Κινηματογράφος

Η Δασκάλα, του Γιάν Χρέμπεκ

Η νέα ταινία του Γιάν Χρέμπεκ Η Δασκάλα διαδραματίζεται στην Μπρατισλάβα του 1983, όταν, δηλαδή, η πόλη ανήκε ακόμη στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία. Η υπόθεση είναι κατά βάση απλή: μια δασκάλα, που διατηρεί στενές σχέσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα, αναλαμβάνει να διδάξει μια καινούρια τάξη. Από την πρώτη κιόλας μέρα φροντίζει επιμελώς να μάθει τι επαγγέλλονται οι γονείς των μαθητών της. Δεν το κάνει, όμως, από ενδιαφέρον, αλλά από υστεροβουλία: θέλει οι γονείς, ανάλογα με την ειδικότητά τους, να της κάνουν δώρα και χατίρια, προκειμένου να ανταμείβει τα παιδιά τους με καλούς βαθμούς και «εσωτερικές πληροφορίες» για τα θέματα των επικείμενων διαγωνισμάτων και προφορικών εξετάσεων.

Το όλο ζήτημα μπορεί να φαίνεται (και, υπό μία έννοια, είναι πράγματι) αστείο. Άλλωστε, τόσο το σενάριο του Πετρ Γιαρκόφσκι, όσο και η σκηνοθετική ματιά του Γιάν Χρέμπεκ, δεν απαρνούνται τον κωμικό χαρακτήρα κάποιων καταστάσεων που προκύπτουν, τονίζοντάς τον μάλιστα, αλλά χωρίς υπερβολή, πετυχαίνοντας μια όμορφη ισορροπία. Όμως, ταυτόχρονα, όλη η ιδιαιτερότητα της ταινίας έγκειται ακριβώς ότι, σε αντίθεση, λόγου χάρη, με το συγκλονιστικό Οι ζωές των άλλων, η κριτική του γραφειοκρατικού κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού πραγματοποιείται σε ένα επίπεδο πιο «ανάλαφρο» και καθημερινό, λιγότερο δραματικό, λιγότερο βαρύ και εκ πρώτης όψεως λιγότερο «σημαντικό». Στο κάτω κάτω, θα μπορούσε να πει κανείς, δεν έχουμε να κάνουμε με μυστικούς πράκτορες και παρακολουθήσεις της προσωπικής ζωής, αλλά μόνο με τους σχολικούς βαθμούς!

Παρόλ' αυτά, αυτή ακριβώς η φαινομενική έλλειψη βάρους του ζητήματος είναι που κάνει την κριτική του καθεστώτος ακόμη πιο αιχμηρή. Γιατί η ταινία υπογραμμίζει ότι η ηθική διαφθορά δεν αφορούσε μόνο τα μεγάλα κομματικά στελέχη, την κομματική κορυφή, όσους, τέλος πάντων, ασκούσαν πολιτική ή εμπλέκονταν σε αυτή. Αντιθέτως, καταλαβαίνουμε η εκμετάλλευση των θέσεων προς ίδιον όφελος, το διεφθαρμένο δούναι και λαβείν, η στήριξη στις πλάτες του κόμματος, η εξαργύρωση πολιτικών ενσήμων, η μυστικοπάθεια, η γραφειοκρατία, η αδιαφάνεια των διαδικασιών, οι απειλές  κάτω από το τραπέζι, ο άμεσος ή έμμεσος εξοβελισμός όσων δεν συμμορφώνονταν, αποτελούσαν ουσιώδη χαρακτηριστικά του καθεστώτος, που διαχέονταν σε όλο το μήκος και το πλάτος του και διαπερνούσαν όλα τα επίπεδα, οσοδήποτε μεγάλα ή μικρά. Όπως άλλωστε λέει η σχολική διευθύντρια της ταινίας, η συγκεκριμένη δασκάλα είναι «η εκπρόσωπος του Κόμματος στο Σχολείο».

Το κινηματογραφικό πόνημα του Γιάν Χρέμπεκ, στο οποίο όχι μόνο η πρωταγωνίστρια Zuzana Mauréry, αλλά και όλοι οι ηθοποιοί, ενήλικοι και παιδιά, ερμηνεύουν εξαιρετικά, δεν αντλεί μόνο από τις μεγάλες κινηματογραφικές κριτικές των ολοκληρωτικών καθεστώτων, όπως το Das Leben der Αnderen, που προαναφέρθηκε. Εντελώς προσωπικά, εντόπισα σε αυτό τη συνδυαστική επίδραση δύο παραγόντων: από τη μία του κλίματος του τσεχικού κομμουνισμού, που οδηγεί σε κωμικοτραγικές καθημερινές καταστάσεις, όπως το παρουσιάζει στα μυθιστορήματά του ο Μίλαν Κούντερα, και από την άλλη της σκηνοθετικής αγωνίας των Δώδεκα Ενόρκων. Όπως και στο αριστούργημα του Σίντεϊ Λούμετ, αλλά και στη ρωσική διασκευή του του Νικίτα Μιχάλκοφ, έτσι και στη Δασκάλα έχουμε έντονες σκηνές σε εσωτερικό χώρο, κατά τις οποίες, μέσω αναδρομών, αρχικά ένας μόνο «δίκαιος» προσπαθεί να μεταπείσει όλους τους υπόλοιπους, που του αντιστέκονται· και μια πραγματική συγκίνηση διαπερνά τον θεατή, όταν ο αγωνιζόμενος καταφέρνει να φυτέψει την πρώτη αμφιβολία. Κι αν για το πρώτο, κουντεριανό, στοιχείο μπορούμε να αμφιβάλλουμε ή να το θεωρήσουμε πολύ γενικό (στο κάτω κάτω, αυτό το κλίμα πρέπει να είναι γνωστό σε όσους πρόλαβαν την κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία), κάτι μου λέει ότι η ταινία του Λούμετ πρέπει να λήφθηκε σοβαρά και συνειδητά υπ' όψιν.

Σήμερα, σε μια εποχή που διάφορες φωνές του ριζοσπαστικού (;) χώρου μάς εκπλήσσουν δυσάρεστα προσπαθώντας να μας πείσουν για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του κομμουνιστικού γραφειοκρατικού τέρατος, ταινίες όπως Η Δασκάλα μάς βοηθούν να παραμείνουμε, όπως κάποιοι από τους μικρούς ήρωες της ταινίας, «κακοί μαθητές».

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Γιάννης Κτενάς