόσο με τη διαδικασία της συναισθηματικής μετάβασης από τον έναν ρόλο στον άλλον. Για παράδειγμα, επειδή στην αρχαία τραγωδία έπαιζαν πάντα τρεις ηθοποιοί όλους τους ρόλους, είχαν στη διάθεσή τους ελάχιστο χρόνο για να ''περάσουν'' στον επόμενο. Οπότε, πιστεύω πως περισσότερο μεταμορφώνονταν απότομα παρά μετέβαιναν από τη μια ψυχολογία στην άλλη. Ούτως ή άλλως, με τη Σοφία Φιλιππίδου δουλέψαμε τουλάχιστον δυό μήνες και η καθοδήγησή της ήταν τόσο συγκεκριμένη και λεπτομερειακή, που δεν αισθάνθηκα πως ήταν  τόσο δύσκολο να αποδώσω δύο διαφορετικούς χαρακτήρες στην ίδια παράσταση.

Αντιμετώπισες κάποια δυσκολία στην απόδοση των χαρακτήρων του έργου;

Στο πρώτο κυρίως μονόπρακτο που έχουμε να κάνουμε με έναν γυναικείο ρόλο. Είναι βέβαια, μεγάλη ευκαιρία και πρόκληση για έναν ηθοποιό να υποδύεται τέτοιους χαρακτήρες, αλλά και πολύ επικίνδυνο. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της καρικατούρας και της γραφικότητας. Είναι δύσκολο να τηρηθούν οι ισορροπίες. Βαδίζεις σε ένα τεντωμένο σκοινί με τον φόβο ανά πάσα στιγμή να γλιστρήσεις και να πέσεις. Νομίζω, όμως, ότι το αποφύγαμε κάτι τέτοιο. Η διδασκαλία της  Σοφίας Φιλιππίδου ήταν πολύ καθοριστική.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τη Σοφία Φιλιππίδου και τον Χάρη Αττώνη;

Είναι μεγάλη χαρά να δουλεύει κανείς με τον Χάρη. Είναι ένας άνθρωπος πολύ δοτικός, πολύ ευγενής και πολύ χαρισματικός. Υπάρχει ένα αίσθημα παιδικού ενθουσιασμού και μιας αμοιβαίας συνενοχής. Όσον αφορά τη Σοφία Φιλιππίδου, είναι μια μεγάλη δασκάλα, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος τον οποίον εκτιμώ και θαυμάζω πολύ. Η συνεργασία μαζί της είναι ένα μεγάλο μάθημα τόσο για το θέατρο όσο και για την ίδια τη ζωή.

Αντιλαμβάνεσαι το έργο ως έργο πλοκής ή ως έργο χαρακτήρων;

Τα έργα της Ρούλας Γεωργακοπούλου δεν είναι, νομίζω, έργα υπόθεσης. Μέσα από κάτι φαινομενικά απλό, όπως η σχέση μιας πωλήτριας με μια πελάτισσα, προσπαθεί να θίξει θέματα πολύ υπόγεια, τα οποία ξεπηδούν σαν προεκτάσεις, σαν αιχμές που σου κλείνουν το μάτι κι ύστερα εξαφανίζονται. Οι χαρακτήρες έχουν την ανάγκη να επικοινωνήσουν και να εξωτερικεύσουν πράγματα, αλλά δεν μπορούν να το κάνουν. Ξεκινούν με φόβο και επιφύλαξη και σιγά σιγά, μοιραία, λόγω της μετωπικής σύγκρουσης και της αναπόφευκτης συνάντησής τους, αρχίζουν να εκμυστηρεύονται βαθύτερες σκέψεις τους, να ψυχαναλύουν ο ένας τον άλλον. Πρόκειται για μια διαδικασία τρομαχτική, επώδυνη, αλλά πολλές φορές λυτρωτική.

Η διαδικασία που περιγράφεις αποτυπώνεται και στις διαφορές των στάτους των χαρακτήρων;

Υπάρχει πολύ έντονα το παιχνίδι εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, αλλά κανένας χαρακτήρας δεν βγαίνει αλώβητος από αυτό. Καταλήγουν τσακισμένοι, κουρασμένοι, όμως λίγο πιο κοντά στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Έχω την αίσθηση πως μόλις ένας χαρακτήρας κατορθώνει λίγο να πλησιάσει τον άλλον, τρομάζει και κάνει πίσω. Αυτό συμβαίνει...Είναι συγκινητικό, γιατί πόσες φορές οι άνθρωποι δεν λέμε πράγματα που αισθανόμαστε από φόβο μήπως δεν εισπράξουμε τίποτα πίσω. Δεν μπορούμε να πούμε εύκολα ένα ''σ' αγαπώ'', γιατί μας κοστίζει την ανασφάλεια του ότι ενδεχομένως δεν θα μας το ανταποδώσουν. Αυτή η έκθεση μπορεί στο θέατρο να είναι γοητευτική, αλλά στη ζωή μας είναι πολύ επώδυνη, όταν συμβαίνει. Είναι ένα παιχνίδι που παίζεται μέχρι τέλους και κανείς δεν είναι ευχαριστημένος ό, τι και να εισπράττει.

Θα μπορούσαμε να εντάξουμε το έργο στο είδος του θεάτρου του παραλόγου;

Ναι, νομίζω εκεί εντάσσεται. Είναι εμπνευσμένο από το θέατρο του παραλόγου και από ένα πολύ αγαπημένο ρεύμα της Σοφίας Φιλιππίδου, τον σουρεαλισμό. Ίσως με μια μικρή αυθαιρεσία θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το παράλογο είναι και κάτι το λογικό που έχασε την ψυχραιμία του.

Τι σε εμπνέει στην καθημερινότητά σου;

Πιο πολύ με εμπνέουν οι καθημερινοί άνθρωποι. Με συγκινεί να βλέπω ένα παιδί να παίζει στον δρόμο, γιατί σκέφτομαι ότι πίσω από αυτό κρύβεται κάποιος που το μεγαλώνει με κόπο, κάποιος που κάνει όνειρα γι' αυτό, που το ντύνει να το πάει στο σχολείο… Μου αρέσει πολύ να κοιτάζω, επιστρέφοντας σπίτι το βράδυ, ανοιχτά παράθυρα, κουρτίνες που κλείνουν, φώτα που σβήνουν. Να σκέφτομαι ότι σε μια κουζίνα που δεν μπορώ να δω καθαρά ίσως υπάρχει μια κυρία που μαγειρεύει για αύριο, κάποιος που κάνει μια προσευχή ή κάποιος που μετρά αν θα του βγουν τα λεφτά της επόμενης μέρας.

Θεωρείς ότι ένας καλλιτέχνης θα πρέπει να αφορμάται και να αναδεικνύει μέσω του έργου του τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις ή να μένει αμέτοχος;

Δεν μπορεί κανείς να μένει αμέτοχος ακόμη και να το θέλει. Αυτά είναι πράγματα που μας επηρεάζουν όλους, ανεξάρτητα του εάν θέλουμε να τα κοιτάξουμε ή όχι. Προσωπικά γοητεύομαι περισσότερο από μια τέχνη που κοιτά τα προβλήματα αυτά με μια γλυκύτητα. Για παράδειγμα, το ''Η ζωή είναι ωραία'' του Μπενίνι, μιλάει για ένα πολύ δυσάρεστο θέμα, εκείνο του πολέμου, και το βάζει σε αντίστιξη με τη μαγεία του έρωτα και τη λαχτάρα για ζωή. Εκεί συνειδητοποιείς πώς μια δυσάρεστη ιστορία μπορεί να ειπωθεί με έναν πανέμορφο τρόπο.

Υπάρχουν πράγματα στο παίξιμό σου που σου έχει ζητηθεί να αλλάξεις;

Συνεχώς υπάρχουν πράγματα που πρέπει να αλλάξεις  και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα.  Πολύ σημαντικό για έναν ηθοποιό είναι να μπορεί τις οδηγίες που δέχεται από ένα εξωτερικό μάτι, που συνήθως είναι πιο σωστό από τη δική του αίσθηση της κατάστασης, να τις ενσωματώσει στο παίξιμό του και να τις αγαπήσει ταυτόχρονα.

Υπήρξε φορά που να μην θέλησες να αλλάξεις κάποιο στοιχείο στο παίξιμό σου θεωρώντας το ως χαρακτηριστικό σου;

Είμαι πολύ μικρός ακόμα για να έχω χαρακτηριστικά. Πράγματι, είμαι πάρα πολύ μικρός και πολύ νέος  για να θεωρώ ότι έχω κατι τόσο σημαντικό που να μην επιδέχεται βελτίωσης.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο σου άγχος, πατώντας στη σκηνή;

Να είμαι εντάξει με τον εαυτό μου. Έχω την ανάγκη να νιώθω μια πρωτόγνωρη χαρά για κάτι που γεννιέται κάθε μέρα. Το μεγάλο στοίχημα είναι, επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδικασία καθημερινά, να υπάρχει η αίσθηση της πρώτης ερωτικής στιγμής που είναι μαγική.

Πριν αρχίσεις να φοιτάς στο Εθνικό, φανταζόσουν τον εαυτό σου να ενσαρκώνεις κάποιους ρόλους;

Σίγουρα όλοι ονειρεύονται έργα και ρόλους, αλλά νομίζω ότι η δική μας εποχή απαιτεί περισσότερο να επικεντρωνόμαστε σε συνεργασίες με ανθρώπους. Πρέπει πλέον να αντιμετωπίζουμε πιο συλλογικά τις καταστάσεις, τόσο στο θέατρο όσο και προς τα έξω. Η απομόνωση πιστεύω δεν βγάζει πουθενά. Έπειτα, προσωπικά, δεν κάνω όνειρα να ενσαρκώσω κάποιον συγκεκριμένο ρόλο. Η πιο μεγάλη μου ανάγκη είναι να συναντήσω στη διαδρομή μου ανθρώπους που εκτιμώ.

Για να ερμηνεύσει ο ηθοποιός κάποιον ρόλο, πρέπει να δει μέσα σε αυτόν τον εαυτό του;

Νομίζω πως πάντα κάθε ηθοποιός με κάθε ρόλο κάπου συναντιέται. Αυτό που ίσως κάνουν πολλοί ηθοποιοί είναι να ξετυλίγουν το νήμα από την αντίστροφη πλευρά ούτως ώστε να φθάσουν στο σημείο να συναντηθούν με τον εαυτό τους. Και αφού τα καταφέρουν, αρχίζουν να το τυλίγουν πάλι προς τα μέσα για να βρουν τον ρόλο.

χχ3

''Καρφίτσες στα γόνατα'' της Ρούλας Γεωργακοπούλου
Από μηχανής θέατρο
(Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο)
Κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 20:00 , Κυριακή στις 21:30

σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου | σκηνικά: Νίκος Αναγνωστόπουλος | κοστούμια: Χριστίνα Σκαρπέλη |φωτισμοί: Πέτρος Γκορίτσας | μουσική: Ξανθή Γεωργακοπούλου-Ντάβου | βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Γκουτκίδου | ερμηνεύουν: Χάρης Αττώνης, Πάνος Παπαδόπουλος, Σοφία Φιλιππίδου.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Χρύσα Χαρίση

Χρύσα Χαρίση