Blast from the Past

Για τον μπαγάσα του Κροκ

από Β. Δ.

Το να  γραφτεί κάτι ακόμη για τον Σαλόκιν Σόμσα, ευρύτερα γνωστό ως Νικόλα Άσιμο, θα κινδύνευε να καταλήξει είτε άλλη μια αγιογραφία, είτε κίτρινο στην απόχρωση, επιδερμικά κριτικό. Όπως είχε ο ίδιος γράψει, "Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δεν θα’ μαι πια εγώ. Θα’ ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατο τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν. Όσο υπήρχα με φοβόσουν. Όσο υπήρχα δεν με άντεχες."

Πάντως προτρέπουμε ευθέως στην ανάγνωση του βιβλίου του Αναζητώντας Κροκανθρώπους αναδημοσιεύοντας την εισαγωγή (το "προλόγισμα") και ορισμένα αποσπάσματα, διατηρώντας την χρόνια απορία "Πώς γίνεται στον κάθε παλαβιάρη/ κουτόχορτο χιλιάδες να βοσκάν".  Προς διάδοση κι ίσως επίρρωση της βαθύτερης ουσίας του Κροκ - αν, κάτι τέτοιο, είναι εφικτό, συχνά "...με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες/δίχως καβάντζα καμιά".

---

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Ευτούτο το βιβλίο - κι ας φανεί παράξενο- δεν είναι δυνατό να διωχθεί, γιατί ο συγγραφέας του από πάντοτε παλεύει για την ελεύθερη έκφραση, και τόχει κατακτήσει το δικαίωμα τουλάχιστο για τον εαυτό του, πληρώνοντας αντίτιμο χιλιάδες χαμαλίκια.
Τυπώθηκε επίσης σε λιγοστά αντίτυπα και δεν πουλιέται στο εμπόριο, και όπου μοιράζεται,
η τιμή που πληρώνεις ίσα ίσα καλύπτει το κόστος της αντιπαραγωγοπαραγωγής του.
Όχι τον κόπο του εκδότη-συγγραφέα, ούτε τον κόπο του μοιράσματος.
Όποιος θέλει μπορεί να το πουλά, αλλά χωρίς κέρδος.
Δεν είναι δυνατό να κατασχεθεί, διότι παρ’ όλα όσα πιστεύει ο συγγραφέας, έχει και κάποια μέσα του ψυχή τυπωμένη στο χαρτί, και είναι δύσκολο να βρεθεί, και δεν κατάσχεται η ψυχή. Και εξάλλου αυτός που τόγραψε τυχαίνει να είναι άγνωστος - ευρύτατα γνωστός.
Και μια κατάσχεση θα τον έκανε ευρύτατα γνωστό χωρίς το "άγνωστος", και αυτό θα ήταν
η καλύτερη διαφήμιση, και δε συμφέρει στους κρατούντες, αλλά ούτε κι ο ίδιος δέχεται τη διαφήμισή του. Τέλος, το βιβλίο τούτο θα περάσει ντούκου και δε θα γίνει ποτέ της μόδας,
όσο ζει ο συγγραφέας του, αλλά και από μόνο του. Διότι είναι - θάλεγε κανείς- "εκτός τόπου και χρόνου" παρότι αναφέρεται σε τόπο και σε χρόνο, και απλοϊκά άτοπον.
Ούτε καν διά της εις άτοπον απαγωγής αναγκαίον.
Δεν έχει σημασία πού θα διαβαστεί.
Τόσο το χειρότερο πού θα διαβαστεί.
Εξάλλου είναι εκτός Νόμου. Όπερ σημαίνει πως είναι πέρα και πάνω από το Νόμο.
Και τον Νόμο τον απορρίπτει ως χυδαίο κι άχρηστο και τονε ξεπερνά.
Δεν είναι φτηνό παρά που η τιμή του ξεγελά. Δεν είναι καν "πορνό". Δεν ασχολείται με θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως: άπλυτα παπάδων, τραβεστί, μπουρδέλα, Rock και τα τοιαύτα.
Όσον αφορά το κάθε τι και ότι, αναλαμβάνω την ευθύνη εγώ, ως χαρακτηρισθέντας αλήτης
και σχιζοειδής. Όχι συμφώνως τώ Νόμω.
Ουδεμίαν σχέσιν έχει ο Νόμος μ’ εμένα κι εγώ μ’ αυτόν.
Αλλά έτσι για το έτσι. Γιατί πάντα αναλαμβάνω την ευθύνη του τι κάνω.
Και δε γίνεται.  Το κάνω.
Αλλά αυτό αποδεικνύει πως Γίνεται !!!
Κάντο λοιπόν !

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ

12---

Όταν πλακώσει ο θάνατος αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία.
Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά τον θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής μπορώ να καταγράφω και το θάνατο.
Ενώ οι πιο πολλοί, που καταγράφουν τη ζωή στο θάνατό της, δεν το ξέρουν και το νομίζουν αυτό ζωή. Χα;
Ζωή και Κίνηση,  με τον καθέναν στο καβούκι του, που δεν είναι καν προσωπικό, κλεισμένοι στο τάφο, χωρίς καν τη δύναμη του τυμβωρύχου, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να κόβει το φως.
Ό, τι κι αν κατέγραψα ως τα τώρα (κασέττες κτλ) έγιναν ύστερα απ’ το θάνατο της ζωής και της λειτουργίας των κομματιών, που κατέληξαν στραγάλια και πιπίλες άλλων πιο αδύναμων από μένα, που η βολεμένη τους απραξία τους οδηγεί στο να περνάν την και να εκτονώνονται και μέσα από μένα.
Εκτονώ τονώ Δονήσεις. Εκτονούν τονούν Δονήσις. Τσιμπιές. Δονήσεις. Τρύπες, τρυπάερες, τρυπίτσες… όλο αυτό με καταστέλλει. Θα γίνω ξανά το σουρωτήρι;
Τώρα γράφω με τη μέθοδο του προτιμότερου που είναι ο θάνατος διπλός. Προκειμένου να πουλάω τα βιβλία του θανάτου του Ροκ, τη Μπέττυ και την Γώγου, όπως έχω καταλήξει. Ας κυκλοφορήσω στην πιάτσα το δικό μου θάνατο.
Δεν πιστεύω ότι βοηθάω κανένα. Ούτε εμένα.
Η προσπάθεια που καταβάλλω να καταγράψω, επαναλαμβάνοντας αυτό που ήταν η ζωή, είναι αφόρητη και δεν ισοφαρίζεται απ’ τα λεφτά που θα χάσω ή θα βγάλω από τις πιθανές διώξεις που θα έχω.
Όποιος αγοράζει βιβλία και μένει σ’ αυτά είναι ηλίθιος, είναι πτώμα και το χειρότερο: δεν ξέρει ούτε υποψιάζεται το θάνατό του.
Εσύ που μ’ αγοράζεις με σκοτώνεις. Αλλά πρώτα σκοτώνεις τον εαυτό σου.
Πάντως μάθε. δεν πρόκειται να βρεις και τίποτα ατόφιο εδώ μέσα.
Οι πραγματικά ζωικές μου στιγμές δεν καταγράφονται.
Όταν φτάνω στη ζωή, είμαι μέσα ολόκληρος, νιώθω και γνωρίζω. Αλλά όταν ξέρω αυτό που ξέρω, Δε θυμάμαι. Ούτε ξέρω αν ή πως θα ξαναφτάσω. Αυτή είναι η ασπίδα μου. Απλώς συμβαίνει αν συμβαίνει.
Την ζωή μου δεν την κατέγραψα. Ό,τι υπάρχει εδώ είναι επιδερμίδα, άλλοτε χοντρόπετση, άλλοτε ψιλόπετση.
πιο δικιά μου η ψιλόπετση
πιο δικιά σου η χοντρόπετση.

---

---

Νόμιζα πως μ’ έπιασε ό,τι το χειρότερο απεχθάνομαι. Ζήλια και κτητικότητα. Αλλά δεν ήταν αυτό. Ήθελα απλά να πειστώ πως μπορείς να ξεπεράσεις τα όρια σου.
Έγινα απαίσιος, απαίσιος πιο απαίσιος απ’ ό, τι ήσουν κάποτε εσύ.
Ήθελα να σε κάνω να ξεκολλήσεις. Ή, να με σιχαθείς και να τελειώνει.
Αυτό το σπίτι με πειράζει και ό,τι περιέχει. Πρέπει να σου ’ριξα πολύ πολύ ξύλο κι άντεξες. Πρέπει να ήμουνα αισχρός, αισχρός και άντεξες. Πρέπει να ήμουνα αδύναμος, αδύναμος και με δέχτηκες. Πρέπει να είχα αποκοπεί κι ακολούθησες. Βρήκα τη δύναμη να δώσω τέλος και μου μίλησες.
Πως.  δεν υπάρχει τέλος. Τέλος κι Αρχή τ’ αυτό. Τώρα ξέρω πως είσαι ο πιο φανταστικός άνθρωπος. Έχεις τεράστια δύναμη. Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Δε σε φοβάμαι μην κυλήσεις. Αφού μπόρεσες να ταπεινωθείς.
Αφού μπόρεσες να κυλιστείς.
Αφού χτύπησες και εσύ στο μαχαίρι.
Ούτε το περιβάλλον σου.
Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Κι ό,τι ξέρεις είναι ιδιαίτερο. Είναι δικό σου. Δεν σε φοβάμαι πια. Αυτή τη νύχτα μ’ έχεις ξεπεράσει. Δεν έχει σημασία που σ’ αγαπάω. Δεν έχει σημασία που σου δόθηκα πρώτος εγώ. Δεν έχει σημασία που δεν μπορώ να πάω μ’ άλλη γυναίκα πια. Δεν έχει σημασία τίποτα.
Με βοήθησες πολύ χωρίς να το ξέρεις. Και δεν το ’ξερα κι εγώ. Απελευθέρωσα όλα μου τα ζωικά ένστικτα και ήσουνα διπλά απλή.
Είναι φανταστικό.
Αυτό σίγουρα δεν το ’χω ξαναζήσει. Ή, αν το έζησα, δεν το θυμάμαι.
Κι ήσουνα δίπλα. Τώρα ξέρω ότι ξέρεις. Τώρα ξέρω πως δεν ήταν ζήλια.
Ήταν απαραίτητο να γίνει. Ήθελα να πειστώ.
Χαίρομαι που είσαι έτσι. Χαίρομαι που δεν έπεσα έξω. Ξαναβρίσκω τις δυνάμεις μου.
Σ’ ευχαριστώ. Νιώθω σαν να έχω συνδέσει τη μοίρα μου μαζί σου.
Εσύ έχεις το Πιτ σου. Νιώθω σαν κάτι να ξεκουνάει. Σαν να αρχίζει κάτι που άρχισε από καιρό. Και δεν το κατάλαβα.
Τώρα ξέρω ότι ξέρεις.
Σου έχω εμπιστοσύνη.
Αυτά.

Γράφω αργά, σταθερά, απλοϊκά. Δε γράφω σαν κι εσένα με κομμένη την ανάσα. Τα γραφτά σου είναι στρόβιλος. Όπως στρόβιλος κι εσύ στο στρόβιλο.
Ίσως να’ χεις μεγαλύτερη δύναμη. Ίσως να σ’ έχω αδικήσει, όπως είχες πει.
Εγώ έχω κόψει τους δεσμούς μου με τα πράμματα. Με τους ανθρώπους πράγματα. Με τα γύρω που με κόβουν. Χρειάστηκα δύναμη πολλή γι’ αυτό. Γράφω αργά, σταθερά, απλοϊκά. Μπορώ και αντέχω. Αλλά εγώ σαν κινηθώ πραγματικά, εγώ γκρεμίζω. Γίνομαι στρόβιλος και εγώ. Με κομμένη την ανάσα εγώ δρω. Εγώ τα αλλάζω τα πράγματα.
Εσύ δεν έχεις κόψει. Δεν τα αλλάζεις τα πράμματα, είσαι μέσα σ’ αυτά. Αλλά σε ξέρω καλά. Είσαι πολύ μακριά από όλα τούτα. Πρέπει να χρειάστηκες πολλή δύναμη για να το κάνεις ίσως περισσότερη από μένα. Μπορείς και αντέχεις. Εσύ διάλεξες έτσι. Διάλεξες να σκίζεσαι. Σπας τον εαυτό σου χίλια κομμάτια. Δεν τα αλλάζεις τα πράγματα, αφήνεις να σε αλλάζουν. Εσύ είσαι άλλο πράγμα, διαφορετικό. Και δεν σε καταπίνουν. Γιατί περπάτησες κι εσύ στο τεντωμένο το σκοινί επάνω. Παίζεις την ψυχή σου στο δικό σου τριπ. Ίσως να την παίζεις από μένανε διαφορετικά. Αλλά πάντως την παίζεις. Όμως για να το καταλάβω χρειάστηκε να ξαναρχίσω και εγώ και να διαβάσω μερικά απ’ τα γραπτά σου. Με κομμένη την ανάσα…
Γι’ αυτό και τα γραφτά χρειάζονται κι αυτά καμιά φορά. Για να καταλαβαινόμαστε αναμετάξυ. Γιατί τύπωνες την ανάσα στο χαρτί καμιά φορά κι όχι στην ομιλία.
Και φεύγει και το προσωπείο της λεκτικής μας επαφής.
Γι’ αυτό μη σκίζεις πάντα τα χαρτιά σου αν και θέλει δύναμη γι’ αυτό.
Γιατί για κάποιον που σε ξέρει και χωρίς αυτά, όχι για κάποιον τρίτο, είσαι η ίδια συ μες στο χαρτί. Για κάποιον που σε ξέρει και μπορεί να δει, κι έχει τη δύναμη να το παραδεχτεί. Γιατί συχνά με πιάνεις και πιανόμαστε σε πιάνω και πιανόμαστε. Μονάχα σαν σωπαίνουμε και όχι σαν μιλάμε. Σαν είναι άδειο το μυαλό μας και σου ξεβιδωθούν τα μάτια. Αλλά Δε συμβαίνει κάθε μέρα τούτο. Ίσως κάποτε συμβεί. Αλλά ακόμα είμαστε εκεί και τα γραφτά χρειάζονται και αυτά.
Και ας τα γραφτά μας είναι διαφορετικά. Αλλά χρειάζονται διά το μεταξύ μας.
Για μένα που με ξέρεις. Για σένα που σε ξέρω.
Ανάποδα το γράφω απ’ ό, τι το Πα πριν. Για κάποιον τρίτο τα χαρτιά δεν χρειάζονται καθόλου.
Πάντως παρατήρησα κι αυτό. Στα γραφτά σου το τολμάς και ακουμπάς τα πάντα.
Μα εμένα δεν τολμάς να μ’ ακουμπήσεις.
Πάντως εγώ το τολμώ και σ’ ακουμπώ. Δεν ξέρω ποιο είναι το καλύτερο ή κι αν είναι το ίδιο ακριβώς. Ή αν υπάρχει το καλύτερο.
Άρα είναι έτσι.
Αρκούμαι σ’ αυτό.

---

---

Θέλεις να πατάς σταθερά.
Σ’ άρεσουν οι ρηχές θάλασσες.
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά.
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολλημένο
Στο ίδιο σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές.
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου 'λεγα
Μωρό μου, κείνο το πρωινό
Δίπλα στην σκάλα πως η ζωή
Και ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δεν χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει.
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά
Να δημιουργώ κόσμους.

---

---

o_diashmos_asimos7

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Β. Δ.

Kαφές χωρίς ζάχαρη, ουίσκι χωρίς πάγο, τζαζ χωρίς λόγια, εποχή χωρίς Βέρα, Πειραιάς χωρίς Αθήνα