Βιβλίο

Για μια μαιευτική της Ουτοπίας: λίγα λόγια για το Ουτοπία και χειραφέτηση της Βίκυς Ιακώβου

από kaboomzine

του Δημήτρη Μ. Μόσχου

Εγώ, εμείς, είμαστε εδώ. Μια ζωή μάς έχει δοθεί. Αυτό είναι αρκετό. Πρέπει να ξεκινήσουμε.

Ερνστ Μπλοχ, Το πνεύμα της Ουτοπίας

Είναι δύσκολο να γράψει κανείς βιβλιοκριτική για ένα έργο που πραγματεύεται την Ουτοπία. Η ίδια η έννοια μοιάζει τόσο φευγαλέα που, με το που στρέψουμε την προσοχή μας πάνω της, εξανεμίζεται. Ταυτόχρονα όμως η ουτοπία είναι και μια αίσθηση αρκετά σταθερή, αρκετά επίμονη. Τα έργα που προσπαθούν να καταγράψουν την ιστορία και τις μεταμορφώσεις της ουτοπίας, όσο εκτεταμένα και ενδελεχή και αν είναι –όπως ίσως το πιο γνωστό Η ουτοπική σκέψη στον Δυτικό Κόσμο των Φρανκ και Φρίτζι Μανουέλ[1], ή το Ο Παράδεισος κάτω: Ουτοπικά πειράματα στην Αγγλία 1560-1960[2]–,είναι πάντα ελλειπή, όχι λόγω ανικανότητας των συγγραφέων αλλά του ανεξάντλητου του αντικειμένου τους.

Είναι επίσης δύσκολο να γράψει κανείς βιβλιοκριτική για μια θεωρητικό της ουτοπίας από την οποία ο ίδιος έχει μάθει πολλά. Παρ’ όλα αυτά, ίσως αξίζει μια προσπάθεια ακριβώς επειδή οι περιστάσεις το απαιτούν. Πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε το Ουτοπία και χειραφέτηση: Αμπενσούρ, Ρικέρ, Μπλοχ, Μπένγιαμιν της Βίκυς Ιακώβου από τις εκδόσεις Εκκρεμές. Το βιβλίο έρχεται να προστεθεί σε μια μικρή αριθμητικά βιβλιογραφία στα ελληνικά που πραγματεύεται το ζήτημα της ουτοπίας – η εγχώρια ακαδημαϊκή και συγγραφική παραγωγή έχει επιδείξει καταφανή αδιαφορία, ίσως και εχθρότητα, για την ιστορία αλλά και τη φιλοσοφική επεξεργασία της έννοιας της ουτοπίας. Αν ξεχωρίσουμε κάποιες παλαιότερες εργασίες του Στέφανου Ροζάνη, του Σάββα Μιχαήλ, του αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Σάββα Κονταράτου και του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου[3], ή ακόμα και την αρκετά παλαιότερη αλλά πρωτότυπη εργασία του Παναγιώτη Κονδύλη, οι πραγματείες, και με εξαίρεση τις μεταφράσεις, εντός Ελλάδας για την ουτοπία είναι λιγοστές. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να αποδοθεί σε πολλά αίτια όπως την πορεία των πολιτικών και θεωρητικών συζητήσεων στη μεταπολιτευτική περίοδο, τη διαρκή αίσθηση του κατεπείγοντος που έχουν οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, που αφήνουν λίγο χώρο για αναστοχασμό και ενδιαφέρον σε έναν πιο μακρινό ορίζοντα, ή την άποψη ότι οι κοινωνικές δυναμικές στη χώρα είναι λίγες εν γένει. Υπάρχει όμως και ένας αυστηρά πολιτικός παράγοντας: η πολιτική ηγεμονία στους χώρους της ευρύτερης αριστεράς μιας «επιστημονικής» άποψης για τον μαρξισμό που θεωρεί την ουτοπία ως παιδική –βρεφική, θα έλεγε κανείς– ασθένεια της σοσιαλιστικής σκέψης και των κοινωνικών κινημάτων και, ως τέτοια, πρέπει να μείνει πίσω για πάντα. Η άποψη αυτή, ξεπερασμένη ήδη εδώ και δεκαετίες σε αλλόγλωσσες βιβλιογραφίες, στην Ελλάδα έχει εξαιρετική επιμονή κυρίως λόγω της παρουσίας των –σταλινογενών– πολιτικών φορέων που την υποστηρίζουν.

Ξεκινώντας λοιπόν από αυτό, το οποίο αποτελεί εμμέσως πλην σαφώς και έναν από τους βασικούς προβληματισμούς της Βίκυς Ιακώβου, θα προχωρήσω σε μια μικρή παρουσίαση του νέου της βιβλίου. Η Βίκυ Ιακώβου –για όσες και όσους ίσως δεν γνωρίζουν–, πέρα από καθηγήτρια φιλοσοφίας, εδώ και χρόνια είναι μία από τις λίγες που ασχολούνται εντατικά με το ζήτημα της ουτοπίας και την πολιτική της επικαιρότητα. Στο καινούριο της βιβλίο δεν καταπιάνεται τόσο με την ιστορία των ουτοπικών σοσιαλιστικών εγχειρημάτων –αν και προφανώς γίνονται αναφορές σε αυτά, αναπόφευκτα–, αλλά με τον βασικό κορμό της ουτοπικής, σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Όσες και όσοι γνωρίζουν ακροθιγώς τη θεματική θα βρουν αρχικά τις γνωστές αναφορές στη γερμανική συζήτηση: Ερνστ Μπλοχ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Καρλ Μάνχαϊμ. Σε αυτούς προστίθενται και άλλοι λιγότερο γνωστοί θεωρητικοί στο ελληνόφωνο κοινό: ο Ζωρζ Σορέλ, ο Πωλ Ρικέρ, ο Μιγκέλ Αμπενσούρ και ο Πάουλ Τίλλιχ. Φυσικά η συγγραφέας δεν αφιερώνει τον ίδιο χώρο σε όλους, ούτε τους πραγματεύεται στο ίδιο βάθος: ορισμένοι, όπως ο Αμπενσούρ και ο Ρικέρ, αποτελούν κεντρικά σημεία εστίασης, ενώ άλλοι εμφανίζονται περισσότερο ως συνομιλητές, σχολιαστές, σταθμοί ή συλλογιστικά σχετιζόμενοι με το τάδε ή το δείνα επιχείρημα στην ιστορία της ουτοπικής σκέψης του 20ού αιώνα. Άσχετα από τις επιμέρους διαφωνίες ή προτιμήσεις που μπορεί να έχει κανείς με τις επιλογές έκτασης ή εστίασης, η συγκεκριμένη στρατηγική έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα το οποίο είναι βοηθητικό: δεν εξισώνει την ιστορική σειρά με τη λογική ακολουθία μεταξύ των ουτοπικών θεωριών που παρουσιάζει. Αντίθετα, παρουσιάζει τους θεωρητικούς που επιλέγει βάσει λογικών συσχετισμών όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, ύστερα από παραπάνω από έναν αιώνα «αριστερής» ουτοπικής σκέψης. Συνδετικό νήμα όλων αυτών –στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει και η εργασία γενικότερα– είναι η σχέση της ουτοπίας με τον μαρξισμό, απορρίπτοντας όμως τις γνωστές διχοτομήσεις περί επιστημονισμού και «ανωριμότητας».

Το βιβλίο ξεκινά δίνοντας μια γενική εικόνα της ουτοπίας και της σχέσης με τη σοσιαλιστική σκέψη, από τον Φουριέ και τον Ρόμπερτ Όουεν μέχρι την ανάγνωση παρόμοιων εγχειρημάτων από τους Μαρξ και Ένγκελς. Αν και το πρώτο κεφάλαιο χρησιμεύει τρόπον τινά ως εισαγωγικό, εμπεριέχει ήδη κριτικές παρατηρήσεις. Καθιστά εμφανές ότι η εννοιολόγηση της ουτοπίας και της σχέσης της με τα κινήματα και τις θεωρίες κοινωνικής χειραφέτησης δεν είναι μονοδιάστατη. Αυτό που για παράδειγμα αποδίδει ο Ζωρζ Σορέλ στον συλλογικό μύθο –ως αναγκαία επιθυμητική διάσταση ενός κινήματος για να συσπειρωθεί και να κινητοποιηθεί–, απορρίπτοντας έτσι την ουτοπία ως φαντασιακή, ψευδοεπιστημονική ονειροπόληση που «υπνωτίζει τις καταπιεσμένες τάξεις» και είναι χαρακτηριστική και του μαρξισμού, ο Καρλ Μάνχαϊμ το αποδίδει από μαξιστική σκοπιά στην ουτοπία, την οποία αντιπαραβάλλει με την κυρίαρχη ιδεολογία. Καταδεικνύεται έτσι πώς ένας προβληματισμός ξεκινά από το πλαίσιο που έθεσαν οι Μαρξ και Ένγκελς για την ουτοπία και τον σοσιαλισμό, αλλά ταυτόχρονα ξεπερνιέται.

Τα υπόλοιπα κεφάλαια πραγματεύονται τον Αμπενσούρ, τον Ρικέρ, τον Μπλοχ και τον Μπένγιαμιν, με αυτή τη σειρά και πάντα σε σχέση με τον ευρύτερο αστερισμό ιδεών και διαλόγων όπου συμμετείχαν. Θα ξεκινήσω την παρουσίαση τους από το τέλος προς την αρχή, για λόγους που θα καταστούν κατανοητοί στη συνέχεια. Ως προς τον Μπέγιαμιν, ο οποίος παρουσιάζεται εκτενώς τελευταίος στον πέμπτο κεφάλαιο –αν και ο ίδιος κάνει σπανιότερα χρήση του όρου ουτοπία–, θα έλεγε κανείς πως γίνεται μια γνώριμη επιλογή: αναλύεται η σχέση του με τον μαρξισμό, τις χιλιαστικές ιδέες, τον Μαξ Βεμπερ κ.ο.κ. Αυτό το οποίο είναι ιδιαίτερο εδώ είναι η έμφαση που δίνεται στην επιρροή –όχι πάντα φανερή– που έχει ο Φουριέ στον Μπένγιαμιν μέσω μιας λεπτομερούς εξέτασης των Θέσεων για την Ιστορία. Ο Μπένγιαμιν, αν και μαρξιστής, δεν αναγνωρίζει στον Φουριέ μια ανωριμότητα, αλλά μια χρήσιμη «τρίτη ματιά» για την ιστορία μεταξύ των άλλων δύο: των ανθρώπων ως υποκειμένων εγκλωβισμένων κατά κάποιο τρόπο στον ιστορικό τους ορίζοντα (εμείς) και του Αγγέλου της Ιστορίας, που βλέπει την ιστορία ως μακροϊστορική ολότητα. Η τρίτη ματιά είναι εκείνη του ουτοπιστή (του Φουριέ), ο οποίος καταφέρνει να νοητικό και επιθυμητικό άλμα έξω από την ιστορία για να μπορέσει να φανταστεί τον κόσμο –συμπεριλαμβανομένων της ανθρώπινης κοινωνίας και της φύσης– ως χειραφετημένες οντότητες. Η συγγραφέας εδώ χρησιμοποιεί παρόμοιες διατυπώσεις που ξεκινούν ήδη από το πρώτο κεφάλαιό της για τον Σορέλ και τον Μάνχαϊμ, δείχνοντας έτσι το κοινό πολιτικό νήμα που συνδέει τις κατά τα άλλα δαιδαλώδεις θεωρήσεις της ουτοπίας: βασικό στοιχειό κάθε κινήματος χειραφέτησης είναι να μπορεί κανείς να «βγει από το παρόν του».[4] Να φανταστεί ένα επέκεινα από την παροντική του συνθήκη.

Αυτή η προσέγγιση είναι φυσικά και η προσέγγιση του Ερνστ Μπλοχ, τον οποίο η συγγραφέας πραγματεύεται εκτενώς στο τέταρτο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αυτό εξυπηρετεί δύο σκοπούς: αρχικά χρησιμεύει ως μια καλή εισαγωγή στο ογκωδέστατο και δυσπρόσιτο έργο του Ερνστ Μπλοχ, το οποίο αποτελεί απαραίτητο συστατικό οποιασδήποτε αναγνώστριας θελήσει να ασχοληθεί με την ουτοπική θεωρία – και πράξη, θα συμπλήρωνα εγώ. Ακόμα περισσότερο όμως αποτελεί μια κριτική αποτίμηση του πολλές φορές «θεοποιημένου» έργου του Μπλοχ εντός των ουτοπικών σπουδών, θεωριών και κινηματικών πρακτικών.

Εδώ η Βίκυ Ιακώβου δεν έχει σκοπό να απογυμνώσει τον Μπλοχ από την αξία του ως έναν από τους κύριους –αν όχι τον κυριότερο– θεωρητικό που προσπάθησε να υπερκεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ ουτοπίας και «επιστημονικού» σοσιαλισμού. Αντιθέτως, προχωρά σε μια ιδιαίτερη κριτική που συνδυάζει βιογραφικά στοιχεία και λεπτομερή βιβλιογραφική ανάγνωση, υποστηρίζοντας ότι ο Μπλοχ δεν κατάφερε να ολοκληρώσει αυτό το εγχείρημα ακριβώς λόγω των προσωπικών του αγκυλώσεων σε έναν «λενινιστικού» τύπου μαρξισμό. Έτσι, ενώ μας προσφέρει τα θεωρητικά εργαλεία για μια υπέρβαση του διαχωρισμού μεταξύ ουτοπίας και μαρξισμού και κινείται σε μια διατύπωση που θεωρεί την ουτοπία ανθρωπολογική σταθερά της οποίας ο μαρξισμός και τα κινήματα κοινωνικής χειραφέτησης γενικά είναι μια ιδιαίτερη εκδοχή, ο ίδιος ο Μπλοχ υποχωρεί μπροστά σε αυτό το συμπέρασμα προσπαθώντας να τοποθετήσει τον μαρξισμό ως την ιστορική κορύφωση της ουτοπίας. Κάνοντας τον διαχωρισμό μεταξύ αφηρημένης και συγκεκριμένης ουτοπίας, εντάσσει στη γενεαλογία αφελών και αφηρημένων ουτοπιών την παράδοση του ουτοπικού σοσιαλισμού. Αυτή η θέση είναι προπαρασκευαστική στο έργο του Μπλοχ για να υποστηρίξει ότι μόνο ο μαρξισμός σε μια –έμμεσα– αντι-σταλινική αλλά σοβιετική του εκδοχή μπορεί να είναι «συγκεκριμένα» ουτοπικός, υπό την έννοια δηλαδή ότι δεν αποτελεί αφελή ονειροπόληση, αλλά βασίζεται σε μια ενδελεχή ανάλυση των πρακτικών δυνατοτήτων του παρόντος. Η Ιακώβου διαπιστώνει σωστά ότι αυτή η κίνηση επανεισάγει τη κλασική μαρξιστική διάκριση μεταξύ ουτοπισμού και επιστημονισμού, απλώς με άλλο όνομα.[5] Πρόκειται για μια σχετικά γνωστή θέση της Βίκυς Ιακώβου που νομίζω ότι έχει βάση και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν γίνονται αβίαστες αναφορές στη γνωστή αυτή μπλοχιανή διάκριση.

Το κείμενο συνεχίζει με μια μάλλον ετερόδοξη επιλογή, όπως παραδέχεται και η ίδια η συγγραφέας: εστιάζει στον Πωλ Ρικέρ. Παρ’ όλα αυτά, ίσως αυτή η επιλογή να μην εκπλήσσει και τόσο, δεδομένου ότι η Ιακώβου έχει ξαναγράψει για τη σχέση του Ρικέρ με την ιδέα της ουτοπίας.[6] Ο Ρικέρ έχει γράψει για πολλά περισσότερα ζητήματα πολιτικής και μη φιλοσοφίας, και η ουτοπία είναι μάλλον ένα ελάσσον θέμα στα γραπτά του. Ωστόσο, μπορεί να εκμαιευθεί μια ενδιαφέρουσα πτυχή του έργου του για την ουτοπία, εμπνευσμένη σε μεγάλο βαθμό από τον Μάνχαϊμ: μια προσπάθεια η ουτοπία να νοηθεί ως το συμμετρικό «αντίθετο» της ιδεολογίας ως δύο μορφές που μπορεί να πάρει το κοινωνικό φαντασιακό. Εδώ εξερευνάται η «αντίφαση» ή η ένταση μέσα στο έργο του Ρικέρ καθώς αποπειράται να αναγνωρίσει ταυτόχρονα την αξία και τη λειτουργία τόσο της ιδεολογίας –ως αναπλαστική φαντασία που προσφέρει μια συνεκτική ταυτότητα σε ένα κοινωνικό σύνολο ή ομάδα–, όσο και της ουτοπίας ως φαντασίας που κινείται προς το μέλλον, προς μια συνθήκη υπέρβασης αυτής της ταυτότητας και της συνθήκης της. Από κοινωνιολογική άποψη, το εγχείρημα του Ρικέρ εδώ είναι κατανοητό: με σχετική αποστασιοποίηση προσπαθεί να εξετάσει τόσο την χρησιμότητα της ιδεολογίας, όσο και της ουτοπίας. Από την άλλη όμως, ο Ρικέρ προκρίνει την ουτοπία ως τρόπον τινά σημαντικότερη της ιδεολογίας καθώς η ουτοπία παίζει τον ρόλο της δημιουργικής φαντασίας. Μέχρι το τέλος του κεφαλαίου εξετάζεται, αρκετά πειστικά νομίζω, ότι αυτή η «μεθοδολογική ένταση» βρίσκεται στην καρδία του έργου του Ρικέρ για την ουτοπία, και οι λόγοι γίνονται κατανοητοί. Ο Ρικέρ, όπως και πολλοί άλλοι ουτοπιστές πριν από αυτόν –και ελπίζουμε και μετά από αυτόν–, δεν είναι διατεθειμένος στο όνομα μιας «αντικειμενικής» κοινωνιολογίας να εγκαταλείψει τα πολιτικά και ηθικά αξιολογικά ερωτήματα που θέτει η ουτοπία για το παρόν και το μέλλον μιας κοινωνίας. Η ουτοπία δημιουργεί ένα άλλο είδος διερευνητικής απόστασης από τη παρούσα κοινωνική συνθήκη· όχι την απόσταση της αντικειμενικής εξέτασης, αλλά του κριτικού πειραματισμού. Μόνο μέσω της εν μέρει αποστασιοποίησης από τις άμεσες συνθήκες της διαρκώς κατ’ επείγουσας πραγματικότητας μπορούμε να εξερευνήσουμε «παράπλευρες δυνατότητες της παγματικότητας».[7]

Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την παράθεση μιας συμπυκνωμένης και σημαντικής θέσης που, ενώ διατρέχει σχεδόν όλες τις αριστερές φιλοσοφικές επεξεργασίες της ουτοπίας, εδώ διατυπώνεται  με εξαιρετική σαφήνεια: η ουτοπία είναι μια συνθήκη μέσα στην οποία η κοινωνία προβληματίζεται για το μέλλον της. Μια κοινωνία χωρίς ουτοπία είναι μια κοινωνία χωρίς στόχους. Αυτή η διατύπωση αφενός καθιστά σαφές ότι η ουτοπία είναι μια μετασχηματίσιμη «ανθρωπολογική σταθερά», μια εγγενής ποιότητα του ανθρώπου και όχι μια συγκυριακή επιθυμητική ή «ιδεολογική συνθήκη». Αφετέρου ως διατύπωση και συμπέρασμα συσχετίζει την ουτοπία όχι απλώς με μια άνευ στοχοθεσίας παραγωγή του «νέου», αλλά ακριβώς με ηθικοπολιτικά αιτήματα που έχουμε για τη συλλογική μας πορεία ως κοινωνία. Η διατύπωση φέρνει στο μυαλό παλαιότερες συγγενείς διατυπώσεις θεωρητικών που δεν μας έρχονται πρώτες και πρώτοι στο μυαλό όταν μιλάμε για ουτοπία. Στη Φαινομενολογία του νου[8], ο Χέγκελ αναφέρει για τη γέννηση του ηθικού αιτήματος: «Γιατί το αιτούμαι δηλώνει ότι κάτι όχι ενεργά πραγματικό νοείται ως υπάρχον, μια αναγκαιότητα όχι της έννοιας ως έννοιας αλλά του είναι». Στο  Για μια ηθική της αμφισβήτησης[9], ηΣιμόν ντε Μποβουάρ παραπέμπει στο ίδιο σημείο της Φαινομενολογίας ώστε να υποστηρίξει ότι αυτή η ασυμφωνία δεν αποτελεί προϋπόθεση μόνο της ηθικής συνείδησης αλλά και της ηθικής πράξης. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ηθικός προβληματισμός και πολιτική, αν η ανθρώπινη σκέψη και δραστηριότητα ταυτίζονταν με τη «δεδομένη» κατάσταση και την αμεσότητα της· η σκέψη είναι «ανήσυχη». Η ηθική και πολιτική πράξη και συνείδηση υπάρχουν επειδή ακριβώς η σκέψη μπορεί να στοχαστεί την πορεία της πρακτικής της, να κάνει ένα «άλμα έξω από τον εαυτό της» κατά τον Σορέλ. Το τελευταίο μέρος των στοχασμών για τον Ρικέρ κάνει ακριβώς αυτή τη σύνδεση: η ουτοπία είναι προϋπόθεση της πολιτικής και ο ολοκληρωτισμός η απόπειρα θανάτωσής της.

Από αυτή τη διαπίστωση λοιπόν περνάω στο τελευταίο μέρος αυτού του κείμενου εστιάζοντας στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου της Ιακώβου, το οποίο αφορά τον Μιγκέλ Αμπενσούρ. Επέλεξα να παρουσιάσω αυτό το κεφάλαιο τελευταίο γιατί θεωρώ πως είναι το πιο πλούσιο του τόμου. Εδώ βλέπει κανείς αυτό που θα λέγαμε “a master of her craft”. Αφενός πρόκειται για την πρώτη τόσο αναλυτική παρουσίαση της σκέψης του Αμπενσούρ στα ελληνικά (αν και υπάρχουν κάποιες εξαντλημένες μεταφράσεις του), αφετέρου το κεφάλαιο αυτό είναι γραμμένο με εμφανή τρυφερότητα και αγάπη, και αυτό δεν μπορεί να προσπεραστεί κατά την ανάγνωση. Καθώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα πυκνό κεφάλαιο γεμάτο προβληματισμούς και θέσεις, εμπεριέχοντας κατά κάποιο τρόπο όλο το υπόλοιπο βιβλίο στο εσωτερικό του (υπό αυτή την έννοια αμφιταλαντευόμαι αν είναι σωστή η επιλογή να μπει το κεφάλαιο δεύτερο προετοιμάζοντας την αναγνώστρια για ό,τι θα ακολουθήσει, ή αν θα έπρεπε να μπει τελευταίο όπως επέλεξα να το παρουσιάσω εδώ), θα επιλέξω να σταθώ σε δύο ζητήματα. Πρώτον το νήμα προβληματισμών του Αμπενσούρ που τίθεται και στο τέλος του κεφαλαίου του Ρικέρ γύρω από τη σχέση ουτοπίας, δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού, και δεύτερον τη σχέση «αφηρημένης και συγκεκριμένης» ουτοπίας, το γνωστό διαχωρισμό του Μπλοχ, τον οποίο ο Αμπενσούρ «λυτρώνει» από τα μπλοχιανά αδιέξοδα.

Ως προς το ζήτημα της δημοκρατίας και της ουτοπίας, ο Αμπενσούρ προσπαθεί να υπερασπιστεί την ουτοπία τόσο απέναντι σε αυτούς που θεωρούν αναπόφευκτη την ολοκληρωτική της κατάληξη, όσο και σε εκείνους που προσπαθούν να υποστηρίξουν έναν αυστηρό διαχωρισμό της ουτοπίας από τον ολοκληρωτισμό, προσποιούμενοι ότι η σταλινική και ναζιστική εμπειρία δεν περιέπλεξαν τα πράγματα. Ο Αμπενσούρ, όπως λέει η Βίκυ Ιακώβου, κάνει προς αυτό το διπλό μέτωπο τρεις κινήσεις. Πρώτον, παραδέχεται πως ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μια θεσμική στρέβλωση «υπερπολιτικοποίησης» όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής όπως υποστηρίζουν συχνά οι (νεο)φιλελεύθεροι σχολιαστές (όπως ο Τζων Γκρέι) θεωρώντας τους εαυτούς τους ουδέτερους. Δεύτερον, παραδέχεται ότι ο ολοκληρωτισμός έχει ιδιαίτερο επιθυμητικό βάρος και βάθος το οποίο –σε κάποιες περιπτώσεις– μπορεί να μοιάζει με την ουτοπική επιθυμία. Εκεί έρχεται η τρίτη κίνηση, όπου ο Αμπενσούρ υποστηρίζει ότι η ουτοπία, ως κριτικός προβληματισμός για το μέλλον, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τον ολοκληρωτισμό: η στατική εικόνα του κόσμου που προωθεί ο ολοκληρωτισμός, η σύμπηξη όλων των σχέσεων σε ένα σώμα, όπως και η επινόηση του «εχθρού» είναι συνθήκες εγγενώς αντι-κριτικές και συνεπώς αντι-πολιτικές και αντι-ουτοπικές. Οι πολιτικές κοινότητες που είναι δημοκρατικές δεν θεωρούν ότι έχουν «ολοκληρωθεί», ότι έχουν δηλαδή φτάσει σε κάποια επιθυμητή ιδεατή κατάσταση. Αντιθέτως δημιουργούν και συντηρούν εσωτερικά τις συνθήκες εκείνες που επιτρέπουν την ανανέωση της «κριτικής απόστασης» από το παρόν τους: η δημοκρατία και η ουτοπία είναι –σχεδόν– ταυτόσημες έννοιες, γιατί οι συνθήκες είναι που επιτρέπουν τη διευρυμένη κριτική.[10]

Ως προς το ζήτημα της αφηρημένης και της συγκεκριμένης ουτοπίας, με ειδικό ενδιαφέρον ως προς τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και ιδιαίτερα τον Ουίλλιαμ Μόρρις –και, όπως ορθά επιμένει η  Ιακώβου, και ως προς τους άλλους ουτοπικούς σοσιαλιστές–, η ανάλυση του Αμπενσούρ και η κριτική του στον μαρξισμό αποτελούν ιστορική και θεωρητική δικαίωση. Αν πάρουμε ως χρήσιμη αφετηρία την ετυμολογία των όρων αφηρημένος (abstrakte) και συγκεκριμένος (konkrete) που μεταχειρίζεται ο Μπλοχ (και τους οποίους ο Αμπενσούρ σχολιάζει) από τα λατινικά abstractus καιconcretus,που σημαίνουν «αναπτύσσομαι διαχωρισμένα» και «αναπτύσσομαι από κοινού» αντίστοιχα, τότε σε καμία περίπτωση οι ουτοπικοί σοσιαλιστές δεν ήταν αφηρημένοι.Αντιθέτως,  ήταν παράγωγα της εποχής τους, των κινηματικών δυναμικών και προβληματισμών τους,  συνεπώς καθόλου «ανώριμοι». Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τις όντως πολλές φορές αφηρημένες κοινωνιολογικές διακηρύξεις και αξιώσεις των μετέπειτα μαρξισμών εκ των οποίων έκαστος διεκδικεί τα πρωτεία ριζοσπαστικότητας και «πιστότητας» στο αρχικό κείμενο και σε μια υποτιθέμενη παράδοση, οι ουτοπικοί σοσιαλιστές ήταν όλοι ανεξαιρέτως άνθρωποι της πράξης: συμμετείχαν στα κινήματα της εποχής τους και αποπειράθηκαν να εφαρμόσουν τις ιδέες τους στην πράξη, αποκτώντας έτσι πολύτιμη γνώση των υλικών και των τεχνικών προϋποθέσεων, αλλά και των ορίων των εγχειρημάτων τους, μια γνώση πολύτιμη για τα μεταγενέστερα σύγχρονα κινήματα. Έτσι, ο Αμπενσούρ κατ’ ουσιάν τοποθετεί τους διάφορους μαρξισμούς, και ειδικά την ανεδαφική τους διακήρυξη περί επιστημονικότητας και «κορύφωσης» του σοσιαλιστικού ιδεώδους, στο τομέα του «αφηρημένου», ενώ τους ουτοπικούς σοσιαλιστές σε μια μακρά παράδοση συγκεκριμένων ουτοπιών που έζησαν και ανέπνευσαν τον αέρα και τις αγωνίες τις εποχής τους. Δεν μίλησαν θεωρητικά αλλά αποπειράθηκαν να περάσουν ενεργά στην πράξη.[11]

Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς ακόμα για όσα παρουσιάζονται στο κεφάλαιο για τον Αμπενσούρ: για τα σχόλια περί των κινδύνων της «απο-χωρικοποίησης» και «χρονοποίησης» της ουτοπίας –φαινόμενο τόσο σύνηθες σήμερα στις συζητήσεις περί ουτοπίας και κοινωνικής χειραφέτησης με τα έμμεσα ή άμεσα μεσσιανικά σύνδρομα–, για τη σχέση των ουτοπικών σοσιαλιστών με τους Μαρξ και Ένγκελς και την μετέπειτα ανάγνωσή τους από τον κυρίαρχο μαρξισμό, για τη σχέση του «νέου ουτοπικού ρεύματος» με τον παιδαγωγικό και ηθικοπλαστικό λόγο. Όμως θα τα αφήσω στην άκρη αυτά, στη γνήσια χαρά της πράξης της ανάγνωσης. Ας μου επιτραπούν εδώ δύο τελευταία σχόλια τα οποία προκύπτουν από το βιβλίο, αλλά δεν εντοπίζονται σε αυτό. Το ένα είναι μια ετερόδοξη συμπλήρωση που θεωρώ ότι πηγάζει από την παρουσίαση του Αμπενσούρ και το άλλο ένα γενικό ερώτημα για την τωρινή συγκυρία.

Για όσες και όσους συμμετέχουν θεωρητικά και πρακτικά σε άλλα πεδία ερευνών πέραν της πολιτικής θεωρίας, έχει καταστεί σαφές ότι οι ουτοπικοί σοσιαλιστές και το «νέο ουτοπικό ρεύμα» ανθρώπων σαν τον Μόρρις κάθε άλλο παρά αφηρημένοι ήταν. Επιθυμών εδώ με μια συμπλήρωση να ισχυροποιήσω την προσέγγιση που παρουσιάζεται μέσω του Αμπενσούρ και ταυτόχρονα να την επαινέσω. Οι ουτοπικοί σοσιαλιστές είναι το θεωρητικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο μιας αμιγώς πρακτικής σφαίρας: αυτήν της αρχιτεκτονικής.Το γεγονός ότι οι ουτοπικοί σοσιαλιστές προσπάθησαν να εφαρμόσουν τις ιδέες τους στην πράξη τούς οδήγησε σε υλικούς πειραματισμούς οι οποίοι αποτέλεσαν κομβικό κομμάτι της αναβάθμισης του επιπέδου ζωής της εργατικής τάξης στον 20ό αιώνα. Αυτές οι απόπειρες σίγουρα δεν ήταν τόσο «ριζοσπαστικές» όσο θα επιθυμούσαν κάποιοι μαρξισμοί. Το γεγονός ότι ο Σαιν-Σιμόν ήταν ο πρώτος που οραματίστηκε τη διάνοιξη της διώρυγας του Παναμά ως τεχνικής προϋπόθεσης μιας χειραφετημένης και απλευθερωμένης ανθρωπότητας, ενώ αυτή σήμερα αποτελεί κομβικό κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου και των συγκρούσεων του δεν είναι άνευ πολιτικής σημασίας. Το ότι οι ιδέες και οι εμπειρίες των φουριερικών, των σιμονικών και των οουενικών έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη της σκέψης του Μόρρις,[12] η οποία με τη σειρά της διαμόρφωσε τις ιδέες περί χώρου του κράτους πρόνοιας στη Βρετανία και στις πρώην αποικίες,[13] δεν μπορεί να περάσει αδιάφορο.

Από τη μία, το αίτιο αυτής της αδιαφορίας είναι ο σύγχρονος αυστηρός επαγγελματικός καταμερισμός μεταξύ «πολιτικών επιστημόνων» που σκέφτονται «αποϋλοποιημένα» και των «πρακτικά προσανατολισμένων» τεχνοκρατών μηχανικών και αρχιτεκτόνων που αγνοούν τις πολιτικές προϋποθέσεις της πρακτικής τους. Από την άλλη, είναι και η συστηματική συκοφάντηση των ουτοπικών σοσιαλιστών ως «ανώριμων» αερολόγων. Οι ιδέες τους και είχαν τεράστιο υλικό αποτύπωμα και ήταν κομμάτι των κινημάτων της εποχής τους και των εποχών που ήρθαν μετά. Όσο «πραγματικά» μέρη του εργατικού κινήματος ήταν ο μπολσεβικισμός και ο αναρχισμός, άλλο τόσο ήταν και ο σοσιαλισμός των χριστιανών σοσιαλιστών, των χαρτιστών και των σωματείων των πρώιμων Εργατικών. Οι ουτοπικοί σοσιαλιστές θέτουν πρώτοι το ζήτημα της τεχνικής υποδομής της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Είναι ακριβώς αυτοί οι υλικοί πειραματισμοί που συνεισέφεραν σε μια σοσιαλιστική αντίληψη ως «απελευθέρωση από τη σπάνη». Ο Αμπενσούρ στρέφει την προσοχή μας σε μια σύλληψη της ουτοπίας ως υλικής και ταυτόχρονα πολιτικής πραγματικότητας η οποία στον «μακρύ ιστορικό χρόνο» έχει απρόσμενες και επίμονες απολήξεις. Συνεπώς δεν μπορεί να αγνοηθεί ως μια «αποτυχημένη» ή ξεχασμένη στιγμή στον χρόνο. Η συνέχεια ενός κινήματος δεν είναι μια πράξη διατήρησης της αυθεντικότητας ή «φιλτραρίσματος» της πολιτικής παράδοσης, αλλά μια διαρκής κριτική συσχέτιση με αυτή. Θεωρώ συνεπώς ότι αυτό το βιβλίο πρέπει να διαβαστεί όχι μόνο από πολιτικούς επιστήμονες και «φιλοσόφους», αλλά και από όσους είναι τεχνικά καταρτισμένοι και ενδιαφέρονται πολιτικά για τις πολιτικές προϋποθέσεις και απολήξεις του τεχνικού κόσμου.

Από αυτό το σχόλιο περνάω στην κατακλείδα μου, η οποία είναι ένας προβληματισμός που μου γεννήθηκε διαβάζοντας και όχι ένας προβληματισμός τον οποίο προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο. Ο τόμος του Ουτοπία και χειραφέτηση παρουσιάζει κομβικούς σταθμούς της ουτοπικής θεωρίας του 20ού αιώνα. Περνώντας τις σελίδες του δεν μπορεί να μην υπάρξει συγκίνηση, θαυμασμός και λαχτάρα για αυτή την πλούσια πορεία σκέψης που έθεσε μπροστά της το δύσκολο έργο να επιχειρηματολογήσει φιλοσοφικά υπέρ του ονείρου της κοινωνικής ελευθερίας. Ο τόμος είναι παραπάνω από πειστικός ως προς την πολιτική σημασία, την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα της ουτοπίας. Τίθεται συνεπώς το εξής ερώτημα: ποια είναι η ουτοπική θεωρία σήμερα; Ή αντίστροφα: είναι αυτή η ουτοπική θεωρία αρκετή για το σήμερα;

Στο σύνολό τους, οι ουτοπικές θεωρίες που παρουσιάζονται εδώ έχουν τον 20ό αιώνα από τις αρχές του μέχρι το τέλος του είτε ως ιστορικό πλαίσιο της διαμόρφωσής τους είτε ως σημείο αναφοράς. Οι προβληματισμοί των ουτοπικών σοσιαλιστών πάνε ακόμα πιο πίσω, στον 19ο αιώνα. Τα διάφορα εννοιολογικά ζεύγη που συγκροτούν οι θεωρίες –ιδεολογία και ουτοπία, ουτοπία της τάξης και ουτοπία της ελευθερίας, ουτοπίες της φυγής και ουτοπίες της συγκρότησης– αποτελούσαν εννοιολογικά ζεύγη προϊόντα μιας συγκεκριμένης εποχής. Για παράδειγμα, το ζεύγος ουτοπία της τάξης και ουτοπία της ελευθερίας ήταν ένα ζεύγος που αντιστοιχούσε σε μια εποχή δημοκρατικών και ολοκληρωτικών ή αυταρχικών τάσεων, όπου τόσο στην «Ανατολή» όσο και στη «Δύση» δίνονταν λυσσαλέοι κοινωνικοί αγώνες που φαντάζονταν ένα μέλλον δημοκρατικοποίησης της κοινωνικής ζωής. Το κράτος ερμηνευόταν –μεταξύ άλλων– ως ένας μηχανισμός ιδεολογίας που έχει στραμμένη τη ματιά του στη διατήρηση του υπάρχοντος, αποστρεφόμενο την «κριτική απόσταση του μέλλοντος», δηλαδή την ουτοπία.

Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς τόσο στην αρχή της «ανθρωπολογικής σταθεράς της ουτοπίας» όσο και στην αρχή της «ιστορικοποίησής» της ανά συγκυρία, τίθεται το ερώτημα του ποια ουτοπική θεωρία μάς αναλογεί σήμερα. Η ουτοπία –αυτό τονίζεται πολλές φορές, και δικαίως, στο βιβλίο– αφορά στόχους και περιεχόμενα, προβληματισμούς των καταπιεσμένων στο σήμερα για το αύριο. Σήμερα λοιπόν η Νέα Δεξιά ονειρεύεται μεγαλομανώς, σαγηνεύει, κατακτάει το αύριο: οι τραμπικοί ονειρεύονται τα Freedom Cities, την ανάπτυξη της τεχνολογίας σε νέα επίπεδα που θα δώσει νέα καταναλωτικά/απολαυσιακά –και στρατιωτικά– προϊόντα. Η Κίνα, αν και ολοκληρωτικό καθεστώς, επιδεικνύει έναν εξαιρετικό δυναμισμό που ξεπερνά κατά πολύ το οικονομικό σκέλος. Οι τεχνολογίες της και οι πολιτικές που τις συνοδεύουν, ειδικά στο περιβαλλοντικό ζήτημα που σήμερα θεωρείται κρίσιμο, υπόσχονται λύσεις –ή παρουσιάζονται ως τέτοιες– προκαλώντας θαυμασμό και μια αίσθηση ορμής προς το μέλλον. Τα όνειρα τους αναμφίβολα έχουν καταστροφικές προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθούν. Οι θεωρητικές επεξεργασίες της ουτοπίας του 20ού αιώνα, ειδικά αυτές του πρώτου μισού του, στοχάζονταν το μέλλον ως κριτική ματιά του παρόντος από τη σκοπιά της χειραφέτησης στον βαθμό που τα κοινωνικά κινήματα χειραφέτησης ήταν αυτά που κινούσαν την ιστορία προς τα εμπρός. Σήμερα τα κινήματα βρίσκονται σε θέση άμυνας, συρρικνωμένα. Σχεδόν παντού υποστηρίζουν μια διατήρηση του παρόντος καθώς το μέλλον μοιάζει χειρότερο. Αν η ουτοπία είναι κάτι που μας χρειάζεται, καθώς μια κοινωνία χωρίς αυτή είναι μια κοινωνία χωρίς στόχους, το ερώτημα του ποια είναι η ουτοπική θεωρία σήμερα, πώς μπορεί να κινητοποιήσει τις μάζες ως «μαιευτική» και ποια είναι η κριτική σχέση με το παρελθόν της γίνεται ιδιαίτερα πιεστικό. Είναι άραγε η δυστοπική πολιτική λογοτεχνία ο ουτοπισμός της εποχής μας που λειτουργεί σαν «κραυγή κινδύνου» για το μέλλον; Μπορεί αυτή να εμπνεύσει ή μας παραλύει περισσότερο; Είναι άραγε αυτή αρκετή; Το Ουτοπία και χειραφέτηση είναι ένα αναγκαίο βιβλίο μεθοδολογικά για να προχωρήσουμε σε αυτούς τους προβληματισμούς, καθώς το ίδιο δεν μεταχειρίζεται το περιεχόμενό του ως μια αυθεντική παράδοση αλλά ακριβώς ως κριτική διαμπραγμάτευση. Θα πρέπει να ευχόμαστε να γραφτούν και άλλα σαν αυτό.


[1] Frank E. Manuel & Fritzie P. Manuel, Utopian Thought in the Western World, Χάρβαρντ: Belknap Press, 1979.

[2] W.H.G. Armytage, Heavens Below: Utopian Experiments in England 1560-1960, Λονδίνο: Routledge & Kegan Paul, 1961.

[3] Ενδεικτικά, βλ. Στέφανος Ροζάνης, Η ουτοπία και οι είκονες της, Αθήνα: Έρμα, 2014· Σάββας Μιχαήλ, Μορφές του μεσσιανικού: Ντυμπούκ – Ταλμούδ – Σπινόζα – Ελιγιά – Καΐμη  – Εμπειρίκος – Τσέλαν – Μπλοχ – Μπένγιαμιν – Λεβί , Αθήνα: Άγρα, 1999· Σάββας Κονταράτος, Ουτοπία και πολεοδομία: Δοκίμιο για την ιστορία και τη θεωρία των προθέσεων του πολεοδομικού σχεδιασμού, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), 2014· Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, «Μύθος και βία στη σκέψη του Ζωρζ Σορέλ», Λεβιάθαν, τχ. 16, 1996, σ. 167-182.

[4] Βίκυ Ιακώβου, Ουτοπία και χειραφέτηση: Αμπενσούρ, Ρικέρ, Μπλοχ, Μπένγιαμιν, Αθήνα: Εκκρεμές, 2025, σ. 49.

[5] Στο ίδιο, σ. 195-199.

[6] Βίκυ Ιακώβου, «Μια κοινωνία χωρίς ουτοπία θα ήταν μια κοινωνία χωρίς στόχους. Για την έννοια της ουτοπίας στον Ρικέρ», Νέα Εστία, τχ. 1847 (Αφιέρωμα στον Πωλ Ρικέρ), Σεπτέμβριος 2011, σ. 282-303.

[7] Βίκυ Ιακώβου, Ουτοπία και χειραφέτηση, ό.π., σ. 127.

[8] Έγελος, Φαινομενολογία του νου, μτφρ. Γιώργος Φαράκλας,Αθήνα: Εστία, 2007, σ. 548.

[9] Σιμόν ντε Μπωβουάρ, Για μια ηθική της αμφισβήτησης, μτφρ. Καρίνα Λάμψα, Αθήνα: Γλάρος, 1984, σ. 10.

[10] Ιακώβου, Ουτοπία και χειραφέτηση, ό.π., σ. 97-107.

[11] Στο ίδιο, σ. 75 και 87.

[12] Βλ. τη σειρά άρθρων των William Morris & E. Belford Bax, Socialism from the Root up, κεφάλαιο XIII, «The Utopists: Owen, Saint Simon, and Fourier,» Commonweal, τχ. 2(42), Οκτώβριος 1886, σ. 242–243.

[13] Για μια συνολική αποτίμηση αυτής της παράδοσης, βλ. Duncan Bowie, The Radical and Socialist Tradition in British Planning: From Puritan Colonies to Garden Cities, Λονδίνο: Routledge, 2017.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine