Εικαστικά Συνεντεύξεις

Μπλε Κομήτης: μια συζήτηση με τον Γιώργο Γούση

kaboomzine
από kaboomzine

Επτά χρόνια μετά το τέλος της κυκλοφορίας του περιοδικού 9 της Ελευθεροτυπίας, ένα νέο περιοδικό κόμικ κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά: ο Μπλε Κομήτης! Για αυτό το τολμηρό εγχείρημα, ενάντια στην υποχώρηση του «έντυπου», στην οικονομική κρίση αλλά και στις προκαταλήψεις που υπάρχουν ακόμα γύρω από αυτή την τέχνη μας μίλησε ο αρχισυντάκτης του περιοδικού και καλλιτέχνης κόμικ Γιώργος Γούσης. Του κάναμε κάποιες ερωτήσεις και να τι μας απάντησε:

Σε μία εποχή που η διασπαστικότητα του ίντερνετ καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, τι ρόλο πιστεύετε ότι θα παίξει ένα έντυπο περιοδικό κόμικ; Μπορεί άραγε να οδηγήσει μια νέα γενιά αναγνωστών να ξανα-ανακαλύψει  και να αγαπήσει το έντυπο; Και κάτι καθόλου δευτερεύον: ποιοι είναι οι όροι για την οικονομική βιωσιμότητα του εγχειρήματος;

Oυσιαστικά, εμείς πιστεύουμε ότι το ίντερνετ αποτελεί μια άλλη φόρμα. Ακόμα και τα κόμικ που δημοσιεύονται στο ίντερνετ πρέπει να είναι προσαρμοσμένα για να διαβαστούν σε web περιβάλλον, πράγμα που σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι δεν μπορείς να δεις «σαλόνι», ότι δεν μπορεί να συνομιλήσει η μία σελίδα με μία άλλη, καθώς και ότι στο ίντερνετ τα κόμικ δεν αποθηκεύονται κάπου, δεν τα έχεις στην βιβλιοθήκη σου, δεν έχεις οπτική επαφή μαζί τους. Χάνονται, πρέπει να ξαναμπείς σε ένα site, πρέπει να τα ξαναβρείς. Δεν πέφτουν τυχαία πάνω σου, όπως όταν τα έχεις σπίτι σου, όταν λόγου χάρη είσαι στο γραφείο σου, πέφτει το μάτι σου σε ένα κόμικ και αρχίζεις να το διαβάζεις.

Επίσης, κάτι διαφορετικό σε σχέση με τα ιντερνετικά κόμικ είναι ότι το τελικό προϊόν υπάρχει μόνο όταν εκτυπωθεί. Ακόμη, στο ιντερνετικό δεν καταναλώνεις τον ίδιο χρόνο, δεν μπορείς να πας εύκολα μπρος-πίσω όπως στο βιβλίο, να το μυρίσεις...Δηλαδή, είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Τώρα, το ότι κάποιος ασχολείται περισσότερο με το ίντερνετ, ίσα ίσα καθιστά και το βιβλίο κάτι το πιο ιδιαίτερο. Θες να είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα στην καθημερινότητά σου. Και κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με ένα περιοδικό κόμικ.

Όσον αφορά στο ζήτημα του εντύπου, θα έλεγα ότι οι εφημερίδες και οι ειδήσεις, παραδείγματος χάρη, έχουν περάσει στο ίντερνετ, αλλά το κόμικ και η λογοτεχνία δεν έχουν περάσει στο ίντερνετ. Δεν μπορούν να περάσουν στο ίντερνετ.Δεν διαβάζει κανείς μυθιστόρημα στο ίντερνετ, ούτε μπορεί να διαβάσει ένα γκράφικ νόβελ στο ίντερνετ– αν και μπορεί ενδεχομένως να διαβάσει κανείς ένα στριπ.

Πάντως, η πρώτη επίδραση που θα έχει στον αναγνώστη το περιοδικό είναι ότι θα τον κάνει να βγει να το αγοράσει, να κάνει μία κίνηση που δεν κάνει πια, να βγει, παραδείγματος χάρη, μια βόλτα μέχρι το περίπτερο. Πράγμα που σήμερα το κάνουμε για να πάρουμε τσιγάρα, αλλά πλέον θα το κάνουμε και για ένα περιοδικό.

Σχετικά με το οικονομικό ζήτημα, δεν ξέρω ακριβώς ποιο νούμερο θα ήταν το επιθυμητό. Πάντως, οι όροι για την οικονομική βιωσιμότητα του περιοδικού είναι να αγοραστεί από ένα κοινό κάποιων χιλιάδων ανθρώπων. Ίσως λιγότερων από 10.000, όμως κάποιες χιλιάδες άνθρωποι είναι έναςστόχος τον οποίο θεωρούμε όχι εύκολο, αλλά εφικτό.

Καρέ από την ιστορία του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ, που φιλοξενείται στο πρώτο τεύχος.

Τι δυσκολίες έχει ο ρόλος του αρχισυντάκτη για σένα; Είναι εύκολο ένας καλλιτέχνης να δεχθεί δημιουργικές παρεμβάσεις στο έργο του, ιδίως από συνάδελφό του; Πώς λειτούργησε η συνεργασία μεταξύ τόσων καλλιτεχνών; Επιπλέον, ποια θα είναι τα κριτήρια με τα οποία θα επιλέγονται οι μελλοντικοί συνεργάτες;

Kατ’ αρχάς, έχει τις ίδιες δυσκολίες που θα μπορούσε να έχει για οποιοδήποτε αρχισυντάκτη. Δεν είναι εύκολο ούτε να να κρίνεις ούτε να συνδιαλέγεσαι με ανθρώπους που έρχονται να σου ζητήσουν να δημοσιεύσεις κάτι δικό τους. Και φαντάζομαι ότι, ακόμη και αν δεν ήμουν ο ίδιος δημιουργός, πάλι την ίδια διαδικασία θα περνούσα. Τώρα υπάρχει ένα επιπλέον ρίσκο, γιατί ενδέχεται να με βλέπουν κατά κάποιον τρόπο«με μίσο μάτι», με τη λογική ότι μπορεί να τους κρίνω αυστηρά ή με βάση το δικό μου προσωπικό κριτήριο. Αλλά αυτό δεν ισχύει. Προσπαθώ να βλέπω τη δουλειά του δημιουργού και τη δουλειά του αρχισυντάκτη σε ένα περιοδικό ως δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, το να επέμβεις δηλαδή στο έργο του άλλου, είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό κατ’ εμέ δεν είναι πρέπον. Εκεί δεν πρέπει να υπάρχει παρέμβαση. Υπάρχει συζήτηση και συνδιαλλαγή.

Ο σκοπός ο δικός μας κατ’ αρχάς είναι το περιεχόμενο να έχει μία ποιότητα, να έχει μία αισθητική, να προτείνει κάτι και να είναι κατανοητό, να είναι σαφές, να μην έχει προβλήματα στην αφήγησή του κ.λπ.

Προφανώς είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους που επιθυμούν να προτείνουν πράγματα. Ήδη τις πρώτες 2-3 εβδομάδες που διανύουμε έχουμε δεχθεί με μεγάλη χαρά πάρα πολλές προτάσεις, και μάλιστα αρκετές αξιόλογες. Και είναι ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για έτοιμες ιστορίες, αλλά γιαανθρώπους που μας δείχνουν ένα δείγμα δουλειάς και θέλουν να συμμετάσχουν, να βρουν έναν τρόπο να δημοσιεύσουν κάτι μέσα στο περιοδικό.

Αυτός ήταν άλλωστε και ο κύριος λόγος που φτιάξαμε το περιοδικό. Γιατί, και εκδοτικά μιλώντας, δεν μπορούσαμε να διαχειριστούμε το υλικό που μπορεί να μας άρεσε και μπορεί να ερχόταν στα χέρια μας, αλλά δεν γινόταν να ενταχθεί σε κάποια έκδοση γράφικ νόβελ ή, γενικότερα, σε κάτι μεγάλο που μπορεί να εκδοθεί από έναν εκδοτικό οίκο που βγάζει βιβλία.

Μία από τις πρώτες ιστορίες του πρώτου τεύχους είναι η διασκευή της «Παραλογής» από το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Υπάρχει δηλαδή μία επαφή με την παράδοση και συγκεκριμένα με την ελληνική παράδοση σε ένα μέσο που οι περισσότεροι στην Ελλάδα το έχουν ταυτίσει με άλλα πράγματα, λόγου χάρη με την επιστημονική φαντασία. Αυτό υποδηλώνει κάτι ως προς τους στόχους και το πρόταγμα του Μπλε Κομήτη;

Kαλά, το ότι έχει ταυτιστεί το κόμικ με την επιστημονική φαντασία, στον βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο, είναι πρόβλημα όσων έχουν αυτή τη θεώρηση, δεν είναι πρόβλημα των κόμικ. Τα κόμικ είναι απλά ένας τρόπος να αφηγείσαι ιστορίες. Δεν σου λέει κανείς ότι πρέπει να ταιριάζουν κάποιες συγκεκριμένες ιστορίες με κάποιο είδος. Προφανώς αν συνέβαινε αυτό δεν θα μιλούσαμε για τέχνη.

Τώρα, μια επαφή με την παράδοση –και όχι μόνο με την παράδοση, αλλά και με την ελληνική πραγματικότητα, τους χαρακτήρες που κατοικούν στην Ελλάδα και ευρύτερα στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, τις αφηγήσεις, τους μύθους, τις παραδόσεις και την πραγματικότητα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή– είναι κάτι που μας αφορά σε μεγάλο βαθμό. Κυνηγάμε, ας πούμε, τέτοιες ιστορίες και τέτοιους ανθρώπους, που μπορούν να εκφράσουν αυτό το πράγμα, χωρίς βέβαια να αγγίζουν το εθνικιστικό στοιχείο. Επίσης, θέλουμε να έχουμε σχέση και με τη λογοτεχνία –που προφανώς και αυτή δεν έχει συγκεκριμένο είδος, δεν είναι μόνο η παράδοση, η επιστημονική φαντασία ή το αστυνομικό– και θέλουμε να συνδυάζουμε και συγγραφείς με δημιουργούς κόμικ. Επίσης, επιθυμούμε να φέρουμε κοντά δημιουργούς κόμικ μεταξύ τους μέσω συνεργασιών, αλλά και σεναριογράφους ή ειδικευμένους συγγραφείς κόμικ, στην προσπαθεία κατ’ αρχάς να περάσουν καλά, να γουστάρουν τη διαδικασία και να παραγάγουν πράγματα που τους αρέσουν, που κάνουν κέφι. Μόνο έτσι, πιστεύω, θα βγουν ιστορίες που θα ενδιαφέρουν και το κοινό. Αυτό το είδαμε και σε μια έκθεση πέρυσι με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς («Ένα γλυκό ξημέρωμα»). Ήταν μια έκθεση με πολύ ωραίες δουλειές· αν είχε πάει κάποιος, εκπλησσόταν. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που έγινε και η κουβέντα για το περιοδικό, γιατί είδαμε πάρα πολύ ωραίες δουλειές με ελληνικά θέματα, οι οποίες έστεκαν φοβερά.

Θεωρώ ότι πρέπει αρχικά οι δημιουργοί να έρθουν ένα βήμα πιο κοντά στο κοινό και στην πραγματικότητά του. Έτσι, το κοινό θα εκπαιδευτεί. Δεν θα έρθει το κοινό ένα βήμα πιο κοντά στα geeks, ας πούμε, του κόμικ.

Ο επιδιορθωτής- Παναγιώτης Μητσομπόνος

Στο πρώτο τεύχος, εκτός από τις ιστορίες και τα σκίτσα, υπάρχουν οι συνεντεύξεις του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη και του street artist WD, που αναδεικνύουν τη σχέση τους (και κατ’ επέκταση τη σχέση του σινεμά και της street art, αντίστοιχα) με τα κόμικ. Σκοπεύετε και στο μέλλον μέσω των συνεντεύξεων να ανιχνεύετε τη διάδραση διαφόρων πεδίων με την τέχνη του κόμικ; Και ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά; Η πολιτική; Η φιλοσοφία;

Όπως είπα και πριν, κάνουμε μία προσπάθεια να ανοίξουμε την τέχνη του κόμικ και στις άλλες τέχνες, κυρίως στη λογοτεχνία, αλλά και το σινεμά και το street art. Και επειδή είμαστε περιοδικό που θα κάνουμε συνεντεύξεις, παρουσιάσεις κ.λπ., θέλουμε να στοχεύουμε και σε άλλες μορφές τέχνης, ακόμα και την ποίηση ή το θέατρο. Να μπορείς να βρεις πράγματα που συνδιαλέγονται πάντα με τα κόμικ. Από την άλλη, όσον αφορά στις ιστορίες, ψάχνουμε πράγματα που θα μας εκπλήξουν, δεν απορρίπτουμε μία ιστορία με πολιτικό υπόβαθρο, ούτε μία ιστορία με φιλοσοφικό υπόβαθρο, το αντίθετο μάλιστα.

Όσον αφορά πάλι την πολιτική, εμείς δεν εκπροσωπούμε κάποια συγκεκριμένη πολιτική θέση, προσπαθούμε να είμαστε δημιουργικοί. Επίσης, δεν μπορούμε να πιάσουμε την πολιτική επικαιρότητα, καθώς βγαίνουμε κάθε τρεις μήνες. Επομένως, αν υπήρχε κάποια αναφορά, θα αφορούσε σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Οπότε δεν μιλάμε για τα γεγονότα που τρέχουν, γιατί ένα τέτοιο περιοδικό, αν το πιάσει κάποιος στα χέρια του ύστερα από 20 χρόνια, δεν θα έχει κανένα νόημα, δεν θα καταλαβαίνει τι γίνεται.

Προφανώς, δεν θα βάλουμε κάποιον που κάνει ένα μανιφέστο για ένα ναζιστικό μόρφωμα, όπως τη χρυσή αυγή, αλλά δεν θα βάλουμε και κάποιον που κάνει ένα μανιφέστο για ένα πολιτικό κόμμα.

Δεν θέλουμε, από την άλλη, το περιοδικό να είναι και ένας χώρος ουδετερότητας. Θέλουμε να είναι ένας χώρος που να γίνεται χαμός. Έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα. Πρέπει να είναι έντονα και τα συναισθήματα και αυτά που διαβάζει κανείς μέσα στις ιστορίες, ακόμα και underground και πορνό. Μιλάμε για πάθη, μιλάμε για ένταση, δεν έχει να κάνει με την ουδετερότητα σε καμία περίπτωση.

Μένοντας λίγο στη σχέση του κόμικ με το σινεμά, θα θέλαμε να θίξουμε ένα ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκε και ο Γ. Οικονομίδης στη συνέντευξή του: τα δύο αυτά είδη τέχνης μοιράζονται πολλές δομές, τρόπους αφήγησης και στοιχεία αισθητικής. Πώς εξηγείται λοιπόν η πολύ μεγαλύτερη απήχηση που έχει ο κινηματογράφος σε σχέση με το κόμικ;

Kατ’ αρχάς, μπορεί ο κινηματογράφος με το κόμικ να μοιράζονται πολλά στοιχεία, αλλά έχουν και πολλές καίριες διαφορές. Από την άλλη, μιλάμε για το τι απήχηση μπορεί να έχει ένα κόμικ σε σχέση με μια ταινία ή ένα βιβλίο. Δεν μετριέται ακριβώς, γιατί αν μιλάς για μία επιτυχημένη ταινία και ένα επιτυχημένο κόμικ, μπορεί να είναι ίδια η απήχησή τους.Απλώς η ταινία έχει σκορπίσει πάρα πολλά λεφτά, οπότε πρέπει να κάνει μεγαλύτερο θόρυβο στα μέσα, μεγαλύτερες καμπάνιες.Και ήδη είναι ένα μέσο που αφορά πολύ κόσμο: ήδη στο σινεμά έχει 200-500 άτομα που θα το δουν, οπότε μιλάμε για ένα υπερθέαμα, ένα μεγάλο νούμερο ανθρώπων, ένα πράγμα που έχει φτιαχτεί για πολύ κόσμο.

Αλλά δεν θεωρώ ότι είναι πιο διαδομένη τέχνη , απλά είναι πιο εντυπωσιακό το θέαμα, έχει πολύ περισσότερο κοινό, χρειάζεται πολύ περισσότερα λεφτά για να παραχθεί και έτσι χρειάζεται πολλούς ανθρώπους να δουλέψουν γι' αυτό. Συνεπώς από μόνο του,ως κατασκευή, είναι κάτι φτιαγμένο για πολλούς ανθρώπους και «στο γρήγορο». Δηλαδή μία ταινία μπορεί να μείνει μία εβδομάδα, μπορεί να μείνει ένα μήνα. Επίσης, είναι το πιο εύκολο μέσο ώστε ο θεατής να προσλάβει μία ιστορία. Στο βιβλίο ή στο κόμικ είναι ένα «τσικ» πιο εμπλεκόμενος στη διαδικασία.

Ίσως, όμως, πράγματι, στην Ελλαδα το σινεμά να είναι πιο διαδεδομένο. Μην ξεχνάμε όμως ότι το βαρέλι απ' όπου τα τελευταία χρόνια το σινεμά αντλεί κατά κόρον ιστορίες είναι η λογοτεχνία και το κόμικ. Στην Αμερική είναι εξίσου διαδεδομένο το κόμικ με το σινεμά και είναι μέσα στην κουλτούρα τους, οι άνθρωποι που πηγαίνουν σινεμά θα διαβάζουν και κόμικ.

Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια τα κόμικ παγκοσμίως ανακαλύπτονται από ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του κοινού και από subculture τείνουν πλέον να καταστούν μέρος της ποπ κουλτούρας. Το Hollywood και η αμερικανική τηλεοπτική παραγωγή έχουν παίξει μεγάλο ρόλο σ’ αυτό. Αυτό δημιουργικά είναι θετικό για τους καλλιτέχνες ή αποτελεί παγίδα για αναμασήματα και διασκευές του υπάρχοντος περιεχομένου;

Koίτα, αν εγώ σαν καλλιτέχνης θέλω να κάνω Avengers, που κατά επέκταση μπορεί να γίνει μία ταινία ή οτιδήποτε, τα δικαιώματα ανήκουν σε μία εταιρεία. Πρέπει να γίνω μέλος, παραδείγματος χάρη, της Marvel. Oπότε τα δικαιώματα δεν ανήκουν σε εμένα, είμαι υπάλληλος μίας εταιρείας. Τώρα, αν θέλω να γίνω υπάλληλος μιας εταιρείας, ξέρω ότι υπάρχει ένας τρόπος, μπορώ να το κάνω και να πάρω μέρος σε αυτό. Έτσι και αλλιώς, είναι τόσο μεγάλη η δύναμη που έχει μία εταιρεία για να φτάσει στο Hollywood σε σχέση με εμένα, που θα βγάλω ένα βιβλίο σε μία οποιαδήποτε μικρή ή ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία, που δεν μπορώ να έχω αυτό στο μυαλό μου.Μου φαίνεται τρελό να το κάνω με σκοπό να το βρει κάποιος για να το κάνει ταινία.

Όσον αφορά την επιρροή που ασκεί η επέλαση των υπερ-ηρώων στο σινεμά στους δημιουργούς, καλώς κάνεις και το κάνεις, αν σου αρέσει. Αν το κάνεις επειδή πιστεύεις ότι θα πουλήσει, έχεις εκ των πραγμάτων λάθος. Αυτό είναι σαν να εμπορεύεσαι νοσταλγία ή να πας να κάνεις κάτι που μοιάζει με το Game of thrones: θα είναι κάτι που θα μοιάζει με το Game of thrones, δεν θα είναι όμως κάτι πρωτότυπο. Το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, θέλει κάτι που θα το εκπλήξει.

Βέβαια, ακόμα και το «αναμάσημα» θα έχει σίγουρα κάποιες καλές πτυχές, αν διασκεδάζεις στη διαδικασία δημιουργίας.

Ο Γιώργος Γούσης με το πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη.

Ένα ακόμη πράγμα που μας έκανε εντύπωση στο πρώτο τεύχος του Κομήτη ήταν η έμφαση στο ερωτικό και μάλιστα στο σεξουαλικό στοιχείο. Θα αποτελέσει μόνιμο χαρακτηριστικό του περιοδικού; Και γενικότερα, τι ρόλο παίζει το σεξ μέσα στη μυθολογία των κόμικ;  

Όπως είπα και πριν, αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι η ελευθερία στα διάφορα είδη και το να υπάρχει ένταση, να υπάρχει πάθος. Έτσι, θεωρήσαμε ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το σεξ–μια μεγάλη μερίδα που θεωρούταν και ψιλο-παράνομη όλα αυτά τα χρόνια–, αλλά να τα εντάξουμε, να τους δώσουμε μια καλή θέση μέσα στο περιοδικό. Γι' αυτό προφανώς υπάρχει στο εξώφυλλο το σήμα «18+», είναι νομικά τα κριτήρια, δεν μπορείς να δημοσιεύσεις κάτι χωρίς να προειδοποιείς.

Θα αποτελέσει σίγουρα μόνιμο στοιχείο. Θα υπάρχει και σαν στήλη αλλά και γενικά είναι ελεύθεροι οι δημιουργοί να δείξουν και γυμνό. Δεν πρέπει να σπάσουμε τα ταμπού των κόμικ με το γυμνό αλλά τα ταμπού της κοινωνίας γενικότερα, οποιοδήποτε ταμπού.

Και η καύλα είναι ένα στοιχείο που μας ενδιαφέρει στο περιοδικό ως νοοτροπία των δημιουργών, θέλουμε να καυλώνουν γι' αυτό που κάνουν, ό,τι και αν είναι αυτό. Οπότε, εάν είσαι καυλωμένος με αυτό που κάνεις, κατ’ εμέ, θα έχει ενδιαφέρον και το προϊόν, η τελική αφήγηση. Βέβαια, αρχικά δεν το σκεφτήκαμε έτσι, ότι δηλαδή θα επιχειρήσουμε να σπάσουμε κάποια ταμπού. Πολύ απλά, θεωρήσαμε το ερωτικό στοιχείο ως ένα σαφές μέρος των αφηγήσεων και συνεπώς σκεφτήκαμε ότι θα πρέπει να υπάρχει χώρος γι’ αυτό, όπως υπήρχε και στη Βαβέλ.

Εντάξει, δεν θα το πάρει μία κυρία για το δεκάχρονο παιδάκι της, αλλά έτσι και αλλιώς δεν θα το έπαιρνε, γιατί δίπλα έχει μία ιστορία sci-fi με ρομπότ και ανθρώπους που κανιβαλίζουν άλλους ανθρώπους. Είναι ok αυτό για τους δεκαεξάχρονους, αν θεωρήσουμε ότι δεν είναι ok το σεξ;

Πρόσφατα δήλωσες ότι το συχνότερο πρόβλημα με τα ελληνικά κόμικ είναι το σενάριο. Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο σε μια χώρα με πλούσια αφηγηματική παράδοση;

Εντάξει, το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στο σινεμά. Δεν υπάρχουν σεναριογράφοι, γιατί δεν υπάρχει τόσο μεγάλη παραγωγή και δεν υπάρχουν άνθρωποι που να θεωρούνται εκ του επαγγέλματος σεναριογράφοι, δεν υπάρχει κάποιος που να του να αναθέσεις μία ιδέα και να τη φέρει εις πέρας τεχνικά. Κι αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει ακόμα τόσος όγκος δουλειάς και δεν έχει αναπτυχθεί αυτό το επάγγελμα. Επίσης, πολλοί άνθρωποι προτιμούν εδώ να γράφουν τα δικά τους, ακόμα και αν δεν είναι τεχνικά καταρτισμένοι για να γράφουν ένα σενάριο. Και το ίδιο υπάρχει και στα κόμικ, που είναι επίσης μια φρέσκια τέχνη, προτιμούν δηλαδή οι ίδιοι οι δημιουργοί να κάνουν το δικό τους. Και στο σινεμά υπάρχει αυτό, είναι ο «auteur», ο σκηνοθέτης που έχει όλη την ελευθερία, αλλά σπάνια υπάρχει κάποιος μεγάλος auteur που έχει την δυνατότητα να τα έχει όλα.

Πρέπει ένας άνθρωπος να μπορεί να βγάζει λεφτά από το να γράφει σενάρια. Αν υπήρχε η δυνατότητα αυτή, αν μπορούσε να γίνει το επάγγελμά του, θα υπήρχαν και περισσότεροι, φαντάζομαι.

Εντάξει, το σχέδιο είναι αυτό που βλέπει κανείς πρώτο, και όπως και με τον σκηνοθέτη στον κινηματογράφο, έτσι και ο σχεδιαστής έχει το πρόσταγμα και τον μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Αμερική οι φίρμες είναι οι σεναριογράφοι στα κόμικ και όχι οι σχεδιαστές. Αλλά εκεί λειτουργεί ανάποδα, ο σεναριογράφος έχει τον απόλυτο έλεγχο της ιστορίας, μάλιστα αφηγείται καρέ-καρέ, εικόνα-εικόνα στον σχεδιαστή τι να κάνει.

Πάντως, όσον αφορά την προσέγγιση σεναριογράφων, ήδη υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι μπορούν να γράψουν αλλά δεν μπορούν να σχεδιάσουν και στέλνουν υλικό. Από την άλλη, προσπαθούμε κι εμείς να βρούμε συγγραφείς ή δείχνουμε το περιοδικό σε συγγραφείς ή και σε ανθρώπους από άλλα κόμιξ και τους λέμε «Ψήνεσαι να γράψεις κάτι;»

Δηλαδή, για ανθρώπους που γράφουν σενάρια για τον κινηματογράφο, είναι πολύ πιο άνετο να γράψουν για ένα κόμικ, γιατί δεν θα τους περιορίζει το μπάτζετ ούτε κανένας παραγωγός.

Τόσο το editorial, όσο και η επιστροφή του νουάρ ντέτεκτιβ Φιλ Πωτ, κλείνουν το μάτι στο 9, το πάλαι ποτέ ένθετο περιοδικό κόμικ της Ελευθεροτυπίας. Το 9, εκτός από πλήθος αξιόλογων ελληνικών δημιουργιών, είχε κατά καιρούς φιλοξενήσει και έργα-σταθμούς διεθνών καλλιτεχνών – με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Μεταβαρώνοι, League of Extraordinary Gentlemen, Valerian. Το μελλοντικό πλάνο του Μπλε Κομήτη περιλαμβάνει κάτι αντίστοιχο ως προς τη γνωριμία του ελληνικού κοινού με ξένους δημιουργούς ή θα επικεντρωθεί στην πρωτότυπη ελληνική δημιουργία;

Όταν έβγαινε η Βαβέλ στη δεκαετία του ’80, δεν υπήρχε ούτε το ίντερνετ, ούτε άλλο περιοδικό που να ασχολείται με την underground κoυλτούρα. Επίσης δεν υπήρχαν εκδοτικοί οίκοι που να βγάζουν κόμικ στην Ελλάδα. Τώρα, ακόμη και μεγάλοι εκδοτικοί, όπως ο Πατάκης ή ο Κέδρος, βγάζουν κόμικ και έχουν στραφεί προς τα εκεί. Επίσης, δεν υπήρχαν Έλληνες δημιουργοί, ήταν ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα και πολύ μέτριοι. Συνεπώς, τι έπρεπε να κάνει η Βαβέλ; Να δημοσιεύσει μεγάλα έργα ξένων δημιουργών, ώστε να αρχίσει να καλλιεργείται αυτό το πράγμα στο ελληνικό κοινό και στους δημιουργούς.

Το 9, από την άλλη, έδωσε χώρο και σε Έλληνες δημιουργούς. Τώρα πια, στα επτά χρόνια που έχουν περάσει από το 9, υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι που βγάζουν άλμπουμς γνωστών, σύγχρονων και παλιών δημιουργών κόμικ και πολλά έργα μεταφράζονται στα ελληνικά και εκδίδονται. Υπάρχει το σύστημα αυτό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη ένα περιοδικό να προβάλει και να συστήνει αυτά τα πράγματα στο κοινό.

Οπότε υπάρχει μια μεγάλη γκάμα νέων δημιουργών που θέλουμε να παρουσιάσουμε στο κοινό και θέλουμε να αρχίσει να παράγει μεγάλα έργα. Να τους δώσουμε βήμα για να παραγάγει αφηγήματα που να αφορούν κόσμο και να γίνουν γνωστά στην εγχώρια αγορά. Ταυτόχρονα υπάρχουν άλλοι εκδοτικοί που βγάζουν πολλούς ξένους τίτλους. Δεν είναι ότι πρέπει να ενημερωθείς ή ότι θα δεις κάτι που δεν έχεις ξαναδεί από το εξωτερικό.

Παρόλ' αυτά, αν εμείς καταφέρουμε να παραγάγουμε κάτι με ξένους δημιουργούς, θέλουμε να δημοσιεύουμε κάτι που θα τραβήξει το ενδιαφέρον ή θα είναι σπάνιο και πρωτότυπο και ειδικά φτιαγμένο για το περιοδικό. Απλώς έχουμε άλλες προτεραιότητες αυτή τη στιγμή. Καλύπτουμε ένα κενό, ενώ θεωρούμε ότι το κομμάτιτων ξένων δημιουργών είναι καλυμμένο λίγο-πολύ στην αγορά. Δεν είναι ότι δεν εκπροσωπείται.

Η στήλη «Στην Τροχιά των Κόμικ» δείχνει πως παρακολουθείτε αρκετά στενά τις διεθνείς εκδόσεις. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ζητήματα που ως τώρα δεν είχαν απασχολήσει ιδιαίτερα την ατζέντα της 9ης Τέχνης τίθενται πλέον εμφατικά ακόμη και σε είδη από τα οποία, πλην εξαιρέσεων, δεν υπήρχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Στα υπερηρωικά κόμικ της Marvel, για παράδειγμα, τα πιο mainstream κι ευπώλητα κόμικ παγκοσμίως, παλιοί σταρ αλλάζουν ριζικά (οι Thor και Wolverine είναι γυναίκες σε ορισμένες πρόσφατες σειρές) και δημιουργούνται νέοι όπως η Κamala Khan, που, φορώντας την στολή της Μs. Marvel, είναι πλέον η πρώτη γυναίκα Μουσουλμάνα με δικό της τίτλο. Σημαντική είναι πλέον, επίσης, η εκπροσώπηση LGBTQI+ χαρακτήρων, είτε παλιών γνώριμων, όπως ο Ice Μan, είτε νέων, όπως η λατινοαμερικανή λεσβία υπερηρωίδα Αmerica Chavez. Τόσο εσύ, όσο και ο Μπλε Κομήτης, πού στέκεστε στα ζητήματα της πολιτικής ορθότητας, της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της εκπροσώπησης φυλετικών, πολιτικών και σεξουαλικών μειονοτήτων;

Έχει να κάνει με την πολιτική θέση του κάθε δημιουργού. Στεκόμαστε εκεί που στέκονται και οι ίδιοι οι δημιουργοί. Δεν θα υπάρχει σε εμάς καμία λογοκρισία ή φρένο σε κάποιο ζήτημα που έχει να κάνει με την ποικιλομορφία, με το φύλο ή με τους πρόσφυγες, αρκεί όλα αυτά να είναι ωραία αφηγήματα, να είναι ωραίες ιστορίες. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την δύναμη μιας καλής ιστορίας. Εξάλλου, πιστεύω πως όλες οι καλές ιστορίες παίρνουν πάντα θέση απέναντι στα πράγματα και στην κοινωνία. Δεν μου αρέσουν οι ουδέτερες ιστορίες, προτιμώ αυτές που είναι συνολικές. Και ακόμα και στο πορνό μπορούμε να βάλουμε ομοφυλοφιλικό σεξ ή οτιδήποτε.

Τώρα, δεν είμαι σίγουρος αν όλες αυτές οι υπερ-ηρωίδες και υπερ-ήρωες που έχουν εμφανιστεί προκύπτουν από μια αυθεντική ανάγκη ή αν οι εταιρείες εμπορεύονται αυτό το πράγμα. Δηλαδή, δεν ξέρω κατά πόσον είναι ανάγκη της ίδιας της εταιρείας να ανοίξει τα μάτια του κοινού και να πάρει θέση υπέρ του γυναικείου ομοφυλοφιλισμού κ.λπ. ή αν, επειδή υπάρχει αυτή η τάση στην κοινωνία και επειδή μπορεί να θεωρηθούν και λίγο μοντέρνοι, το χρησιμοποιούν αυτό επί τούτου για να πουλήσουν. Μπορεί να είναι και ένα εμπορεύσιμο προϊόν. Δεν είμαι σίγουρος γιατί δεν διαβάζω, δεν μπορώ να πάρω θέση σε όλα αυτά, δεν είναι το πεδίο μου.

Το θέμα για μένα είναι όλα αυτά να λένε κάτι, να είναι ωραίες ιστορίες. Και στο Γκιακ υπάρχει μία φοβερή ερωτική ιστορία με δύο ομοφυλόφιλους στρατιώτες στο μικρασιατικό μέτωπο. Και ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλοι και ότι οι συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της εποχής και του πολέμου ήταν τέτοιες, είναι αυτό που την κάνει μια εξαιρετικά όμορφη ερωτική ιστορία.

Η «Παραλογή» από τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Παπαμάρκου Γκιακ διασκευάστηκε για το πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη από τον Π. Ζερβό.

Όπως φαίνεται στο εσώφυλλο, ο Μπλε Κομήτης είναι εγκεκριμένος από την Επιτροπή Ελέγχου Κόμικς. Η έγκριση επιτεύχθηκε εύκολα ή αμβλύνατε το περιεχόμενο για να πειστούν ο Βίκτωρ Ζίκτωρ, ο Άννινος, ο Βοσταντζόγλου και η παρέα τους; 

Να πούμε αρχικά ότι η επιτροπή ελέγχου κόμικ υπήρχε όντως, δεν είναι δικιά μας εφεύρεση. Στα αμερικανικά κόμικ και στις μεταφράσεις που γίνονταν εδώ υπήρχε πράγματι μια επιτροπή ελέγχου που λογόκρινε τις ιστορίες, με σκοπό να είναι καλές πριν βγουν προς τα παιδιά, προς το κοινό. Έπρεπε να κερδίζουν πάντα οι καλοί κ.λπ.

Εμείς τώρα το χρησιμοποιούμε αυτό σαν αστείο, στήνοντας ας πούμε μια δική μαςεπιτροπή ελέγχου των κόμικ.Κάποιοι που γνωρίζουν, ίσως ανακαλύψουν ότι εμπεριέχονται εκεί μεγάλα ονόματα, τα οποία έχουμε ξεθάψει. Ο Άννινος και ο Μποστατζόγλου, παραδείγματος χάρη, είναι μεγάλοι γελοιογράφοι της δεκαετίας του ’30, του ’50. Επίσης, χρησιμοποιήσαμε διάφορους άλλους με βάση inside jokes κ.λπ.

Προφανώς όμως δεν υπάρχει μια επιτροπή ελέγχου που λογοκρίνει τις ιστορίες. Απλά είναι στην ίδια λογική του editorial, που έχει να κάνει με το παρελθόν όλων αυτών των πραγμάτων. Με το ότι, δηλαδή, δεν είμαστε ούτε διαγραφείς αυτού του παρελθόντος, που θα κάνουν κάτι που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ, αλλά ούτε και κολλημένοι με το παρελθόν, που θα πουλήσουν νοσταλγία. Με μια έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι προσπαθούμε να δώσουμε ένα στίγμα για το περιεχόμενο: θεωρούμε δηλαδή ότι ήταν τόσο καλοί αυτοί οι γελοιογράφοι και θα θέλαμε οι δουλειές που βρίσκονται στο περιοδικό μας να αφορούν όσο κόσμο αφορούσαν και οι δουλειές αυτών των ανθρώπων. Γενικά, η επιτροπή ελέγχου κόμικ και το λογότυπο που βρίσκεται εκεί είναι ένα κλείσιμο ματιού και στο κακό παρελθόν. Στο ότι, δηλαδή, κάποτε όντως υπήρχε μία επιτροπή που λογόκρινε τα κόμικ. Κάποιοι, που δεν γνώριζαν τις αναφορές ή ότι υπήρχε παλιά η επιτροπή, το πίστεψαν.

Όλο αυτό είναι μια συνομιλία με το κοινό, η οποία άλλωστε μας αφορά, όπως μας αφορά και η συνομιλία με τους δημιουργούς. Χρειαζόμαστε την κριτική των ανθρώπων που διαβάζουν τον Μπλε Κομήτη, τη σκέψη τους πάνω σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε.

~

Τις ερωτήσεις για τη συνέντευξη προετοίμασε ο Γιώργος Τσαρδανίδης, με τη βοήθεια της συντακτικής ομάδας του Kaboom

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine