Βιβλίο Συνεντεύξεις

χόλι μάουντεν: μια συνέντευξη με τον Νίκο Βεργέτη

από kaboomzine

Τον περασμένο Δεκέμβρη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέλευθος το πρώτο βιβλίο του Νίκου Βεργέτη. Μία νουβέλα υπό τη μορφή παραληρηματικού μονολόγου, στην οποία ο ετοιμοθάνατος αφηγητής από το κρεβάτι του νοσοκομείου αφηγείται αποσπάσματα από τη ζωή του, αλήθειες, ψέματα, σημαντικά ή ασήμαντα γεγονότα που καθόρισαν την ύπαρξή του. Το βιβλίο το υποδέχθηκε θερμά το αναγνωστικό κοινό, εμείς το διαβάσαμε και το λατρέψαμε και ζητήσαμε από τον συγγραφέα να μας λύσει κάποιες απορίες σχετικά με το βιβλίο και τη σχέση του με την ανάγνωση και τη συγγραφή.

 Πώς προέκυψε το  Χόλι Μάουντεν;

Μέσα σε 3-4 μέρες, στις Βρυξέλλες. Ξεκίνησε ως ένας ύμνος στο ψέμα, ή έστω ως μία προσπάθεια ανίχνευσης της σχέσης αλήθειας-ψέματος και οδηγήθηκε χωρίς να το πολυκαταλάβω σε έναν μονόλογο ενός ετοιμοθάνατου.

Το γράψιμο είναι για σένα εσωτερική ανάγκη; Γράφεις σε καθημερινή βάση;

Το διάβασμα και οι ανθρώπινες σχέσεις είναι για ‘μενα εσωτερική ανάγκη. Το γράψιμο είναι ένα ξεμπούκωμα συναισθημάτων, μία κραυγή επικοινωνίας –ενίοτε απελπισμένη–, ένα ηφαίστειο που πρέπει να ξεσπάσει στο σωστό χρόνο, όταν οι υδρατμοί που έχουν συσσωρευθεί δεν του αφήνουν άλλη επιλογή.

Σε όλο το βιβλίο ο αφηγητής έχει μία περίεργη σχέση με την αλήθεια και το ψέμα. Εσένα ποια είναι η σχέση σου με την αλήθεια και το ψέμα; Είναι καμία από τις ιστορίες που αναφέρεις αυτοαναφορική;

Οι περισσότερες ιστορίες που αναφέρω είναι αυτοαναφορικές, συνοδευόμενες όμως από μία γερή δόση μυθοπλαστικής σαλτσούλας. Όσον αφορά στο κατ’ εμέ ψευτοδίπολο αλήθεια-ψέμα, όπως γράφω και στο χόλι μάουντεν: «άκου τώρα και κάτι ακόμα απ’ την περίοδο της ασημαντότητας, πλάκα είχε κι αυτή η περίοδος, παρατηρούσα τα πάντα σαν επιστήμονας με μάτι αετίσιο ψάχνοντας να βρω κάτι χειροπιαστό, ένας ιντιάνα τζόουνς στο βωμό της αλήθειας, ωραία εποχή, αρκετά αργότερα κατάλαβα ότι η αλήθεια και το ψέμα πιάνονται απ’ το χέρι και πάνε περίπατο παρέα, δυο εραστές που απορούν με τη μανία των τρίτων να τους χωρίσουν, να τους βάλουν λόγια, σαν το ερωτευμένο ζευγάρι που προσπαθούν να το πείσουν ότι είναι αταίριαστο και αυτό χαμογελάει ειρωνικά με την άγνοιά τους ξέροντας ότι γεννήθηκαν για να συνυπάρχουν, ένα τέτοιο πράμα που λες είναι η αλήθεια και το ψέμα».

Ποιοι συγγραφείς θεωρείς ότι σε διαμόρφωσαν/ σε έχουν επηρεάσει περισσότερο; Ή τέλος πάντων ποιους σου αρέσει να διαβάζεις;

Μπολάνιο, Λειβαδίτης, Πισαρνίκ, Ροδοστόγλου, Ροτ, Τάιμπο, Τσέχοφ, Φερέ, Μπουτζάτι, Μούτις, Βακαλόπουλος, Κορτάσαρ, Μπουλγκάκοφ, Μπράντμπερι, Νέουμαν, Λόντον...

Κάπου στο βιβλίο αναφέρεις μια φράση του Τσβάιχ «Με το βιβλίο πολεμάμε το εφήμερο και τη λήθη». Αυτό το λες αναφορικά με τα βιβλία που διαβάζεις. Ισχύει και για τα βιβλία που γράφεις; Εσύ γιατί γράφεις;

Όντως ο Τσβάιχ έχει πει την παραπάνω φράση. Όμως ο Μπόρχες στο αριστουργηματικό του διήγημα «Φούνες ο μνήμων», σκιαγραφώντας έναν ήρωα που πάσχει από υπερμνησία και οδηγείται στην τρέλα, καταλήγει στο ότι η η λήθη δεν πρέπει να πολεμηθεί, αλλά να συνυπάρχει με τη μνήμη για να της δίνει αξία. Οι δύο αυτές όμορφες απόψεις μοιάζουν αντικρουόμενες, όμως για ‘μενα μπορούν να συνυπάρξουν.  Έτσι κι εγώ, θέλω να  γράφω όχι για να ξεδιαλύνω το όποιο μπέρδεμα, αλλά για να χάνομαι μέσα του. Θέλω η γραφή μου να ποτίζεται απ’ την ευγένεια των αμφιβολιών και των αβεβαιοτήτων, να πολεμάει την αγένεια της σιγουριάς και του διδακτισμού.

Ο αφηγητής του μονολόγου στο βιβλίο σου είναι ετοιμοθάνατος και κάνει απολογισμό της ζωής του. Δύσκολο να πιστέψουμε ότι έχεις τοποθετήσει τον εαυτό σου στη θέση του αφηγητή. Οπότε: θα έκανες παρέα με τον ήρωα που δημιούργησες;

Με τον τρόπο μου έχω τοποθετήσει τον εαυτό μου στη θέση του αφηγητή. Όπως και να ‘χει, σαφώς και θα έκανα παρέα με τον ήρωα του χόλι μάουντεν, γιατί όπως γράφω και στο βιβλίο: «έτσι κι αλλιώς πάντα με τους χαμένους ήμουνα, αυτούς που προχωρούσαν, ξανάπεφταν, ξανασηκωνόντουσαν, μετανιώνανε, βουτηγμένοι στα λάθη ζητούσαν συγγνώμη μέσα στη δυστυχοευτυχία τους, πνίγανε τις πίκρες τους σε καμιά μπάρα και μετά ξαναπροσπαθούσαν να φτάσουν την ουτοπία που σιγά μην την έφταναν, αλλά εκεί αυτοί, ωραίοι άνθρωποι, απ’ αυτούς έχεις να μάθεις κι όχι απ’ τους νικητές και τους πετυχημένους, αυτούς τους βαριέσαι στο τέταρτο απάνω, σου λένε με ποιον τρόπο ξεπέρασαν τις κατραπακιές και τα εμπόδια και πώς στο τέλος φυσικά τα κατάφεραν, και όταν ακούς από κάποιον ότι τα κατάφερε αυτό σημαίνει γκέιμ όβερ, μετά ίνσερτ κόιν και πάμε γι’ άλλα, ενώ αυτοί που σου λέω εγώ, οι χαμένοι, ποτέ δεν τα κατάφεραν, οπότε ούτε γκέιμ όβερ ούτε κέρμα χρειάζεται να ρίξεις, μ’ ένα κέρμα μπορείς να παίζεις μια ζωή».

Στο βιβλίο «ακούγεται» λίγος Miles Davis. Τι άλλο soundtrack έχεις στο μυαλό σου ότι ταιριάζει στον μονόλογο αυτόν;

Μοa Bones, Chet Baker, Διάφανα Κρίνα, Αntony and the Johnsons, Black Angels, Tσιτσάνης, Dead Brothers…

Τι είναι τελικά το Χόλι Μάουντεν;

Το παιχνίδι με το Χρόνο. Ή για να γίνω πιο σαφής, η συμπύκνωση του Χρόνου και η ύστατη προσπάθεια ενός ετοιμοθάνατου μέσα σε αυτή τη συνθήκη να παραμείνει Άνθρωπος με τα κακά και τα καλά που αυτό συνεπάγεται. Η βαθιά πίστη στον Άνθρωπο.

Άλλαξε καθόλου η αντιμετώπισή σου απέναντι στο βιβλίο ή απέναντι στη γραφή ως διαδικασία από τότε που εκδόθηκε; Πώς σου φάνηκε το ότι διάβασαν τόσοι άνθρωποι το βιβλίο σου, πώς ήταν η ανταπόκριση, οι κριτικές;

Το βιβλίο δεν γράφτηκε για να το διαβάζω μόνος μου. Ως εκ τούτου, φυσικά και χάρηκα απ΄ την ανταπόκριση που είχε. Το γεγονός ότι ένα βιβλίο που γράφτηκε μέσα απ’ το πρίσμα της πίστης στην ανθρώπινη συντροφικότητα, συνεχίζει μετά την έκδοσή του να με φέρνει σε βαθιά και ουσιαστική επαφή με ανθρώπους που γνωρίζω λόγω του χόλι μάουντεν, δεν μπορεί παρά να μου δίνει χαρά και να με γεμίζει κουράγιο στον μακρύ και πανέμορφο δρόμο προς την Ουτοπία.

Το βιογραφικό σου λέει «Ο Νίκος Βεργέτης ζει και εργάζεται στην Αθήνα». Αυτό. Γιατί τόσο λιτό;

Επειδή πιστεύω ότι στη λογοτεχνία, όσα λιγότερα ξέρεις ως αναγνώστης για τον/την συγγραφέα, τόσο περισσότερο ανοιχτός είσαι απέναντι στο ίδιο το κείμενο, τόσο πιο εύκολα μπορείς να βουτήξεις μέσα του.

Φωτογραφία: Βικτώρια Άλεξ

Γράφεις κάτι αυτή την περίοδο; Ετοιμάζεις κάτι μετά το χόλι μάουντεν;

Ναι. Και θέλω να του δώσω το χρόνο που μου υποδεικνύει το ίδιο το κείμενο ότι του αναλογεί.

Τι διαβάζεις τώρα; Και ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σε συγκλόνισε;

Τώρα διαβάζω τις Νυχτερινές ικεσίες του Γκαμπόα και την ποιητική συλλογή του Κάρβερ Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο.  Τα τελευταία βιβλία που με συγκλόνισαν είναι Ο ταξιδιώτης του αιώνα του Άντρες Νέουμαν και το Ούτις του Σαμψών Ρακά.

Τη συνέντευξη πήρε για το Kaboom η Εύα Πλιάκου.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine