Θεωρία

Ιβάν Ίλιτς: Για μια ζωή πέρα από την οικονομία

kaboomzine
από kaboomzine

Δημοσιεύουμε τη μετάφραση ενός μικρού άρθρου του Ιβάν Ίλιτς, στο οποίο αναπτύσσεται ένας προβληματισμός για τη ζωή πέρα από τον νοηματικό και θεσμικό ορίζοντα της οικονομίας. Για να καταστήσει έναν τέτοιο προβληματισμό δυνατό, ο Ίλιτς υπογραμμίζει τον ιστορικό χαρακτήρα των σύγχρονων οικονομικών βεβαιοτήτων μας. Ολόκληρες σφαίρες του βίου, δραστηριότητες και αντιλήψεις που σήμερα κατανοούνται άνευ ετέρου ως οικονομικά μεγέθη, οχήματα για την αύξηση του ΑΕΠ, μοχλοί ανάπτυξης ή φορείς προστιθέμενων αξιών, βρίσκονταν μέχρι πρότινος εκτός του πεδίου της οικονομίας. Με την ίδια κίνηση, ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει την κοινωνικοϊστορική διαμόρφωση του κυρίαρχου ανθρωπολογικού τύπου μιας τέτοιας οικονομικοκεντρικής κοινωνίας, δηλαδή του οικονομικού ανθρώπου.

Σύμφωνα με τον Ίλιτς, για να υπονομευθεί αποτελεσματικά η γενικευμένη οικονομοποίηση της ζωής στην οποία ωθούνται οι κοινωνίες της ανάπτυξης, δεν αρκεί η κριτική στις συμβατικές ή ορθόδοξες οικονομικές αντιλήψεις, που αποσκοπεί στο να πάρουν τη θέση τους άλλες, εναλλακτικές οικονομικές θεωρίες και θεσμίσεις. Αντίθετα, αυτό που καθίσταται αναγκαίο είναι η εκ νέου δημιουργία των, πολιτισμικά προσδιορισμένων, μη οικονομικών τρόπων με τους οποίους βιώνονταν οι χαρές ή οι θλίψεις της ζωής και οργανωνόταν η καθημερινότητα των ανθρώπων στο πλαίσιο της κάθε κουλτούρας. Αυτή η προβληματική σχετίζεται έντονα με τα όσα αναπτύσσουμε στο έκτο τεύχος του περιοδικού μας, με θέμα την κριτική της νεοφιλελεύθερης ανθρωπολογίας.

Τη μετάφραση έκανε ο Βασίλης Θεμελής.

Για μια ζωή πέρα από την οικονομία[1]

Θα ήθελα να μιλήσω για τις ευλογίες που εξακολουθούμε να απολαμβάνουμε παρά την οικονομική ανάπτυξη· για την επανεύρεση του παρόντος την ώρα που βγαίνει από τη σκιά του μέλλοντος· για το μη οικονομικό αγαθό[2] που μας εκπλήσσει όταν η ελπίδα της ανάπτυξης σβήνει.

Μιλώ σκόπιμα για ευλογίες και αγαθά, αναφερόμενος στην εκ νέου ανακάλυψη του κατοικείν σε χώρους που τους παράγουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, αντί για το δικαίωμα στη στέγαση· στις συναντήσεις στα μπαρ που δεν έχουν τηλεόραση· στο να υποφέρει κανείς δίχως θεραπείες· στην προτίμηση της αμετάβατης δραστηριότητας του θνήσκειν αντί της διαρκούς ιατρικής παρακολούθησης [monitored medicine]. Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη αξία, έναν οικονομικό όρο που αντικατέστησε πρόσφατα «το καλό». Εντούτοις ενυπάρχει κίνδυνος στην προσπάθεια να ανακτήσουμε μια έννοια καλού. Σήμερα το «καλό» όλο και πιο συχνά σημαίνει management, σημαίνει το «για το δικό σας καλό» των επαγγελματιών που ακούγεται από το στόμα των δασκάλων, των γιατρών και των ιδεολόγων. Ως εκ τούτου, προσπαθώ να αναστήσω τις παλιές ιδέες της ευλογίας και του αγαθού για να μιλήσω για την επανεύρεση της χαράς αλλά και της θλίψης που παρατηρώ τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχές χώρες, όταν η προσδοκία των εμπορεύσιμων απολαύσεων και εγγυήσεων καταρρέει. Και αυτός ο λόγος [discourse] μπορεί να έχει θεωρητική συνέπεια και πρακτική σημασία μόνο αν αρθρωθεί σε μια γλώσσα που στερείται οικονομικών συνδηλώσεων, αναφορών στην παραγωγικότητα, τους πόρους, τις αποφάσεις, τα συστήματα και πάνω απ’ όλα την ανάπτυξη.

Δεν είμαι οικονομολόγος· μάλλον είμαι κάτι σαν ιστορικός. Μελετώ την ιστορία ως αντίδοτο στις εμμονικές εικασίες για το μέλλον. Για τον ιστορικό, το παρόν εμφανίζεται ως το μέλλον που εκπλήσσει το παρελθόν. Η ιστορία με κάνει πιο ευαίσθητο σχετικά με τo χρονικό άνυσμα που κρύβεται στις συζητήσεις για τα δημόσια αγαθά. Συνειδητοποιώ ότι τις περισσότερες από τις σαφείς βεβαιότητες με βάση τις οποίες ενεργώ, σκέφτομαι, ή ακόμη και αντιλαμβάνομαι, δεν τις υποψιάζονταν, ούτε μπορούσαν καν να τις φανταστούν οι συγγραφείς των οποίων τα κείμενα αποτελούν τις πηγές μου. Αναπτύσσω μια ευαισθησία για εκείνες τις μοντέρνες παραδοχές, οι οποίες, μένοντας ανεξέταστες, μετατρέπονται σε a priori μορφές αντίληψης, χαρακτηριστικές μιας συγκεκριμένης εποχής. Δεν χρησιμοποιώ την ιστορία ούτε προσπαθώ να δραπετεύσω μέσα στην ιστορία. Και όταν εξέρχομαι από το παρελθόν και εισέρχομαι στο παρόν ανακαλύπτω ότι τα περισσότερα από τα αξιώματα που παράγουν το διανοητικό μου πεδίο είναι χρωματισμένα από την οικονομία.

Αλλά κάθε σοβαρός κριτικός των συμβατικών οικονομικών αντιλήψεων είναι αναπόφευκτα παγιδευμένος: προκειμένου να εκφράσει τις αναπόφευκτες συνέπειες της οικονομικής ανάπτυξης, πρέπει να μετρήσει την πολιτισμική καταστροφή που αυτή επιφέρει με οικονομικούς όρους. Και αυτό μπορεί να οδηγήσει μόνο σε μια γλώσσα που προσιδιάζει σε διαφημίσεις για τσιρότα ή σε θρησκευτικές προτροπές.

Αυτή η εποχή των οικονομικών συμπίπτει με την προοδευτική ανακάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, που οι οικονομολόγοι τις ορίζουν ως πεπερασμένες, ολιγάριθμες, ταξινομήσιμες και καθολικές. Πρέπει να αποδομήσουμε τη φυσικότητα αυτής της ιδέας, μιας πρόσφατης κοινωνικής δημιουργίας, η οποία ήταν άγνωστη στις προηγούμενες εποχές.

Ως εκ τούτου, κάνω λόγο για την κοινωνιογένεση των αναγκών· πρόκειται για ένα ιδιαίτερο εγχείρημα, καθώς έχουμε ανάγκη τις ανάγκες, τις δικές μας και των ξένων, προκειμένου να διατηρήσουμε την ακεραιότητά μας ανέπαφη. Πρέπει να μιλήσω χωρίς φόβο, θυμό ή νοσταλγία. Αντιπαραβάλλοντας, για παράδειγμα, τον θάνατο ενός ηλικιωμένου ανθρώπου στην οικεία γωνιά της καλύβας του με τον θάνατο κάποιου που οι «ανάγκες» του για εντατική τεχνολογική φροντίδα καλύπτονται πλήρως, δεν συγκρίνω την επιθυμητότητα της μιας κατάστασης έναντι της άλλης. Υπογραμμίζω μόνο την αδυνατότητα να χρησιμοποιήσει κανείς τις ίδιες λέξεις για να μιλήσει για τους δύο αυτούς ανθρώπους. Και δεν αναζητώ κάποιο ηθικό δίδαγμα· μάλλον αναζητώ τη διαύγεια που η ιστορία, όταν ασκείται σωστά, μου δίνει σχετικά με την κατάσταση του ανθρώπου των αναγκών [Needy Man], την τρέχουσα μορφή του Homo Economicus.

Η δεκαετία του ’60 προσέθεσε όρους όπως «τεστ αναγκών», «ανάλυση αναγκών», «μοτίβο αναγκών» – νεολογισμούς οι οποίοι υποδεικνύουν ελλείψεις που πιστοποιούνται λειτουργικά και γίνονται αντικείμενο διαχείρισης από τους πολλούς εμπειρογνώμονες που εξειδικεύονται στην αναγνώριση αναγκών. Και από το 1960, το να έχει κανείς ανάγκες [needing] έχει γίνει στόχος κοινωνικής εκμάθησης. Οι γιατροί, για παράδειγμα, δεν περιορίζονται πλέον στον ορισμό των αναγκών. Ο ασθενής πρέπει να μάθει να αναγνωρίζει ως δικές του τις ανάγκες που του διαγιγνώσκονται. Έτσι, τα επαγγέλματα των υπηρεσιών ανοίγουν τον δρόμο προς μια συμπεριφοριστική Εδέμ.[3]

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, η φράση «βασικές ανάγκες» εισήλθε τόσο στα οικονομικά όσο και στον καθημερινό λόγο και χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο για τον ορισμό των ατόμων. Παρόμοιοι αρνητικού τύπου ορισμοί παρείσφρησαν πρόσφατα στη γλώσσα: οι αναλφάβητοι, οι μη διαγνωσμένοι, οι αφρόντιστοι και οι ανασφάλιστοι έχουν, όπως μας λένε, ανάγκες και απαιτήσεις που μπορούν να οριστούν από επαγγελματίες. Ο καθορισμός της ανθρώπινης κατάστασης μέσω των αναγκών έχει λάβει πλέον τη μορφή αξιώματος. Ο λόγος που καθορίζεται από τις ανάγκες είναι επίσης χαρακτηριστικός της αποξένωσης του ενός από τον άλλον. Ζούμε μεταξύ ξένων που δεν είναι λιγότερο ξένοι επειδή αισθανόμαστε την ευθύνη να χρηματοδοτήσουμε την περίθαλψή τους. Οι ανάγκες, που μεταφράζονται σε απαιτήσεις για περίθαλψη, διαμεσολαβούν την ευθύνη μας για τον άλλο, απαλλάσσοντάς μας από την ευθύνη μας προς αυτόν.

Ο μετασχηματισμός μιας κουλτούρας σε οικονομία εξετάζεται συχνά με όρους αυξανόμενου εγχρηματισμού. Αλλά εδώ και δύο δεκαετίες, έχω υποστηρίξει ότι η έρευνά μας πρέπει να στραφεί στην εξέταση της σκιάς που η εξάπλωση των οικονομικών δομών ρίχνει πάνω στο μη οικονομικό, πολιτισμικό πλαίσιό τους. Κάτω από τις σκιές της ανάπτυξης που μεγαλώνουν, τα πολιτισμικά αγαθά απαξιώνονται.[4] Το μαγείρεμα για τη γιαγιά όταν ξυπνάει επαναπροσδιορίζεται ως εργασία εντός του νοικοκυριού, μια συμπεριφορά της οποίας η συμβολή στην οικονομία μπορεί να μετρηθεί. Ή αυτή η οικογενειακή παράδοση αντιμετωπίζεται ως ένα ανεπιθύμητο κατάλοιπο που πρέπει να εξαλειφθεί μέσω της ανάπτυξης. Απ’ όποια πλευρά και αν το δούμε, το να δώσεις απλά στη γιαγιά αυτό που χρειάζεταιαπαξιώνεται από τη στιγμή που η δραστηριότητα –το να είσαι σπίτι για να ετοιμάσεις ένα πρωινό– ερμηνεύεται ως μια αξία που παράγεται για να ικανοποιήσει μια ανάγκη. Η απαξίωση συνοδεύει αναγκαστικά μια οικονομία.

Επιλέγω αυτόν τον όρο για τους ίδιους λόγους που επιλέγω τον όρο «ευλογίες». Θέλω να ορίσω ένα είδος απώλειας και αγαθού που δεν μπορεί να συλληφθεί με οικονομικούς όρους. Ο οικονομολόγος μπορεί να υπολογίσει τα εξωτερικά κόστη· χρησιμοποιώντας όμως έννοιες που τυποποιούν τις επιλογές εκκινώντας από την υπόθεση της σπάνης, δεν έχει κανέναν τρόπο να συλλάβει την εμπειρία ενός ατόμου που χάνει τη χρήση των ποδιών του επειδή τα οχήματα έχουν εγκαθιδρύσει ένα ριζικό μονοπώλιο στη μετακίνηση. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν πλέον «οικονομοποιηθεί» –μια κατάσταση παρόμοια με το να αναισθητοποιούνται– καθίστανται τυφλοί μπροστά στην απώλεια που προκύπτει από την απαξίωση. Δημιουργείται η πεποίθηση ότι, σε σύγκριση με έναν κόσμο που είναι προσβάσιμος με τα πόδια, αυτό το νέο περιβάλλον οχημάτων είναι κάτι πολύ καλύτερο.

Πρέπει να πειθαρχήσουμε συστηματικά τους εαυτούς μας, ώστε οι υποθέσεις της σπάνης να μη διαφθείρουν κρυφά τις συζητήσεις μας όταν μιλάμε για δημόσια αγαθά μετά τη συντριβή της ανάπτυξης. Ίσως ανακαλύψουμε ότι η αποκατάσταση των ευλογιών, η καλή ζωή, έρχεται μόνο μέσω της αποκήρυξης των αξιών και της γλώσσας που τις επιβάλλει.


[1] Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «20th Anniversary Rendez-vous», καθώς γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των είκοσι χρόνων του περιοδικού Whole Earth Review και δημοσιεύτηκε στο χειμερινό τεύχος του 1988. Τον αντικαταστήσαμε με έναν τίτλο πιο ενδεικτικό για το περιεχόμενο του κειμένου. Όλες οι υποσημειώσεις ανήκουν στον μεταφραστή.

[2] Non economic boon. Όπως το blessing, και αυτός ο όρος έχει θεολογικές συνδηλώσεις, καθώς σημαίνει, εκτός από κάτι που είναι καλό και χρήσιμο για αυτόν που το έχει, την ευλογία ή το θείο δώρο.

[3] Skinnered Edem. Η μετοχή προκύπτει από το όνομα του συμπεριφοριστή ψυχολόγου B.F. Skinner (1904-1990).

[4] Περισσότερα για την έννοια της απαξίας (disvalue), που αφορά την καταστροφή των τρόπων ζωής μιας μη οικονομικής κουλτούρας και τη σχέση αντίστροφης αναλογίας της προς τη συσσώρευση οικονομικής αξίας, βλ. Ivan illich, «Disvalue» στο In the Mirror of the Past, Lectures and Addresses, 1978-1990, Νέα Υόρκη, Λονδίνο: Marion Boyars, 1992, σ. 70-82.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine