Ανάλυση

Η (δεύτερη) απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου (6 Ιουνίου 1933)

Η πολιτική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, και ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ήταν κάτι παραπάνω από ταραγμένη. Η πολιτική διαμάχη είχε οξυνθεί τόσο, ώστε να αναβιώσει η μνήμη του Εθνικού Διχασμού των ετών 1915-1917. Επιπλέον, το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και πολύ περισσότερο η εκτέλεση των Έξι είχε σημαδέψει ανεξίτηλα τη μνήμη όχι μόνο των ανθρώπων ατομικά, αλλά και των πολιτικών συλλογικοτήτων εν γένει. Γι’ αυτό οι ιστορικοί έχουν εισάγει τον όρο «δεύτερος Διχασμός», για να περιγράψουν τα γεγονότα των ετών από το 1932 και ύστερα. Επιπλέον, η εμπλοκή των Ενόπλων Δυνάμεων στο Διχασμό ήταν θεμελιώδους σημασίας, καθώς εκτός από τις εσωτερικές έριδες που είχαν προκληθεί στο σώμα των αξιωματικών, οι οποίοι χωρίζονταν σε δημοκρατικούς και βασιλόφρονες, το στράτευμα είχε καταστεί ένα βασικό όπλο, ένα μέσο πίεσης των πολιτικών παρατάξεων εκατέρωθεν, με την απειλή ενός πραξικοπήματος να επικρέμαται απειλητικά. Όμως οι πολιτικοί ιθύνοντες δεν είχαν εκτιμήσει σωστά τις συνέπειες της εξέλιξης αυτής. Οι στρατοκράτες θα αυτονομούνταν σταδιακά από τους πολιτικούς τους πάτρωνες, γεγονός που εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ομαλότητα της πολιτικής ζωής του τόπου.

Η χρεωκοπία και η συνεπακόλουθη οικονομική κρίση, καθώς και οι γενικότεροι αντιδημοφιλείς χειρισμοί της κυβέρνησης Βενιζέλου οδήγησαν στον κατακερματισμό της παράταξής του και τελικά στην πτώση της κυβέρνησης, ενώ ο πολωτικός λόγος είχε εισέλθει πλέον στην ημερήσια διάταξη και λάμβανε ανησυχητικές διαστάσεις. Η επικράτηση των αντιβενιζελικών στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 προκάλεσε πανικό στους βενιζελικούς, οι οποίοι έβλεπαν την εξουσία να γλιστρά από τα χέρια τους, ύστερα από 10 χρόνια σχεδόν απρόσκοπτης διακυβέρνησης, ενώ παρά την προ μηνών δήλωση αναγνώρισης του αβασίλευτου πολιτεύματος από τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, Παναγή Τσαλδάρη, κυριαρχούσε ακόμη σε αυτούς ο φόβος της μοναρχικής παλινόρθωσης. Έτσι, ο εμβληματικός ηγέτης των βενιζελικών αξιωματικών, Νικόλαος Πλαστήρας, επιχείρησε με πραξικόπημα τη νύχτα των εκλογών, να εμποδίσει την παράδοση της εξουσίας στο Λαϊκό Κόμμα.

Η αποτυχία του κάκιστα οργανωμένου κινήματος οδήγησε σε νέα όξυνση των πολιτικών παθών και άνοιξε ένα νέο κύκλο άγριας αντιπαράθεσης, ενώ αποτέλεσε και την απαρχή της εγκαθίδρυσης του μονόπλευρου αντιβενιζελικού κράτους, μέσω των εκκαθαρίσεων των βενιζελικών αξιωματικών και δημοσίων υπαλλήλων από τη νέα κυβέρνηση. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, αν και δε συμμετείχε ενεργά, αλλά με την αρχική σιωπή του είχε αφήσει τον Πλαστήρα να προβεί στο πραξικόπημα, κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός του κινήματος από τους ακραίους αντιβενιζελικούς, οι οποίοι με προεξάρχοντα τον Μεταξά επεδίωξαν την παραπομπή του σε ειδικό δικαστήριο. Το μένος κατά του Βενιζέλου ήταν τέτοιο, ώστε όταν στα μέσα Μαΐου, στην «υπερασπιστική» ομιλία του στην ολομέλεια της Βουλής, αναφέρθηκε στις «μεγάλες υπηρεσίες» που είχε προσφέρει στη χώρα ο στρατηγός Πλαστήρας, προκλήθηκε χάος από τις έξαλλες αντιδράσεις των αντιβενιζελικών βουλευτών, κάποιοι από τους οποίους κινήθηκαν προς το βήμα με απειλητικές διαθέσεις. Ο Βενιζέλος δεν μπόρεσε λόγω του θορύβου που προκλήθηκε να ολοκληρώσει την ομιλία του, η συνεδρίαση διεκόπη και ο ίδιος αποχώρησε από το Κοινοβούλιο, όπου δεν επρόκειτο να επιστρέψει, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την κατάλυση του δικαιώματός του να μιλά ελεύθερα.

Όμως η οργή των αντιπάλων του Βενιζέλου δεν επρόκειτο να κατευναστεί και οδήγησε σε νέες ακρότητες. Το βράδυ της 6ης Ιουνίου, ο ίδιος και η σύζυγός του, Έλενα, βρίσκονταν για δείπνο στο σπίτι των φίλων τους, Στέφανου και Πηνελόπης Δέλτα, στην Κηφισιά. Η τελευταία στις αναμνήσεις της, αναφέρει ότι ο πρώην πρωθυπουργός γνώριζε τις φήμες περί σχεδίου δολοφονίας του, είχε επιζήσει άλλωστε μιας δολοφονικής απόπειρας στο σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού το 1920, αλλά δεν φοβόταν, θεωρώντας ότι αυτοί είναι «οι κίνδυνοι του επαγγέλματος». Γύρω στις 11, το ζεύγος Βενιζέλου αποχώρησε, με κατεύθυνση το σπίτι τους (σημερινή Βρετανική Πρεσβεία). Στην μαύρη Packard επέβαιναν οι δυο τους, μαζί με τον οδηγό, Γιάννη Νικολάου και τον υπεύθυνο της προσωπικής του ασφάλειας, Μιχάλη Κουφογιαννάκη. Το δεύτερο αυτοκίνητο που ακολουθούσε, ένα Ford της Ασφάλειας, οδηγούσε ο Φ. Μιχαλόπουλος, με συνεπιβάτες τους Α. Γυπαράκη, Ι. Μαρκάκη και Α. Λεμπιδάκη.

Στη λεωφόρο Κηφισίας, στη θέση Παράδεισος στο ύψος του Αμαρουσίου, μια Κάντιλακ, με σβηστά φώτα, μπήκε με ταχύτητα ανάμεσα στα δύο αυτοκίνητα και άρχισε να πυροβολεί εναντίον αμφοτέρων. Οι δράστες εξουδετέρωσαν πρώτα το αυτοκίνητο της συνοδείας, τραυματίζοντας θανάσιμα τον Ι. Μαρκάκη και στη συνέχεια στράφηκαν απερίσπαστοι στο αυτοκίνητο του Βενιζέλου. Αυτός έπεσε τραβώντας τη σύζυγό του στο χώρο για τα πόδια των επιβατών, προσπαθώντας να καλυφθεί. Ακολουθεί η αφήγηση της ιδίας: «Ένα χαλάζι από σφαίρες έμοιαζε να πέφτει απ’ όλες τις πλευρές. Η φρικτή αυτή καταδίωξη κράτησε καμιά εικοσαριά λεπτά, στη διάρκεια των οποίων θα νόμιζε κανείς ότι ολόκληρη συστοιχία από πυροβόλα μας είχε βάλει για στόχο. Τα τζάμια θρυμματίστηκαν και μας σκέπασαν με σωρούς από γυαλιά. Χάσαμε ένα λάστιχο που βρέθηκε αργότερα ξεσκισμένο σαν μανιασμένο κεφάλι. Παρ’ όλο που είχε τραυματιστεί στο μπράτσο, ο οδηγός μας ανέπτυξε ταχύτητα. Ο δρόμος, ευτυχώς, ήταν ίσιος. Μερικές σφαίρες με βρήκαν στον αριστερό γοφό και κάτω από την καρδιά, βρέθηκαν και μέσα στο παλτό μου. Έπρεπε να πάμε το γρηγορότερο στο νοσοκομείο. Την πρωτοβουλία ανέλαβε ο οδηγός, αποφεύγοντας τον Ερυθρό Σταυρό επειδή το κακόμοιρο αυτοκίνητό μας, που έμοιαζε και εκινείτο σαν πληγωμένο ζώο, δεν ήταν σε θέση να πάρει τις πολλές στροφές του δρόμου που οδηγούσε ως εκεί! Η απόφασή του να μας οδηγήσει στον Ευαγγελισμό ήταν πιο καίρια απ’ ό,τι κι ο ίδιος θα μπορούσε να υποψιαστεί, γιατί, από φόβο μην ξεφύγουμε, μια άλλη ομάδα πληρωμένων δολοφόνων μας περίμενε κοντά στον Ερυθρό Σταυρό για να μας δώσει τη χαριστική βολή. Πριν μπουν στην πόλη, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, οι διώκτες μας μας εγκατέλειψαν και στρίβοντας δεξιά κατευθύνθηκαν προς το βουνό, όπου έβαλαν φωτιά στο αυτοκίνητό τους».

Το αυτοκίνητο κατάφερε εν τέλει να ξεφύγει και κατέληξε στον Ευαγγελισμό, με τραυματίες τη σύζυγο και τον οδηγό του Βενιζέλου. Ήδη από την αρχή των ανακρίσεων για το συμβάν, υπήρχαν υπόνοιες για τον διευθυντή της Γενικής Ασφάλειας, Ι. Πολυχρονόπουλο, ο οποίος μάλιστα αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τσαλδάρη γι’ αυτή τη θέση. Αυτός συνελήφθη στις 9 Ιουνίου, μαζί με τον αδελφό του και δύο ακόμη αστυνομικούς, ενώ ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε και για τον περιβόητο ληστή Καραθανάση, ο οποίος πιστευόταν ότι ήταν ένας από τους φυσικούς αυτουργούς της επίθεσης. Η αναζήτηση όμως των ηθικών αυτουργών ίσως να οδηγούσε σε εξέχοντα πολιτικά πρόσωπα, καθώς υποψίες υπήρχαν για τον υπουργό Εσωτερικών Ι. Ράλλη, τον βουλευτή Π. Μαυρομιχάλη, ενώ η Πηνελόπη Δέλτα κατονόμαζε ως «φόνισσα» και τη σύζυγο του πρωθυπουργού, Λίνα Τσαλδάρη. Η κωλυσιεργία της κυβέρνησης για τη διαλεύκανση της υπόθεσης ήταν χαρακτηριστική. Τον Δεκέμβριο του 1933 αντικαταστάθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης ο ανακριτής Τζωρτζάκης, ο οποίος διερευνούσε την υπόθεση, ενώ ο Καραθανάσης κρυβόταν παραμένοντας φυγόδικος, αν και είχε δώσει συνέντευξη στην αντιβενιζελική εφημερίδα Ελληνικόν Μέλλον. Τελικά, ο ίδιος συνελήφθη όχι από την Αστυνομία, αλλά από μια ομάδα απόστρατων βενιζελικών αξιωματικών που τον εντόπισε και εισέβαλε στο σπίτι του στις 24 Οκτωβρίου 1934.

Η δίκη για τη δολοφονική απόπειρα επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο Κακουργιοδικείο Πειραιά το Νοέμβριο του 1934. Όμως το πολιτικό κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοϊκό ήταν για τους βενιζελικούς. Κάτω από την πίεση και την προσπάθεια τρομοκράτησης των ενόρκων, η δίκη μετατέθηκε για το Κακουργιοδικείο Αθηνών, μετά και την αντικατάσταση του εισαγγελέα της έδρας και άρχισε στις 21 Φεβρουαρίου 1935. Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Μαρτίου, ένα νέο κίνημα, αυτή τη φορά ανοιχτά υποστηριζόμενο από τον ίδιο τον Βενιζέλο, ματαίωσε την εκδίκαση της υπόθεσης. Όταν το πραξικόπημα κατέρρευσε, ο ίδιος κατέφυγε στο εξωτερικό και οι ύποπτοι αθωώθηκαν πανηγυρικά, ενώ μέσα σε ατμόσφαιρα αντιβενιζελικού παροξυσμού και εκκαθαρίσεων, η υπόθεση ξεχάστηκε.

Βιβλιογραφία

  • Έλενα Βενιζέλου, Στη σκιά του Βενιζέλου, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2002
  • Πηνελόπη Δέλτα, Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος: Ημερολόγιο-αναμνήσεις-μαρτυρίες-αλληλογραφία, επιμ. Π. Α. Ζάννας, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1983
  • Θάνος Βερέμης και Ηλίας Νικολακόπουλος (επιμ.), Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η εποχή του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Δημήτρης Ντούρος

Δημήτρης Ντούρος