Βιβλίο Συνεντεύξεις

Συνέντευξη με τη Βάσω Κοζώνη-Τουμπάνου, συγγραφέα του Μέσα απ'τον παλιό καθρέφτη

από kaboomzine

Σίγουρα, το να κυκλοφορεί το πρώτο σου μυθιστόρημα από τις καθιερωμένες στον χώρο εκδόσεις Μελάνι, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Η Βάσω Κοζώνη-Τουμπάνου γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στη Ναύπακτο. Το 2016, εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο, με τίτλο Μέσα απ' τον παλιό καθρέφτη. Πρόκειται για ένα χειμαρρώδες μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί, στο οποίο, με όχημα έναν παμπάλαιο καθρέφτη ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας οικογένειας και, τελικά, ενός τόπου. Η Μάρα Κτενά διάβασε το βιβλίο και συνομίλησε με τη συγγραφέα για το μυθιστόρημά της αλλά και άλλα θέματα:

Η ιστορία σας εκτυλίσσεται κυρίως στην Ναύπακτο, όπου αληθινά γεγονότα συμπλέκονται με φανταστικά. Αναρωτιόμαστε σε ποιο βαθμό το βιβλίο σας βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και σε ποιο σε μυθοπλασία. Ο αναγνώστης, διαβάζοντάς το, νιώθει πως πρόκειται για μια κατάθεση ψυχής. Πώς νιώσατε καθώς βλέπατε να ζωντανεύει μέσα από τον παλιό καθρέφτη η ιστορία της οικογένειά σας; Και τι σας ώθησε στην συγγραφή αυτής της εν μέρει βιογραφικής ιστορίας;

Ένα μυθιστόρημα που κινείται στα χρονικά όρια ενός και πλέον αιώνα είναι φυσικό να μην αντιστοιχεί εκατό τα εκατό στην πραγματικότητα, κυρίως, όσον αφορά τις αναλυτικές περιγραφές των «στιγμών» όπως επίσης και των διαλόγων. Όμως οι ήρωες στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι όλοι υπαρκτά πρόσωπα και τα γεγονότα είναι αληθινά κατά 90%.

Πράγματι πρόκειται για μια κατάθεση ψυχής γιατί οι ήρωες του βιβλίου είναι οι αγαπημένοι μου που τους τράβηξα από τη λήθη. Είναι  οι καλότυχοι νεκροί που δεν λησμονήθηκαν. Όμως η μη λησμοσύνη είναι επώδυνη όπως το λέει ο Λ. Μαβίλης στο σονέτο του Λήθη: «Κι αν δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι / τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν./ Θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν».

Βλέποντας,  λοιπόν, την ιστορία της οικογένειάς μου να εκτυλίσσεται μέσα από τη μηχανή του χρόνου, (τον παλιό καθρέφτη και τα ημερολόγια εν προκειμένω), ένιωθα, στα δύο αυτά χρόνια της συγγραφής, πως ζούσα μέσα από πολλές ζωές. Συνομιλούσα με το παρελθόν και με το παρόν με την ευκολία μιας μάγισσας που μπορεί να πετάξει πάνω από τα περασμένα, να τα αγγίξει με το ραβδί της και να τα ζωντανέψει μεταφέροντάς τα στο χαρτί... (Γιατί στο χαρτί το έγραψα. Η μάγισσα, τότε, δεν ήταν γνώστης της χρήσης του υπολογιστή!) Απ' την άλλη μεριά, όμως, προχωρούσα και με τη δυσκολία μιας θνητής που έπρεπε να κάνει έρευνα μπαινοβγαίνοντας από την έμβια κατάσταση στον Αχέροντα, πράγματα ψυχοφθόρα, όταν μάλιστα πρόκειται για προσωπικό άδειασμα ψυχής.

Οι λόγοι που με ώθησαν να γράψω το μυθιστόρημα ήταν κατ' αρχήν η ανάγκη ν' αφήσω στα παιδιά και στα εγγόνια μου κάτι περισσότερο από ένα μάρμαρο, κάτι «αθάνατο», που θα τα αφορούσε μάλιστα. Πιστεύω, άλλωστε, πως το βαθύ κοίταγμα στις ρίζες δίνει στη συνέχεια της ζωής του καθένα μας μια μοναδική υπόσταση˙ και τούτο γιατί έτσι, καθώς κυλούν οι ζωές των προγόνων του μέσα στη ροή της ιστορίας, έχουν τη δύναμη να τον προβληματίσουν και να τον καθορίσουν ως προς τις επιλογές του, σε αντίστοιχες  προσεχείς ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες.

Ένας ακόμα σημαντικός λόγος που με ώθησε στη συγγραφή των συγκεκριμένων ιστοριών ήταν ότι είχα στην κατοχή μου συγκλονιστικό υλικό που αφορούσε τις ζωές των ηρώων μου. Τέλος, ο τόπος που ζω, η Ναύπακτος, αν σκύψεις βαθειά μέσα στη φυσική της ομορφιά, στους μύθους και στην ιστορία της, είναι «μια πόλη μαγική», που σε κάνει ποιητή και συγγραφέα.

 

Άποψη από το χιονισμένο λιμάνι της Ναυπάκτου. Πηγή φωτογραφίας: Nafpaktos Greece

Πώς συμπλέκεται η μεγάλη, «επίσημη» Ιστορία μιας χώρας ή ενός τόπου, με τη μικρή, βιωμένη, προσωπική ή οικογενειακή ιστορία των ανθρώπων αυτού του τόπου;

Η «επίσημη» Ιστορία γράφεται από τη συμπλοκή πολλών μικρών ή μεγάλων ιστορικών στιγμών που προκύπτουν από πράξεις ανώνυμων και επώνυμων. Υπ' αυτή την έννοια τα ιστορικά γεγονότα και οι επιπτώσεις τους καθορίζουν τη μοίρα οικογενειών, ομάδων αλλά και ολόκληρων λαών στη ροή του χρόνου και τανάπαλιν. Η Ιστορία είναι ένα μάγμα που δημιουργείται από τον χυλό των επιλογών των «μεγάλων» και των «μικρών» κάθε τόπου, αλλά και παγκόσμια, σε βάθος χρόνου.

Στο βιβλίο σας, αλλά και γενικά μιλώντας, ο καθρέφτης παίζει κάποιον συγκεκριμένο ρόλο στην πρόσληψη της πραγματικότητας; Γιατί διαλέξατε το συγκεκριμένο αντικείμενο ως αυτό που κινεί την αφήγηση; Έχει κάποια ιδιαιτερότητα; Συνειρμικά εντελώς, ο νους μας πήγε στο ποίημα του Καβάφη Ο καθρέπτης στην είσοδο, όπου επίσης ένας παλιός καθρέφτης, που «είχε δει και είχε δει, κατά την ύπαρξίν του την πολυετή, χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα», παίζει σημαντικό ρόλο, σε άλλο συγκείμενο βέβαια.

Παρότι τα Άπαντα του Καβάφη βρίσκονται στη βιβλιοθήκη και στο μυαλό μου χιλιοτσακισμένα και χιλιοδιαβασμένα, το συγκεκριμένο ποίημα δεν έπαιξε μάλλον κάποιο ρόλο στην επιλογή μου. Ίσως μόνον «ανεπαισθήτως»... Μπορεί να διάλεξα το συγκεκριμένο αντικείμενο γιατί ο καθρέφτης του μυθιστορήματος βρίσκεται ακόμα στην είσοδο του σπιτιού μου, τον βλέπω συνεχώς μπροστά μου και μοιάζει να καταγράφει τα καθημερινά έως και σήμερα. Νομίζω πως, για όσο ζει, θα ομφαλοσκοπεί στις ζωές που πέρασαν και βρίσκονται κάτω από τις επιστρώσεις του χρόνου, με το μαγικό ρεαλισμό που διακρίνει τους καθρέφτες. Γιατί απ' όλα τα αντικείμενα μόνον οι καθρέφτες έχουν πρόσβαση στον αείρροο χρόνο. Ζωντανεύουν τις φυσιογνωμίες, τις πράξεις και τα λόγια αυτών που πέρασαν μπρος απ' το άγρυπνο μάτι τους. Κινούνται παράλληλα με τους κτήτορές τους, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους, ματώνοντας αναδρομικά τις μνήμες. Βέβαια ίσως αυτές να είναι απλώς σκέψεις μιας φαντασιοσκόπου συγγραφέως!

Ποια είναι η σχέση σας με τη γλώσσα; Το βιβλίο σας περιέχει μια γλώσσα μικτή, με λέξεις προφορικού λόγου και ντοπιολαλιάς, στοιχείο που παρατηρείται και σε πολλούς μεγάλους έλληνες συγγραφείς. Θα θέλαμε ένα σχόλιο πάνω σε αυτή την επιλογή.

Δεν έχω ειδικές σπουδές όσον αφορά τη γλώσσα. Διαβάζω όμως από μικρό παιδί και έχω καταλάβει πως οι συγγραφείς που με καθόρισαν ήταν αυτοί που είχαν τη μαεστρία να κάνουν «μεγάλα βιβλία» με απλές λέξεις. Πιστεύω πως ο συγγραφέας πρέπει να έχει τα κότσια να μπερδεύει τα «περί δια γραμμάτων» με τον απλό λόγο και τις ντοπιολαλιές προκειμένου το βιβλίο να μείνει ζωντανό, να πάλλεται και να απορροφάται «από καρδιάς». Έτσι, μπαίνει ο αναγνώστης μέσα στο βιβλίο και συζεί με τους ήρωες με τέτοιο οικείο τρόπο ώστε αυτοί δεν ξεψυχούν στην μνήμη του με το πέρας της ανάγνωσης.

Το εξώφυλλο του βιβλίου

 

Τέλος, θα θέλατε να μας πείτε τι σας ώθησε στην συγγραφή ενός μυθιστορήματος εν μέσω μιας εποχής που όλο και λιγότεροι στρέφονται προς την ανάγνωση βιβλίων; Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μέλλον του βιβλίου, σε μια εποχή όπου το ίντερνετ φαίνεται να κυριαρχεί;

Πολλοί άνθρωποι, είναι αλήθεια, δεν διαβάζουν. Σήμερα αυτό το φαινόμενο είναι εντονότερο λόγω των ειδικών κοινωνικών συνθηκών όπου το ευκολοχώνευτο ίντερνετ κυριαρχεί, κυρίως στους νεότερους. Η ζωή σήμερα πιστεύω πως είναι μια ταυτόσημη εκδοχή του 1984 του Τζώρτζ Όργουελ όπου, όχι με τη βία αλλά με μία εκ του πονηρού χειραγώγηση, και μάλιστα εξ απαλών ονύχων, οι άνθρωποι που διαβάζουν βιβλία και, κατά συνέπεια, οξύνουν το νου και τη φαντασία τους μοιάζουν περιθωριακοί μέσα στο σύνολο των «δακτυλιζόντων». Το βιβλίο στην εποχή μας, αλλά και στο μέλλον περισσότερο, φοβάμαι πως είναι καταδικασμένο. «Μόνο», χωρίς συγκριτικό βαθμό, «Απόλυτο» όπως το μηδέν, «Σιωπηλό κι Ακίνητο» όπως το απαρέμφατο.

Παρ' όλα ταύτα οι συγγραφείς θα συνεχίζουν να γράφουν, με τη δύναμη ψυχής των νικημένων πεισματάρηδων, γιατί η ανάγκη τους γι' αυτήν τη μοναχική, χρονοβόρα αλλά υπέροχη και ψυχαναλυτική διαδικασία αποβαίνει εθισμός και γίνεται τρόπος ζωής. Όπως παιδιά θα συνεχίζουν να γεννιούνται εν μέσω πολέμων και οικονομικών κρίσεων, έτσι θα συνεχίζουν να γεννιούνται και βιβλία κάθε φορά που θα συνευρίσκεται ερωτικά η φαντασία με τη σκέψη.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine