Βιβλίο

Το όνειρο του Κέλτη, Μάριο Βάργκας Λιόσα, εκδ. Καστανιώτη, 2010

O Roger Casement ήταν Βρετανός πολίτης, ιρλανδικής καταγωγής, ο οποίος διατέλεσε  πρόξενος της Βρετανικής αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα σε διάφορες χώρες, στο Κονγκό, στην Βραζιλία, στο Περού. Είδε την αποικιοκρατία, αηδίασε, την πολέμησε όσο μπορούσε, και κατάφερε να την καταγγείλει, να την εκθέσει σε όλο τον κόσμο με την ασχήμια της και τις βαρβαρότητές της. Στο πίσω μέρος του μυαλού του σκεφτόταν τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας, ένα όραμα που αγκάλιαζε τις σκέψεις του σχετικά με την ελευθερία και το μέλλον του λαού του.

Αυτό το βιβλίο του Λιόσα γράφτηκε το 2010, και στα αγγλικά μεταφράστηκε το 2012. Είναι μια ιδέα για την ιστορία των Αποικιών, αν και δεν εξαντλεί τις διηγήσεις που υπάρχουν και που θα μπορούσαν να δοθούν σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Ενοχλεί πολύ αλλά και αποκαθιστά τη δικαιοσύνη με τις περιγραφές των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων, των τιμωριών που με σαδισμό πέφτουν πάνω στα θύματα. Για την συγγραφή αυτού του βιβλίου χρειάστηκαν χρόνια μελετών πάνω από ιστορικά αρχεία, και φυσικά, άπειρη διάθεση δημιουργίας και ένα έμφυτο λογοτεχνικό ταλέντο.

Πλέον είναι γνωστά αυτά που γίνονταν, αλλά τότε οι άνθρωποι σκέφτονταν έτσι: Ας χαρούμε για την πρόοδο και την ευημερία που χαρίζει γενναιόδωρα ο Ευρωπαίος αποικιοκράτης στους πρωτόγονους Αφρικανούς, Ασιάτες, ιθαγενείς Αμερικάνους! Τι δώρο εξαίσιο που είναι ο Χριστιανισμός στους βαρβάρους! Ω, μα φυσικά, πόσο καλοί είναι οι Δυτικοί που καταδέχονται να εκπολιτίσουν τον υπόλοιπο κόσμο με την οικονομία τους και τις επιχειρήσεις τους!

Αλήθεια, τα πίστευαν αυτά, όσο γελοία και ηλίθια και αν ακούγονται σήμερα. Και δεν ήταν μόνον ένα ιδεολογικό επίχρυσμα κάποιων στυγνών και οπορτουνιστών επιχειρηματιών-δολοφόνων. Όχι, ακόμα και στον πνευματικό κόσμο κάποιοι τα υποστήριζαν και τα πίστευαν. Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ είναι το πιο γνωστό παράδειγμα λαμπρού συγγραφέα (όντως, με φοβερή συγγραφική τέχνη), και ταυτόχρονα του πιο γνωστού πολιτικά ηλίθιου συγγραφέα που υποστήριζε αυτές τις χαζομάρες. Αλλά για να μην κρύβουμε την αλήθεια, απ’ την άλλη μεριά του Κίπλινγκ, και του κάθε Κίπλινγκ που εθελοτυφλεί, είναι ο Τζόζεφ Κόνραντ, και ο κάθε Κόνραντ, που περιγράφει με ρεαλισμό την κατάσταση έτσι όπως την έζησε στις Αποικίες απανταχού της γης: Ορίστε κύριοι, αυτή είναι η κατάστασή σας, το και το. Πάρτε και μάθετε. Η ντροπή πάνω σας.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, το Κονγκό, όπου έζησε πολλά χρόνια ο Casement. Αναρωτιόμαστε: Το Βέλγιο πώς κρατούσε μια χώρα ογδόντα (80) φορές μεγαλύτερή της; Με τον σταυρό στο χέρι; Οι μαρτυρίες, οι πολιτικές, οι γενοκτονίες εις βάρος των ιθαγενών είναι αποτρόπαιες, ικανές να αναγουλιάσουν και τα γερότερα στομάχια. Είναι γνωστό πώς διοικούσε ο Λεοπόλδος και τι έκαναν τα υπόλοιπα κράτη: Κλέβεις μαρούλι, πάει το χέρι. Αντιμιλάς σε λευκό, πάει το αυτί. Υπάρχουν φωτογραφίες απ’ τα διοικητήρια των Βέλγικων αστυνομικών τμημάτων, που βλέπεις ένα σκοινί απ’ τη μία άκρη του δωματίου ως την άλλη, και ανάμεσά τους, περασμένα κομμένα αυτιά. Κάτω απ’ το σκοινί, βρίσκονται καθισμένοι λευκοί χαμογελαστοί αποικιοκράτες που κρατάνε ένα τσιγάρο ή ένα τουφέκι, και που απολαμβάνουν επιτέλους την ησυχία του απογεύματος με ραθυμία μετά την παραγωγικότατη τους ημέρα, που με κόπο έκοβαν δεκάδες αυτιά πεινασμένων ανθρώπων. Φρίκη πέραν πάσης φαντασίας για τον λευκό Βρετανό, που νόμιζε ότι η Αποικιοκρατία φέρνει τον επίγειο παράδεισο στις πρωτόγονες φυλές. Μαρτυρίες και καταγγελίες εις βάρος των εκμεταλλευτών· βρώμικος πόλεμος εκ μέρους των συμφερόντων και απειλές. Ο Casement φθηνά τη γλίτωσε τη ζωή του φεύγοντας λαθραία μια μέρα με ένα καραβάκι. Ωστόσο, αυτό που είχε στο μυαλό του, το κατάφερε. Τους ξεμπρόστιασε, τους αποκάλυψε, τους κατέδωσε με πλήρη επιτυχία. Και από τότε, το Βέλγικο Κονγκό έγινε η πιο ανεπιθύμητη χώρα στο Διεθνές στερέωμα. Ο δε Casement, η persona non grata σε Βέλγικο έδαφος απανταχού της γης.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, η Λατινική Αμερική, το Περού. Εκεί υπήρχε μια περιβόητη εταιρεία παραγωγής καουτσούκ, η Εταιρεία Περουβιανού Αμαζονίου, αγγλικών συμφερόντων. Είμαστε στο 1910 περίπου. Πολλά φρικαλέα ακούγονταν. Λέει, δεν μπορεί, είναι τόσο απίστευτα αυτά που ακούμε που δεν πρέπει να πιστεύουμε ούτε τα μισά. Αλλά επειδή ακόμα και αυτά τα μισά ήταν ανήκουστα, σε συνεννόηση με τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών, πήγε εκεί για να διαλευκάνει την κατάσταση, διότι πολλές καταγγελίες έρχονταν τελευταία. Και τι να δει... Αφρική; Ποια Αφρική; Και χειρότερα! Δεν το χωρούσε ο νους του αυτό που γινόταν. Γενοκτονίες των ιθαγενών, ολόκληρες φυλές εξαφανίστηκαν από προσώπου γης μέσα σε δύο δεκαετίες. Αργά, μεθοδικά και βασανιστικά, οι καουτσουκέρος (αυτοί δηλαδή που εκμεταλλεύονταν το καουτσούκ), αφάνιζαν τους ντόπιους. Τους έπαιρναν εργάτες στη δουλειά στα λόγια, στην πράξη, σκλάβους. Επιδρομές σε χωριά, βιασμοί γυναικών, σφαγές παιδιών και εκτελέσεις απείθαρχων. Μία πραγματική κόλαση χωρίς δίκαιη τιμωρία απ’ τον Θεό, μόνον ο Διάολος εκεί. Και ο διάολος μιλούσε Περουβιανά και Αγγλικά. Τους αρσενικούς τους ανάγκαζαν να φέρνουν απ’ τη τροπική ζούγκλα μια ορισμένη ποσότητα καουτσούκ: «Αν δεν την φέρεις μέσα σε δυο βδομάδες, ξέρεις.» Αν δεν την έφερνε, μια σφαίρα στο κεφάλι, στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη, διαμελισμός και τάισμα στα θηρία.

Πάλι τα ίδια λοιπόν ο Casement, αλλά με μεγαλύτερο πείσμα. Με το πείσμα εκείνου που και να πεθάνει, θα συνεχίσει η έρευνα και μετά απ’ αυτόν. Με ένα απόλυτο αίσθημα Δικαιοσύνης. Αλλά και ο ανθρώπινος οργανισμός έχει τα όρια του. Το σώμα, φθείρεται. Κακουχίες, στενοχώριες, προβλήματα, ερωτικές απογοητεύσεις. Ο Casement ήταν ομοφυλόφιλος. Ήθελε να κάνει έρωτα χωρίς να κρύβεται σε βρώμικα στενοσόκακα, χωρίς να πληρώνει έναν αρσενικό επιβήτορα, ήθελε να νιώθει την απόλαυση. Ωστόσο, μόνο έτσι μπορούσε να την προσεγγίσει. Και ταυτόχρονα, ένιωθε ενοχές! Ήθελε να ζήσει τη σεξουαλικότητά του με το σώμα του, αλλά με την ψυχή ένιωθε εκτεθειμένος, ένοχος, κολασμένος. Το τροπικό κλίμα στο Κονγκό και την Αμαζονία του είχε διαλύσει το σώμα του. Οι φρικαλεότητες λύγιζαν την ψυχή του, τον αποδυνάμωναν και τον γέμιζαν απελπισία για το μέλλον του ανθρώπου. Αλλά όχι, δε θα τα παρατούσε, δε θα έκανε τη χάρη σε κανέναν ένοχο να αφεθεί ατιμώρητος.

Στο τρίτο μέρος, η πατρίδα, η Ιρλανδία. Αλλά, μιας και φτάσαμε έως εδώ, μιας και παρακολουθήσαμε τη γεμάτη αγώνα ζωή του, την ύπαρξή του που πάλεται από αισθήματα ελευθερίας και αποκατάστασης της δικαιοσύνης, λέω να αφήσω σε όποιον θέλει να μάθει τη συνέχεια, να την μάθει μόνος του απ’ το ίδιο το βιβλίο. Να δει τι έγινε στο τέλος με την Ιρλανδία, τι μαθήματα πήρε από τις περιπέτειες του, τι ψυχή παρέδωσε και τι άφησε πίσω του.

Για ποιον λόγο πρέπει να θυμόμαστε τον Casement ή κάποιον σαν τον Casement; Για ποιον λόγο πρέπει να ξέρουμε τι έκαναν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις στις χώρες που κατείχαν, σε αυτούς τους λαούς που υποδούλωναν; Δεν είναι πια πολύ μακριά από μας αυτά; Δεν έχουν παλιώσει;

Όχι, δεν είναι καθόλου μακριά. Τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα εξεράγησαν τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, και όχι νωρίτερα. Οι κατοπινές εμφύλιες συγκρούσεις είναι αποτέλεσμα των αποικιοκρατικών πολιτικών εν μέρει. Τα δε συμφέροντα που έχουν οι πρώην δυνάμεις κατοχής, είναι τόσα, που με το ζόρι μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι και πάλι έντονα παρόντα, εκεί.

Δηλαδή, τα γεγονότα, αλλά και η γλώσσα του Λιόσα, είναι αληθινά πέρα ως πέρα. Ειλικρινή, λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Ακόμα και –ειδικά μάλλον– όταν μας προκαλούν δυσφορία, αλλά μας μαθαίνουν την αλήθεια.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Π.Βρεττάκος

Π.Βρεττάκος