Βιβλίο

Γελοία Νόμπελ

Κάποια στιγμή το έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου να γράψω για τα αγαπημένα μου βιβλία και τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Σίγουρα θα βάλω μέσα τον Μαρκ Τουέιν με τον Χάκλμπέρι Φιν. Σίγουρα θα είναι ο Μεγάλος Γκάτσμπι του Φιτζέραλντ. Εννοείται πως θα έχω τη Στέππα του Τσέχωφ. Θα βάλω το Όνομα του Ρόδου του Έκο.

Αλλά κράτησα τελευταίο και καλύτερο την Αθανασία του Κούντερα. Βλέπετε, αυτό το έργο του Τσέχου γεράκου –πλέον σχεδόν 90, δεν τον λες και παληκάρι στην ακμή του, αν και είναι στην ψυχή– με έκανε δικό του και μου άρεσε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έργο του.

Αυτά τα βιβλία με ηλέκτρισαν και με έψησαν σαν να πιάνω πρίζα με βρεγμένα χέρια. Και σκέφτομαι τώρα από μέσα μου και λέω: «Εντάξει Πέτρο, όλοι οι άλλοι έχουν φύγει, και ο Κούντερα πόσο θα φτάσει; Δεν είναι και χελώνα των Γκαλαπάγκος, κάποια στιγμή σε λίγο θα την κάνει για τον άλλον κόσμο». Και μελαγχολώ και λέω: Τι θα ήθελα να δω, κάτι τελευταίο ίσως...

Αν δεν το έχετε βρει ήδη, θα σας παρακαλούσα να ξαναδιαβάσετε τα ονόματα παραπάνω και να μου πείτε τι κοινό έχουν, περιμένω. Η ερώτηση, θα μου διαμαρτυρηθείτε, είναι πολύ φλου και δεν καταλαβαίνετε. Εντάξει, θα γίνω πιο σαφής. Με τι δεν έχουν τιμηθεί αυτοί οι άνθρωποι και θα έπρεπε; Το μασάω και σας το δίνω σχεδόν.

Υπερεκτιμημένο θα μου πείτε και καλά θα πείτε. Χρειάζεται Νόμπελ για να μάθουμε την αξία του Τουέιν, του Κούντερα, του Τσέχωφ; Όχι βέβαια, έχετε δίκιο και μαζί σας είμαι. Που δεν πήρε ο Φιτζέραλντ Νόμπελ, καλά έκανε· που δεν πήρε ο Τσέχωφ, εεε και; Που δεν πήρε αυτός και εκείνος, ο ένας και ο άλλος πανάξιος συγγραφέας, χαλάλι στα Νόμπελ και στις Σουηδικές κορόνες της ακαδημίας της Στοκχόλμης.

Εγώ άλλο θέλω να πω. Το Νόμπελ κάποτε άξιζε κάπως. Γιατί κάποτε τιμούνταν πρόσωπα που το άξιζαν και μη σας πω ήταν και λίγο για τα μέτρα τους. Υπήρχε κάποτε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ βράβευσης και βραβευθέντος. Ο ένας έδινε στον άλλον αίγλη. Τώρα τι; Ο Ντίλαν το πήρε το 2016. Ούτε που σκοτίστηκε να τους απαντήσει, να τους ευχαριστήσει, υπήρξε πραγματικός Βούδας αδιαφορίας απέναντι σε μια ακαδημία που παραπέει επειδή δεν έχει λογοτεχνικά κριτήρια και φωνή. Και καλά κάνει ο Ντίλαν. Εγώ έτσι τον ήξερα πάντα, αλάνι στα τραγούδια του και μάγκα στους στίχους και στη συμπεριφορά του. Οι φανφάρες και οι κορδέλες βράβευσης θα τον θαμπώσουν; Το ήξερε και ο ίδιος ότι κάπου έγινε μια Google translation μεταξύ του βραβείου και αυτουνού. Κοινώς, αυτοί που το έκαναν, έχουν χάσει τα αβγά και τα πασχάλια.

Και μιας και λέμε για την περσινή μαγκιά του Ντίλαν που ακόμα με κάνει να γελάω από ευχαρίστηση, ας πούμε και κάτι πιο παλιό. Ας πούμε δηλαδή για τον Στάινμπεκ. Που το 1962 πήρε το Νόμπελ από σπόντα εφ’ όσον ήταν «το μη χείρον, βέλτιστον». Τον ρωτάνε μετά και αυτόν οι παπαράτσι αν το άξιζε και απαντάει: «Ειλικρινά όμως, όχι». Αυτό θα πει ξεφτίλα των βραβείων. Και πόσοι δεν θα γελούσαν και τότε... Πάλι καλά τέτοια πράγματα επαναλαμβάνονται και σκάμε ένα χαμόγελο πού και πού.

Πέρα απ’ τον Στάινμπεκ, πέρα απ’ τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, και πέρα απ’ την πολύ αστεία ιστορία με τον Σάμουελ Μπέκετ (ψάξτε την, αξίζει, Οh catastrophe!), πλέον αυτό σκέφτομαι πού και πού, ανάμεσα στη βαρεμάρα και στην κριτική: Αξίζει το Νόμπελ έναν Κούντερα; Ή μήπως θα γίνει απ’ την ανάποδη όπως με τον Στάινμπεκ;

Όπως και να 'χει, ο καλός και σοφός Τσέχος γεράκος είναι στο τέλος της ζωής του. Και είναι τόσο ταπεινός και προσγειωμένος, το τέρας, που δεν βρίσκω ούτε μια συνέντευξή του. Ρε παιδί μου, τίποτα. Δεν βγαίνει στο γυαλί, δεν γίνεται πανηγύρι. Σαν να σου λέει, αν θες να με σχολιάσεις, να στρωθείς να με διαβάσεις, ορίστε μας!

Τουλάχιστον ας κάνει κάτι για να σώσει την αξιοπρέπειά της η Σουηδική Ακαδημία: Ας βραβεύσει τον Κούντερα. Είναι πολύ πράος για να κάνει τον ψευτο-χαμό του Σαρτρ, πολύ αυθεντικός για να μιμηθεί τον Ντύλαν. Απλά, θα το πάρει το βραβείο, θα πει δυο λόγια, θα το αφήσει στην άκρη, και θα συνεχίσει να υπάρχει ήρεμα και όμορφα. Η Ακαδημία τουλάχιστον, κάτι θα έχει περισώσει, υπάρχει ακόμα ελπίδα...

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Π.Βρεττάκος

Π.Βρεττάκος