Δημιουργία

Επί ξύλου

Στην ξύλινη ντουλάπα στο δωμάτιο της γιαγιάς. Κρέμεται εκεί. Ανάμεσα στα βελούδα. Αν την ανοίξεις τώρα, δεν θα την ξεχωρίσεις. Μυρίζει όμως λεβάντα. Χωρίς να βάλεις φάρμακο. Φυσικά και δε βρίσκεται εκεί από πάντα. Ποιός θα μπορούσε να κρέμεται ανέκαθεν σε μια ξύλινη ντουλάπα;

Από μικρή ήταν το άρρωστο. Το ασθενικό. Και τ’ όνομά της καθόλου δεν ήτανε Αννιώ. Το όνομά της. Κανένας δεν το προφέρει πια στο σπίτι. Το έχουν σχεδόν ξεχάσει. Όπως και τη φωνή της. Λίγα χρόνια πριν θα άκουγες νανουρίσματα ή στεναγμούς να βγαίνουν απ’ τη ντουλάπα, όταν προσπαθoύσε να βολευτεί. Και ψιθύρους που κανείς δεν ήξερε τι σημαίνουν .

Μα και τότε που υπήρχε τ’ όνομα και η φωνή, και τότε σπάνια την άκουγε το σπίτι. Τόσο διαφορετική από τους άλλους που μεγάλωναν σ’ αυτό, που ήταν φαγανοί και άγριοι. Κι όταν καμιά φορά την άφηναν κι έπαιζε κι αυτή κρυφτό μαζί τους, συνήθως την ξεχνάγανε και ώρες πολλές αργότερα τη βρίσκαν να κοιμάται γαλήνια μες στην κρυψώνα της.

Αυτήν εδώ. Όταν αρρώσταινε, η μάνα της ήξερε και της έστρωνε μες στη ντουλάπα. Οι γειτόνισσες την κορόιδευαν που της έκανε τέτοιο χατίρι. Μα αρρώσταινε τόσο συχνά. Και στο κάτω κάτω, πάντοτε γιατρευόταν. Αργά ή γρήγορα. Κι άλλωστε που να βρει πιο ζεστά από τα μάλλινα. Κι όταν πια έπαψε να γίνεται καλά, τότε η ντουλάπα έγινε η κλίνη η κανονική. Της έστρωσε το στρώμα το καλό και τη σκέπασε με κουβέρτες και παπλώματα τόσα που μια φορά τρόμαξε να τη γνωρίσει μέσα τους. Λίγο να την έβγαζες από κει, αμέσως έπεφτε με πυρετό για βδομάδες. Και τα ποδαράκια της αχρήστεψαν κι έγιναν λεπτά. Κι η μάνα για να της αλλάζει τα στρωσίδια, και να της τρίβει το σώμα ώστε το πετσί μην ξεκολλήσει, πήρε και την πέρασε μέσ’ από μια κρεμάστρα. Κι αν είχε καλό καιρό, έτσι για να τη δει λίγο ο ήλιος, την άπλωνε μαζί με τη μπουγάδα. Κι όπως έσταζαν τα ρούχα, έτσι στράγγιζε κι ο πυρετός της. Με τον καιρό έπαψε και να πεινάει κι απολάμβανε να μασουλά τα φρεσκοπλυμένα μαντήλια του παππού.

Κι όταν τ’ αδέλφια της φώναζαν μες στην έξαψη για τις τρεχάλες της ημέρας, εκείνη κούναγε τα ποδαράκια πέρα δόθε και η κρεμάστρα που ‘ταν ξύλινη κι είχε σιδερένια αγκιστράκια της τρύπαγε τα μπράτσα. Κι όσο η μητέρα ζούσε φρόντιζε τις πληγές και της άλλαζε τις γάζες, και την ξεκρέμαγε για να την πλύνει και να τη δείξει, έστω για λίγο, στον ήλιο. Και θα της έραβε ένα ντύμα, που θα έκανε το ξύλο απαλό κρεββάτι. Ύστερα όμως, ποιος να τη θυμηθεί έτσι ήσυχη που ήταν; Και η κρεμάστρα δεν την αποχωρίστηκε έκτοτε. Μόνο καμιά φορά τ’ αδέλφια άνοιγαν την πόρτα ήσυχα και την κοίταγαν που κοιμόταν κρεμασμένη.

Κάτω από τις μασχάλες της το δέρμα είχε μελανιάσει κι όποτε έκανε να κουνηθεί πόναγε αφόρητα. Τα χέρια της κρέμονταν και πρήζονταν συχνά ή μυρμηγκιάζαν. Τα δάχτυλα των ποδιών της άγγιξαν κάποτε το πάτωμα, μα όπως πέρασε ο καιρός σηκώθηκαν πάλι κι έπαψαν πια να το φτάνουν. Μα ένα πρωί που ξύπνησε βρήκε ένα μεγάλο κουτί παιδικών παπουτσιών για να πατάει όταν θέλει. Άλλες φορές κοιμόταν μέρες ολόκληρες, κι άλλες φορές δεν έκλεινε μάτι για βδομάδες. Εκείνα τα βράδια αγωνιούσε, μην στον ύπνο της γλιστρήσει και πέσει απ’ την κρεμάστρα, και βύζαινε τα υφάσματα, που δεν ήταν πια φρεσκοπλυμένα, και κλωστές κρέμονταν στα δόντια της που θα έφευγαν όταν η ύλη τους θα διαλυόταν. Και νανούριζε τα βελούδα για να την πάρει ο ύπνος και δίπλωνε τα μαντηλάκια για να κοιμηθούν πλάι στα χασμουρητά της, που ήταν αλαφρά και νόμιζες πως χώραγαν όλον το λήθαργο του πλανήτη. Κι ο σκόρος, ύπουλος, της έτρωγε το νυχτικό, και ύστερα τα μαλλιά, τα φρύδια και τα βλέφαρά της. Και αφού για να ευχηθεί δεν είχε άστρα, έβλεπε όνειρα στην κρεμάστρα. Όνειρα από ύφασμα ξεσκισμένο κι αμπάλωτο και τα χείλη της έτρεμαν και βρέχονταν από υγρό που βγαίνει από τα μάτια και τη μύτη. Που μούσκευε και τα ρούχα που κρέμονταν πάνω της και μπροστά της.

Και ξέχασε τις λέξεις, εκτός από εκείνες που την έκαναν να χαμογελά. Και ο κόσμος έγινε πάλι εικόνες ελεύθερες από μηνύματα. Εικόνες που έρχονται και χάνονται. Και αν εμφανιστούν ξαφνικά, σε κάνουν να εκπλήσσεσαι από το θαύμα και να γελάς. Και κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια μετά από ένα μεγάλο ύπνο, τα χείλη της άνοιγαν έτσι όπως συμβαίνει σε όσους δεν έχουν ακόμα όνομα ή σε όσους το ξέχασαν κάπου. Και όταν οι νύχτες γίνονταν μέρες με τα πανάκια και τα βελούδα να μένουν ανονείρευτα, τότε θα άκουγες κλάμα βρεφικό να αντηχεί, αν οι χορδές της φωνής δεν είχαν γίνει κι αυτές ύφασμα. Κι ένα πρωί που ξύπνησε, ήταν κι αυτή λεπτή κλωστούλα, κρυμμένη μες σε υφάσματα που κάποτε είχαν όνομα, μα τώρα αμπάλωτα πανιά.

Γι’ αυτό όσο κι αν ψάχνεις μες στη ντουλάπα, δε θα τη βρεις.

Άγγιξε με προσοχή το παλιό ξύλο του επίπλου. Άφησε όλο το βάρος πάνω του. Ανάπνεε όσο πιο ήσυχα μπορείς και γύρε το κεφάλι πάνω στον κορμό. Κλείσε τα μάτια κι αφουγκράσου. Μπορεί ν’ ακούσεις κάτι που μοιάζει με «φτου ξελεφτερία».

Άραγε πόσες κρεμάστρες να κουβαλούν ψιθύρους σε κλωστές

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Ανθή Φουντά