Θεωρία

Η ενδόρρηξη του νοήματος στα ΜΜΕ (J. Baudrillard)

από kaboomzine

Μια μικρή, σχετική με τη θεματική του πέμπτου τεύχους μας, προδημοσίευση από το βιβλίο του Jean Baudrillard  (1929-2007) Ομοιώματα και προσομοίωση, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πλέθρον τον Φεβρουάριο, σε μετάφραση του συνεργάτη μας Στέφανου Ρέγκα. 

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχει όλο και περισσότερη πληροφορία και όλο και λιγότερο νόημα.

Τρεις υποθέσεις:

– είτε η πληροφορία παράγει νόημα (παράγοντας αρνητικής εντροπίας), μα δεν κατορθώνει να αντισταθμίσει τη βάναυση απώλεια σημασίας σε όλα τα πεδία. Παρά την προσπάθεια επανεισροής μηνυμάτων και περιεχομένων μέσω των ΜΜΕ, η απώλεια και η καταβρόχθιση του νοήματος εκτυλίσσονται γρηγορότερα από την επανεισροή του. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει κανείς να προσφύγει σε μια παραγωγικότητα της βάσης, που θα πάρει το βάρος από τα εξασθενημένα ΜΜΕ. Συναντάμε εδώ όλη την ιδεολογία της ελευθερίας του λόγου, των ΜΜΕ που έχουν πολλαπλασιαστεί σε αμέτρητα μεμονωμένα κύτταρα εκπομπής, ακόμα και σε «αντι-ΜΜΕ» (πειρατικό ραδιόφωνο, κ.λπ.).

– είτε η πληροφορία δεν έχει καμία σχέση με τη σημασία. Η πληροφορία είναι κάτι άλλο, ένα διεργασιακό μοντέλο μιας άλλης τάξης, εξωτερικό ως προς το νόημα και την κυκλοφορία του νοήματος με την αυστηρή έννοια. Αυτή είναι η υπόθεση του Shannon: [1] μιας πληροφοριακής σφαίρας καθαρά εργαλειακής, τεχνικού μέσου που δεν συνεπάγεται καμία τελικότητα του νοήματος και που συνεπώς δεν πρέπει κι η ίδια να εμπλέκεται σε αξιακές κρίσεις. Κάτι σαν κώδικας, για παραδείγμα σαν τον γενετικό κώδικα: είναι αυτό που είναι, λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, το νόημα είναι κάτι διαφορετικό και κατά κάποιον τρόπο έπεται, όπως το θέτει για παράδειγμα ο Monod στο έργο του Η τύχη και η αναγκαιότητα. [2] Στην περίπτωση αυτή, πολύ απλά δεν θα υπήρχε σημαντική [significative] σχέση μεταξύ του πληθωρισμού της πληροφορίας και του αποπληθωρισμού του νοήματος.

– είτε υφίσταται, αντιθέτως, μια στενή και αναγκαία συσχέτιση μεταξύ των δύο μεγεθών, στον βαθμό που η πληροφορία καταστρέφει ή εξουδετερώνει ευθέως το νόημα και τη σημασία. Η απώλεια του νοήματος συνδέεται ευθέως με τη διαλυτική, αποτρεπτική δράση της πληροφορίας, των ΜΜΕ και των μαζικών ΜΜΕ.

Η τελευταία υπόθεση είναι η πιο ενδιαφέρουσα, αλλά εναντιώνεται σε κάθε παραδεδεγμένη άποψη. Η κοινωνικοποίηση υπολογίζεται παντού με βάση την έκθεση στα μηνύματα των ΜΜΕ. Ο αποκοινωνικοποιημένος –δυνητικά ακόμα και ακοινωνικός– είναι αυτός που δεν εκτίθεται επαρκώς στα ΜΜΕ. Παντού υποτίθεται ότι η πληροφορία παράγει μια επιταχυμένη κυκλοφορία του νοήματος, μια υπεραξία νοήματος ομόλογη της οικονομικής υπεραξίας που προέρχεται από την επιταχυνόμενη περιστροφή του κεφαλαίου. Θεωρείται δεδομένο ότι η πληροφορία δημιουργεί επικοινωνία, και ακόμη κι αν η σπατάλη είναι τεράστια, εντούτοις οι πάντες συναινούν στο ότι υπάρχει τελικά ένα πλεόνασμα νοήματος, το οποίο αναδιανέμεται σε όλα τα διάκενα του κοινωνικού –ακριβώς όπως οι πάντες συναινούν στο ότι η υλική παραγωγή, παρά τις δυσλειτουργίες και τους παραλογισμούς της, οδηγεί παρ' όλα αυτά σε μια περίσσεια πλούτου και κοινωνικής σκοπιμότητας. Στον μύθο αυτόν συναινούμε όλοι. Είναι το άλφα και το ωμέγα της νεωτερικότητάς μας, και χωρίς αυτόν η αξιοπιστία της κοινωνικής μας οργάνωσης θα κατέρρεε. Μα είναι γεγονός ότι καταρρέει, και μάλιστα γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο. Αφού νομίζουμε ότι η πληροφορία παράγει νόημα, ενώ συμβαίνει το αντίθετο.

Η πληροφορία καταβροχθίζει τα ίδια της τα περιεχόμενα. Καταβροχθίζει την επικοινωνία και το κοινωνικό. Κι αυτό για δύο λόγους.

  1. Αντί να επιτρέπει την επικοινωνία, εξαντλείται στη σκηνοθεσία της επικοινωνίας. Αντί να παράγει νόημα, εξαντλείται στη σκηνοθεσία του νοήματος. Γιγαντιαία διαδικασία προσομοίωσης, την οποία γνωρίζουμε καλά. Η αδόμητη συνέντευξη, οι συνομιλίες, τα τηλεφωνήματα ακροατών, η συμμετοχή σε κάθε επίπεδο, ο εκβιασμός μέσω της ομιλίας: «νοιάζεστε», «εσείς είστε το συμβάν», κ.λπ. Η πληροφορία κατακλύζεται ολοένα και περισσότερο από αυτό το είδος φασματικού περιεχομένου, ομοιοπαθητικού μοσχεύματος, ονειροπόλησης της επικοινωνίας. Κυκλική διάταξη όπου σκηνοθετείται η επιθυμία του ακροατηρίου, αντιθέατρο της επικοινωνίας το οποίο, όπως είναι γνωστό, δεν αποτελεί παρά την αρνητική ανακύκλωση του παραδοσιακού θεσμού, το ολοκληρωμένο κύκλωμα του αρνητικού. Τεράστιες ενέργειες εκδιπλώνονται για να συντηρηθεί αυτό το ομοίωμα, για να αποφευχθεί η βάναυση αποπροσομοίωση που θα αντιμετωπίζαμε ενώπιον της προφανούς πραγματικότητας μιας ριζικής απώλειας του νοήματος.

Ανώφελο το να αναρωτιέται κανείς εάν είναι η απώλεια επικοινωνίας που συνεπέφερε αυτόν τον υπερθεματισμό του ομοιώματος, ή εάν το ομοίωμα βρίσκεται εξαρχής εκεί με σκοπό την αποτροπή και το προληπτικό βραχυκύκλωμα κάθε δυνατότητας επικοινωνίας (προήγηση του μοντέλου που δίνει τέλος στο πραγματικό). Ανώφελο το να αναρωτιέται κανείς ποιος όρος έρχεται πρώτος γιατί δεν υπάρχει πρώτος όρος, πρόκειται για μια κυκλική διαδικασία –διαδικασία της προσομοίωσης, διαδικασία του υπερπραγματικού. Υπερπραγματικότητα της επικοινωνίας και του νοήματος. Πραγματικότερο από το πραγματικό, αυτός είναι ο τρόπος κατάργησης του πραγματικού.

Έτσι τόσο η επικοινωνία όσο και το κοινωνικό λειτουργούν σε κλειστό κύκλωμα, σαν δόλωμα –στο οποίο αποδίδεται επιπλέον η ισχύς ενός μύθου. Η εμπιστοσύνη και η πίστη στην πληροφορία συνοδεύουν αυτή την ταυτολογική απόδειξη που παρέχει το σύστημα για τον εαυτό του, αναδιπλασιάζοντας μια απροσπέλαστη πραγματικότητα μέσα στα σημεία.

Μα θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η πίστη είναι τόσο αμφίσημη όσο εκείνη που συνόδευε τους μύθους στις αρχαϊκές κοινωνίες. Πιστεύουμε και δεν πιστεύουμε ταυτόχρονα. Δεν θέτουμε το ερώτημα. «Το ξέρω καλά, ωστόσο…» Ένα είδος αντίστροφης προσομοίωσης απαντάται στις μάζες, στον καθέναν από εμάς, ανταποκρινόμενο σε αυτή την προσομοίωση νοήματος και επικοινωνίας όπου μάς εγκλείει αυτό το σύστημα. Η ταυτολογία του συστήματος ανταπαντάται με την αμφιθυμία, η αποτροπή ανταπαντάται με την απαρέσκεια ή με μια πίστη που παραμένει πάντοτε αινιγματική. Ο μύθος υφίσταται, μα οφείλει κανείς να αποφύγει να πιστέψει ότι οι άνθρωποι πιστεύουν σε αυτόν: εκεί έγκειται η παγίδα της κριτικής σκέψης, η οποία δεν μπορεί παρά να ασκείται επί μιας προϋπόθεσης αφέλειας και ηλιθιότητας των μαζών.

  1. Πίσω από αυτή την παροξυμένη σκηνοθεσία της επικοινωνίας, τα μαζικά ΜΜΕ και η πληροφοριακή πίεση επιδιώκουν μια ακαταμάχητη αποδόμηση του κοινωνικού.

Έτσι η πληροφορία διαλύει το νόημα και διαλύει το κοινωνικό, μέσα σε ένα είδος νεφελώματος που δεν προσανατολίζεται καθόλου προς μια αύξηση της καινοτομίας, μα αντιθέτως προς την πλήρη εντροπία. [3]

Έτσι τα ΜΜΕ επιφέρουν όχι την κοινωνικοποίηση, μα αντιθέτως την ενδόρρηξη του κοινωνικού μέσα στις μάζες. Αυτό δεν συνιστά παρά την μακροσκοπική προέκταση της ενδόρρηξης του νοήματος στο μικροσκοπικό επίπεδο του σημείου, η οποία πρέπει να αναλυθεί στη βάση της διατύπωσης του McLuhan το μέσον είναι μήνυμα [4] –διατύπωση της οποίας τις συνέπειες δεν έχουμε καθόλου εξαντλήσει.

Το νόημα της ρήσης του McLuhan είναι ότι όλα τα νοηματικά περιεχόμενα έχουν απορροφηθεί στη μοναδική κυρίαρχη μορφή του μέσου. Μόνο το μέσο συνιστά συμβάν –όποια κι αν είναι τα περιεχόμενα, κομφορμιστικά ή ανατρεπτικά. Σοβαρό πρόβλημα για κάθε είδους αντιπληροφόρηση, πειρατικά ραδιόφωνα, αντιμέσα κ.λπ. Μα υπάρχει και μια ακόμα πιο καίρια συνέπεια, την οποία δεν κατανόησε ούτε ο ίδιος ο McLuhan. Γιατί πέραν αυτής της ουδετεροποίησης όλων των περιεχομένων, θα μπορούσε να υπάρχει ακόμα η ελπίδα να χρησιμοποιήσει κανείς το μέσο στα πλαίσια της μορφής του και να μεταμορφώσει το πραγματικό αξιοποιώντας τον αντίκτυπο του μέσου ως μορφής. Ακόμα κι αν έχουν καταλυθεί όλα τα περιεχόμενα, ίσως ενυπάρχει ακόμα μια επαναστατική, ανατρεπτική αξία χρήσης του μέσου ως τέτοιου. Όμως –και εκεί οδηγεί η διατύπωση του McLuhan, εάν την ωθήσουμε στα λογικά της όρια– δεν υπάρχει μόνο ενδόρρηξη του μηνύματος εντός του μέσου· η ίδια κίνηση εμπεριέχει την ενδόρρηξη του ίδιου του μέσου εντός του πραγματικού, ενδόρρηξη του μέσου και του πραγματικού, μέσα σε κάτι σαν υπερπραγματικό νεφέλωμα, όπου ακόμα και ο ορισμός, όπως και η διακριτή δράση του μέσου, δεν είναι πλέον δυνατόν να εντοπιστούν.

Ακόμα και το «παραδοσιακό» καθεστώς των –χαρακτηριστικών της νεωτερικότητας– ΜΜΕ τίθεται εν αμφιβόλω. Η διατύπωση του McLuhan, το μέσο είναι μήνυμα, που είναι η διατύπωση-κλειδί για την εποχή της προσομοίωσης (το μέσο είναι το μήνυμα – ο πομπός είναι ο δέκτης – κυκλικότητα όλων των πόλων – τέλος του πανοπτικού και προοπτικού χώρου – όλα αυτά είναι το άλφα και το ωμέγα της δικής μας νεωτερικότητας), αυτή η διατύπωση πρέπει να γίνει αντιληπτή στο όριό της όπου, αφού όλα τα περιεχόμενα και τα μηνύματα εξαερωθούν εντός του μέσου, το ίδιο το μέσο ως τέτοιο εξαερώνεται. Κατά βάθος, το μήνυμα παρέχει ακόμα στο μέσο τα διαπιστευτήριά του, του παρέχει το προσδιορισμένο, διακριτό καθεστώς του διαμεσολαβητή της επικοινωνίας. Εάν απουσιάζει το μήνυμα, το μέσο πέφτει στην αοριστία που χαρακτηρίζει όλα μας τα μεγάλα συστήματα κρίσης και αξίας. Ένα και μόνο μοντέλο, του οποίου η αποτελεσματικότητα είναι άμεση, παράγει ταυτόχρονα το μήνυμα, το μέσο και το «πραγματικό».

Πραγματικά, η ρήση το μέσο είναι μήνυμα δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος του μηνύματος, μα και το τέλος του μέσου. Δεν υπάρχουν πλέον μέσα με την κυριολεκτική έννοια του όρου (αναφέρομαι κυρίως στα μαζικά ηλεκτρονικά μέσα) –δηλαδή ως αρχές διαμεσολάβησης [instance médiatrice] μεταξύ μιας πραγματικότητας και μιας άλλης, μεταξύ μιας κατάστασης του πραγματικού και μιας άλλης. Ούτε στα περιεχόμενα, ούτε στη μορφή. Αυτή είναι η αυστηρή σημασία της ενδόρρηξης. Απορρόφηση του ενός πόλου στον άλλον, βραχυκύκλωμα μεταξύ των πόλων κάθε διαφορικού νοηματικού συστήματος, σύνθλιψη των διακριτών όρων και των διακριτών αντιθέσεων, στις οποίες ανήκει και αυτή μεταξύ του μέσου και του πραγματικού –έτσι ώστε κάθε διαμεσολάβηση, κάθε διαλεκτική παρέμβαση μεταξύ τους ή από το ένα στο άλλο να καθίσταται αδύνατη. Κυκλικότητα όλων των μιντιακών φαινομένων. Αδυνατότητα ενός νοήματος, με την κυριολεκτική έννοια του μονοκατευθυντικού διανύσματος που οδηγεί από έναν πόλο σε έναν άλλο. [5] Πρέπει να συλλογιστούμε αυτή την κρίσιμη μα πρωτότυπη κατάσταση μέχρι τα άκρα: είναι η μόνη που μάς έχει απομείνει. Ανώφελο να ονειρεύεται κανείς μια επανάσταση μέσω των περιεχομένων, ανώφελο να ονειρεύεται μια επανάσταση μέσω της φόρμας, αφού το μέσο και το πραγματικό συναποτελούν εφεξής ένα και το αυτό νεφέλωμα, μη αποκρυπτογραφήσιμο μέσα στην αλήθεια του.

Αυτή η διαπίστωση ενδόρρηξης των περιεχομένων, απορρόφησης του νοήματος, ξεθωριάσματος του ίδιου του μέσου, απαλοιφής κάθε διαλεκτικής της επικοινωνίας σε μια συνολική κυκλικότητα του μοντέλου, ενδόρρηξης του κοινωνικού μέσα στις μάζες, ίσως να μοιάζει καταστροφολογική και απελπισμένη. Μα είναι τέτοια μόνο υπό το πρίσμα του ιδεαλισμού που κυριαρχεί στην εικόνα που έχουμε για την πληροφορία. Ζούμε όλοι εντός ενός ξέφρενου ιδεαλισμού του νοήματος και της επικοινωνίας, ενός ιδεαλισμού της επικοινωνίας μέσω του νοήματος και, υπό αυτή την προοπτική, αυτό που μάς παραμονεύει είναι βεβαίως η καταστροφή του νοήματος.

Μα θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως ο όρος «καταστροφή» έχει αυτό το «καταστροφολογικό» νόημα του τέλους και της εκμηδένισης μόνο στα πλαίσια ενός γραμμικού οράματος συσσώρευσης και παραγωγικής τελικότητας που μάς επιβάλλει το σύστημα. Ετυμολογικά, ο ίδιος ο όρος αναφέρεται απλώς στην καμπυλότητα, στην περιέλιξη προς το κάτω μέρος ενός κύκλου που οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ορίζοντα του γεγονότος», [6] σε έναν αξεπέραστο ορίζοντα νοήματος: πέρα από αυτόν, δεν συμβαίνει τίποτα που να έχει νόημα για εμάς –μα αρκεί να εξέλθουμε από αυτό το τελεσίγραφο του νοήματος ώστε η καταστροφή να μην παρουσιάζεται πλέον ως τελική προθεσμία και φορέας μηδενισμού, όπως δηλαδή λειτουργεί στο τρέχον φαντασιακό μας.

Πέρα από το νόημα υπάρχει η γοητεία που προκύπτει από την εξουδετέρωση και την ενδόρρηξη του νοήματος. Πέρα από τον ορίζοντα του κοινωνικού υπάρχουν οι μάζες που προκύπτουν από την εξουδετέρωση και την ενδόρρηξη του κοινωνικού.

Το ουσιώδες σήμερα είναι η αποτίμηση αυτής της διπλής πρόσκλησης· πρόκληση κατά του νοήματος από τις μάζες και τη σιωπή τους (που δεν συνιστά καθόλου παθητική αντίσταση), πρόκληση κατά του νοήματος από τα ΜΜΕ και τη γοητεία τους. Όλες οι περιθωριακές και εναλλακτικές προσπάθειες αναζωογόνησης του νοήματος έχουν δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με αυτό.

Υπάρχει βεβαίως ένα παράδοξο σε αυτή την αξεδιάλυτη σύζευξη των μαζών και των ΜΜΕ: είναι άραγε τα ΜΜΕ που εξουδετερώνουν το νόημα και που παράγουν την άμορφη [informe] (ή την πληροφορημένη [informée]) μάζα ή μήπως είναι η μάζα που αντιστέκεται νικηφόρα στα ΜΜΕ, εκτρέποντας ή απορροφώντας όλα τα μηνύματα που παράγουν χωρίς να αποκρίνεται σε αυτά; Είχα άλλοτε –στο Ρεκβιέμ για τα ΜΜΕ[7] αναλύσει (και καταδικάσει) τα ΜΜΕ ως την εγκαθίδρυση ενός μη αναστρέψιμου μοντέλου επικοινωνίας χωρίς απάντηση. Σήμερα όμως; Αυτή η απουσία απάντησης μπορεί πια να γίνει κατανοητή όχι ως στρατηγική της εξουσίας, μα ως μια αντιστρατηγική των ίδιων των μαζών ενάντια στην εξουσία. Λοιπόν;

Τα μαζικά ΜΜΕ τάσσονται άραγε με την πλευρά της εξουσίας στη χειραγώγηση των μαζών ή με την πλευρά των μαζών στην εξάλειψη του νοήματος, στη βία που ασκείται στο νόημα, στη γοητεία; Είναι τα ΜΜΕ που παρασύρουν τις μάζες στη γοητεία ή είναι μήπως οι μάζες που εκτρέπουν τα ΜΜΕ στο θέαμα; Μογκαντίσου-Stammheim: [8] τα ΜΜΕ λειτουργούν ως φορέας της ηθικής καταδίκης της τρομοκρατίας και της εκμετάλλευσης του φόβου με πολιτική στόχευση· όμως ταυτόχρονα, με τη μεγαλύτερη δυνατή αμφισημία, διαχέουν την ωμή γοητεία της τρομοκρατικής πράξης, τρομοκρατούν τα ίδια στο μέτρο που συγκατατίθενται στη γοητεία (αιώνιο ηθικό δίλημμα, βλ. σχετικά τον Umberto Eco: πώς είναι δυνατόν να μη μιλάει κανείς για την τρομοκρατία, πώς μπορεί κανείς να βρει μια καλή χρήση για τα ΜΜΕ –δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα). Τα ΜΜΕ είναι φορείς τόσο του νοήματος όσο και της παρανόησης, χειραγωγούν προς όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα, κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αυτή τη διαδικασία· είναι φορείς τόσο της προσομοίωσης που είναι εσωτερική στο σύστημα όσο και αυτής που το καταστρέφει, σύμφωνα με μια λογική απολύτως κυκλική, στο πνεύμα της λωρίδας του Möbius –έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν υπάρχει εναλλακτική, δεν υπάρχει λογική λύση. Μόνο μια λογική επιδείνωση και μια καταστροφική λύση.

Με μια μόνο επιφύλαξη. Ενώπιον του συστήματος αυτού βρισκόμαστε σε μια κατάσταση διπλού δεσμού, [9] διττή και ανεπίλυτη –ακριβώς όπως τα παιδιά ενώπιον των απαιτήσεων του ενήλικου σύμπαντος. Υποχρεούνται να συγκροτηθούν ταυτόχρονα ως αυτόνομα, υπεύθυνα, ελεύθερα και ενσυνείδητα υποκείμενα και ως υποταγμένα, αδρανή, υπάκουα, συμμορφωμένα αντικείμενα. Το παιδί αντιστέκεται σε όλα τα επίπεδα και ανταποκρίνεται με τη σειρά του σε αυτή την αντιφατική απαίτηση με μια διπλή στρατηγική. Στην απαίτηση να γίνει αντικείμενο αντιτάσσει όλες τις πρακτικές ανυπακοής, εξέγερσης, χειραφέτησης, εν ολίγοις τη διεκδίκηση της υποκειμενικότητάς του. Στην απαίτηση να γίνει υποκείμενο αντιτάσσει εξίσου πεισματικά και αποτελεσματικά μια αντίσταση του αντικειμένου, δηλαδή ακριβώς το αντίστροφο: παιδιαρίσματα, υπερσυμμόρφωση, πλήρη εξάρτηση, παθητικότητα, ηλιθιότητα. Καμιά από τις δύο στρατηγικές δεν έχει υψηλότερη αντικειμενική αξία από την άλλη. Η αντίσταση-υποκείμενο προκρίνεται σήμερα με μονόπλευρο τρόπο και θεωρείται αμιγώς θετική –ακριβώς όπως στην πολιτική σφαίρα οι μόνες πρακτικές που θεωρούνται έγκυρες και ανατρεπτικές είναι αυτές της απελευθέρωσης, της χειραφέτησης, της έκφρασης, της συγκρότησης του ατόμου ως πολιτικού υποκειμένου. Μα έτσι αγνοείται ο εξίσου υπαρκτός –και αδιαμφισβήτητα ισχυρότερος– αντίκτυπος των πρακτικών του αντικειμένου, πρακτικών παραίτησης από τη θέση του υποκειμένου και του νοήματος –ακριβώς οι πρακτικές της μάζας– τις οποίες ενταφιάζουμε κάτω από τους απαξιωτικούς όρους της αποξένωσης και της παθητικότητας. Οι απελευθερωτικές πρακτικές ανταποκρίνονται σε μία μόνο από τις διαστάσεις του συστήματος, στο διαρκές τελεσίγραφο που μάς καλεί να μετατραπούμε σε καθαρά αντικείμενα, μα δεν ανταποκρίνονται καθόλου στην έτερη απαίτηση, αυτή που μάς θέλει να καταστούμε υποκείμενα, να απελευθερωθούμε, να εκφραζόμαστε πάση θυσία, να ψηφίζουμε, να παράγουμε, να αποφασίζουμε, να μιλάμε, να συμμετέχουμε, να παίζουμε το παιχνίδι –ένας εκβιασμός, ένα τελεσίγραφο εξίσου κρίσιμο με το άλλο, αδιαμφισβήτητα μάλιστα πιο κρίσιμο σήμερα. Απέναντι σε ένα σύστημα με βασικές παραμέτρους την καταπίεση και την καταστολή, η στρατηγική αντίστασης έχει να κάνει με την απελευθερωτική διεκδίκηση της υποκειμενικότητας. Μα αυτό αντανακλά μάλλον την προηγούμενη φάση του συστήματος, με την οποία βρισκόμαστε μεν ακόμα αντιμέτωποι, χωρίς όμως αυτή να συγκροτεί πλέον το στρατηγικό πεδίο: η τρέχουσα γραμμή του συστήματος είναι η μεγιστοποίηση της ομιλίας, η μέγιστη παραγωγή νοήματος. Οπότε η στρατηγική αντίστασης είναι η άρνηση του νοήματος και η άρνηση της ομιλίας –ή και η υπερκομφορμιστική προσομοίωση των ίδιων των μηχανισμών του συστήματος, που είναι μια μορφή απόρριψης, μια άρνηση αποδοχής. Είναι η στρατηγική των μαζών: ισοδυναμεί με το να επιστρέφεται στο σύστημα η ίδια του η λογική μέσω του αναδιπλασιασμού της, με το να επιστρέφει κανείς σαν καθρέφτης το νόημα δίχως να το απορροφά. Η στρατηγική αυτή (εάν μπορεί να γίνει ακόμα λόγος για στρατηγική) υπερισχύει σήμερα, επειδή προωθήθηκε από τη νέα αυτή φάση του συστήματος.

Τα λάθη στρατηγικής είναι καίρια λάθη. Όλα τα κινήματα που περιστρέφονται μόνο γύρω από την απελευθέρωση, τη χειραφέτηση, την ανάσταση ενός υποκειμένου της ιστορίας, μιας ομάδας, ενός λόγου περί απόκτησης συνείδησης –και δη «συνειδητοποίησης του ασυνειδήτου»– από τα υποκείμενα και τις μάζες, δεν βλέπουν ότι πηγαίνουν προς την ίδια κατεύθυνση με το σύστημα, του οποίου η επιταγή συνίσταται σήμερα ακριβώς στην υπερπαραγωγή και την αποκατάσταση του νοήματος και της ομιλίας.

 

Σημειώσεις

[1] [Στμ.] Claude Shannon (1916-2001), αμερικανός μαθηματικός, μηχανικός και κρυπτογράφος, γνωστός πρωτίστως ως θεμελιωτής της θεωρίας πληροφορίας.

[2] [Στμ.] Το δοκίμιο αυτό του νομπελίστα γάλλου βιολόγου Jacques Monod (1910-1976) πραγματεύεται τις φιλοσοφικές προεκτάσεις των εξελίξεων στη γενετική και τη μοριακή βιολογία· ελλ. έκδ. Η τύχη και η αναγκαιότητα, μτφρ. Νίκος Π. Παπαδόπουλος, επιμ. Γεώργιος Λογαράς, Αθήνα, Κέδρος-Ράππα 2008.

[3] Αναφερθήκαμε εδώ στην πληροφορία μονάχα στο κοινωνικό επίπεδο της επικοινωνίας. Μα θα ήταν συναρπαστικό να ωθήσουμε την υπόθεση μέχρι την κυβερνητική θεωρία της πληροφορίας. Εκεί όπως και εδώ, η θεμελιώδης θέση κατανοεί την πληροφορία ως συνώνυμο της αρνητικής εντροπίας, της αντίστασης στην εντροπία, της αύξησης του νοήματος και της οργάνωσης. Μα θα ήταν χρήσιμο να θέσουμε την αντίστροφη υπόθεση: ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ = ΕΝΤΡΟΠΙΑ. Για παράδειγμα: η πληροφορία ή η γνώση που μπορούμε να έχουμε για ένα σύστημα ή για ένα συμβάν είναι ήδη μια μορφή ουδετεροποίησης και αύξησης της εντροπίας αυτού του συστήματος (μια θέση που επίσης ισχύει γενικά στις επιστήμες, και ειδικότερα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες). Η πληροφορία όπου αντανακλάται ένα συμβάν ή μέσω της οποίας διαδίδεται συνιστά ήδη μια εκφυλισμένη μορφή αυτού του συμβάντος. Δεν πρέπει να διστάσει κανείς να αναλύσει υπό αυτή την προοπτική την παρέμβαση των ΜΜΕ στον Μάη του '68. Η επέκταση των φοιτητικών δράσεων επέτρεψε τη γενική απεργία, μα αυτή η τελευταία ήταν ακριβώς ένα μαύρο κουτί εξουδετέρωσης της αρχικής σφοδρότητας του κινήματος. Η ίδια η αύξηση της απήχησης ήταν μια θανάσιμη παγίδα και όχι μια θετική προέκταση. Πρέπει κανείς να είναι επιφυλακτικός όταν οι αγώνες καθίστανται καθολικοί μέσω της πληροφορίας. Πρέπει κανείς να είναι επιφυλακτικός με τις καμπάνιες αλληλεγγύης προς πάσα κατεύθυνση, με αυτή την αλληλεγγύη που είναι ταυτόχρονα ηλεκτρονική και κοσμική [mondaine]. Κάθε στρατηγική καθολίκευσης των διαφορών είναι μια εντροπική στρατηγική του συστήματος.

[4] [Στμ.] Αγγλικά στο πρωτότυπο: medium is message [sic].

[5] [Στμ.] Η γαλλική λέξη sens σημαίνει τόσο φορά όσο και νόημα.

[6] [Στμ.] Η έννοια αυτή της γενικής θεωρίας της σχετικότητας, που συνδέεται με τις μαύρες τρύπες, καταδηλώνει το χωροχρονικό αυτό σημείο πέρα από το οποίο τα συμβάντα δεν μπορούν να επηρεάσουν τον εξωτερικό παρατηρητή –ήτοι το σημείο χωρίς επιστροφή, όταν η βαρυτική έλξη ενός αντικειμένου γίνεται τόσο δυνατή που καθιστά κάθε διαφυγή αδύνατη.

[7] [Στμ.] Ελλ. έκδ. Ζαν Μποντριγιάρ, Ρέκβιεμ για τα μέσα επικοινωνίας, μτφρ. Άρης Μαραγκόπουλος, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος χ.χ.

[8] [Στμ.] Αναφορά στην αεροπειρατεία στην οποία προέβησαν το 1977 μέλη της παλαιστινιακής επαναστατικής μαρξιστικής οργάνωσης Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης [PFLP], με αίτημα την απελευθέρωση μελών της οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός [RAF] που κρατούνταν στη φυλακή Stammheim της Στουτγάρδης. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε τελικά στο Μογκαντίσου της Σομαλίας.

[9] [Στμ.] Αγγλικά στο πρωτότυπο: double bind. Όρος των ανθρωπιστικών επιστημών που περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία το άτομο υπόκειται σε δύο αλληλοαντικρουόμενα ή αλληλοαναιρούμενα μηνύματα ή αιτήματα, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να επιλέξει τη «σωστή» λύση. Ο όρος καθιερώθηκε από τον άγγλο κοινωνικό επιστήμονα Gregory Bateson (1904-1980) και τους συνεργάτες του· βλ. Gregory Bateson, Βήματα για μια οικολογία του νου, μτφρ. Ελένη Σαμαρά, επιμ. Βιολέτα Καφταντζή, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2017.

Στην κεντρική εικόνα του άρθρου βρίσκεται ο πίνακας του Paul Klee Φωτιά με πανσέληνο (1933).

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine