Ανάλυση Επικαιρότητα Πολιτική

Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας: Νεοφιλελευθερισμός, συντηρητισμός και κρίση της φροντίδας

από kaboomzine

της Δανάης Ζώη

 Έχουμε απομακρυνθεί από τα σώματά μας,

 ντροπιασμένα διδαχτήκαμε να τα αγνοούμε [...]

Οι γυναίκες πρέπει να γράψουν μέσω του σώματός τους,

πρέπει να εφεύρουν την απόρθητη γλώσσα [...]

πρέπει να καταδυθούν, να διασχίσουν,

                                     να πάνε πιο πέρα από την απόλυτη αποθεματική διαλεκτική, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που γελάει

στην ιδέα του να προφέρεις τη λέξη «σιωπή»,

αυτή που, στοχεύοντας για το ακατόρθωτο,

σταματά απότομα μπροστά στη λέξη «ακατόρθωτο»

 και γράφει «τέλος».

Hélène Cixous, Το γέλιο της Μέδουσας

Στον απόηχο των δεύτερων εθνικών εκλογών της 25ης Ιουνίου και των πολιτικών κυματισμών που ακολούθησαν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πιστός στις προεκλογικές του δεσμεύσεις περί αναβάθμισης της ατζέντας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της πρώτης θητείας της διακυβέρνησής του, προχώρησε στη σύσταση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας∙[1] ενός νέου υπουργείου με στόχο την αντιμετώπιση του «δημογραφικού» ζητήματος της χώρας. Τα ηνία του νεοσύστατου υπουργικού σχηματισμού ανέλαβαν οι Σοφία Ζαχαράκη και Μαρία Κεφάλα. «Θα είναι το υπουργείο-πυλώνας για να αντιμετωπίσουμε το δημογραφικό. Αυτό θα συνδυαστεί με μια σειρά κινήτρων για την ισορροπία οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, με ειδικά προγράμματα και διάθεση κονδυλίων για τη στήριξη συγκεκριμένων πολιτικών για τις οικογένειες και προώθηση της ισότητας στην εργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών», υποστήριξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε σχετική συνέντευξή του περί τα μέσα Ιουνίου.[2] Στο πνεύμα της ανωτέρω προαναγγελίας και της χάραξης μιας εθνικής στρατηγικής για την οικογένεια εντάσσεται και η συνάντηση του ίδιου, λίγες ημέρες πριν τις εκλογές, με μέλη της Ομοσπονδίας Πολυτέκνων.[3]

«Η πρωτοβουλία του Κυριάκου Μητσοτάκη να συστήσει ένα υπουργείο που θα δώσει έμφαση στην στήριξη της οικογένειας δείχνει την προσήλωση του και στον θεσμό», δήλωσε μόλις πριν λίγες ημέρες η υπουργός Σοφία Ζαχαράκη από το βήμα της Βουλής, καταθέτοντας τους προγραμματικούς άξονες του υπουργείου.[4] Πράγματι, η προσήλωση της κυβέρνησης στον θεσμό της οικογένειας εισάγει στη δημόσια σφαίρα μία ηθικοποίηση των λόγων γύρω από αυτήν πριμοδοτώντας την εδαφική ισχυροποίηση ακροδεξιών φωνών εντός και εκτός της Βουλής. Με τη σύσταση του νέου υπουργείου ο κύβος ερρίφθη και οι πάλαι ποτέ οπισθοδρομικοί και αντιφεμινιστικοί λόγοι για το δικαίωμα του αγέννητου παιδιού όπλισαν την πολιτική φαρέτρα του Δημήτρη Νάτσιου, προέδρου του ακροδεξιού κόμματος Νίκη, ο οποίος προέβη σε σχετικές δηλώσεις τονίζοντας την ανάγκη προβολής του «ιερού θεσμού της οικογένειας» μέσω της «αγωγής της αγνότητας» στα σχολεία.[5] Παράλληλα, τα παραδείγματα μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία αναπαρήγαγαν στο —όχι και τόσο μακρινό— παρελθόν μία συντηρητική έως και ακροδεξιά ρητορική ως προς το εν λόγω ζήτημα είναι ουκ ολίγα. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση της νυν υφυπουργού Υποδομών, Χριστίνας Αλεξοπούλου, μέσω σχετικής ανάρτησής στο twitter, υπέρ του δικαιώματος του αγέννητου παιδιού τον Ιούλιο του 2019,[6] αλλά και η καταψήφιση της έκθεσης της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (FEMM) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία τασσόταν υπέρ του γυναικείου δικαιώματος στην άμβλωση ως ανθρώπινου δικαιώματος τον Ιούνιο του 2021, από τους ευρωβουλευτές του κόμματος.[7]

Συνεχίζοντας τη σκιαγράφηση του νέου υπουργικού σχηματισμού, έχει νόημα να φωτιστεί ο μετασχηματισμός της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων σε Γενική Γραμματεία Οικογενειακής και Δημογραφικής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων ήδη κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας της Νέας Δημοκρατίας,[8] συνυποδηλώντας, με αυτό τον τρόπο, τη συντηρητικοποίηση της κυβερνητικής διαβούλευσης απέναντι σε ζητήματα έμφυλης ισότητας. Επισφράγισμα του συντηρητικού ολισθήματος συνιστά η πρόσφατη μετονομασία της σε Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από την οποία αφαιρέθηκε παντελώς ο έμφυλος προσδιορισμός της. Η αξιολογικά φορτισμένη πολιτική επιλογή να συμπεριληφθεί η Γενική Γραμματεία Ισότητας στο εν λόγω υπουργείο, η οποία υπαγόταν μέχρι πρότινος στο Υπουργείο Εργασίας, συμβάλλει στον καταστατικά σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η οικογένεια ως θεσμός, στον οποίο ανάγονται και πάραυτα κατανοούνται ζητήματα τα οποία άπτονται των έμφυλων ταυτοτήτων και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των σωμάτων των θηλυκοτήτων.

Το νεοσύστατο Υπουργείο δεν φαίνεται να συνιστά μεμονωμένη περίπτωση ή μια πολιτική πρωτοτυπία. Στη γειτονική Ιταλία το παράδειγμα της κυβέρνησης της Georgia Meloni φέρνει τις φεμινιστικές και ΛΟΑΤΚΙΑ+ οργανώσεις αντιμέτωπες με έναν ακροδεξιό λόγο, ενώ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την ευρύτερη πολιτική που σχηματοποιείται τα τελευταία χρόνια στον ευρωπαϊκό νότο. Τον Σεπτέμβριο του 2022, η πρωθυπουργός προχώρησε στη δημιουργία του Υπουργείου Οικογένειας, Γεννητικότητας και Ίσων Ευκαιριών για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας με υπεύθυνη υπουργό την Eugenia Rocella. Με μία σύντομη αναζήτηση γίνεται ορατό το πολιτικό υπόβαθρο των δύο γυναικών. Η Meloni ακολουθεί μία αυστηρά αντιμεταναστευτική πολιτική και έχει εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή της σε μία σωρεία θεμάτων, όπως οι αμβλώσεις,[9] η παρένθετη μητρότητα, ο γάμος ομόφυλων ζευγαριών και η τεκνοθεσία.[10] Η Rocella, έχοντας τοποθετηθεί σε μία νευραλγική θέση, αυτοπροσδιορίζεται ως συντηρητική φεμινίστρια, δηλώντας, σε πρόσφατη συνέντευξή της στην ιταλική δημόσια τηλεόραση με θέμα τις αμβλώσεις, ότι «δυστυχώς, ναι, αποτελούν δικαίωμα των γυναικών».[11] Η τοπογραφία του γυναικείου σώματος και οι εκφάνσεις του στο πολιτικό το καθιστούν πεδίο πειθάρχησης· οι περιπτώσεις των δύο —γεωγραφικά τουλάχιστον— κοντινών υπουργείων θεματοποιούν τον θεσμό της οικογένειας και τον ρόλο του αναπαραγωγικού θηλυκού σώματος ως μείζονα εθνικά ζητήματα, τη στιγμή που δεν μπορούν να αναγνωσθούν ξέχωρα από τη βαθιά συντηρητική και οπισθοδρομική γραμμή[12] που υιοθετούν οι Πολιτείες της Αμερικής σε ζητήματα που άπτονται των δικαιωμάτων της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας των γυναικών, με τις 25 από αυτές να έχουν ήδη θέσει περιορισμούς ή και πλήρεις απαγορεύσεις κατά των αμβλώσεων, καθώς και των διεθνών κινημάτων κατά της «ιδεολογίας του φύλου»,[13] τα οποία αναπαράγουν ρητορικές κατά της έμφυλης ισότητας βασισμένες σε άκρως αντιεπιστημονικές θέσεις γύρω από τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών και την ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα.

Όπως το διατυπώνει ο Herbert Marcuse, ενόσω εξετάζει το πρόβλημα της ελευθερίας στον Hegel στο πλαίσιο της ιδέας της ολότητας και της καθολικότητας του κράτους, οι θεσμοί συγκροτούν και συντηρούν το πολιτικό φρόνημα, αυτό που στην πραγματικότητα συνιστά τις προϋποθέσεις του ίδιου του κράτους.[14] Ως «ηθική ρίζα» του κράτους ο θεσμός της οικογένειας προετοιμάζει το μεμονωμένο άτομο, το έχον ιδιοκτησία, να εισαχθεί στην πολιτική ζωή, καθιστώντας το μέλος μιας ευρύτερα αντικειμενικής καθολικότητας και ηθικότητας.[15] Η συγκρότηση του νεωτερικού κράτους αποδίδεται από τον Thomas Hobbes στον Λεβιάθαν με την παραστατική εικόνα της εναρμονισμένης κίνησης των μελών του ανθρώπινου σώματος, η οποία συνιστά θεμέλιο λίθο της ζωής: διότι τι άλλο είναι η καρδιά, αν όχι ελατήριο, τα νεύρα ισάριθμες χορδές και οι κλειδώσεις ισάριθμοι τροχοί, που μεταδίδουν κίνηση σε όλο το σώμα;[16] Αφουγκραζόμενη τον θεσμό της οικογένειας ως καταστατικό θεμέλιο (ανα)παραγωγής των προϋποθέσεων του κράτους και ως την άμεση σύνδεση προσώπων σε ένα πρώτο σύστημα, εγείρονται ερωτήματα τα οποία θα επιδιώξω να αναδείξω. Πρωτίστως, λοιπόν, η διερώτηση του ποιες οικογένειες συνυπολογίζονται ως κοινωνικά αποδεκτές, ως ορατές στη δημόσια σφαίρα, που χρήζουν προνοιακής φροντίδας, ηχεί εύλογη. Ποια υποκείμενα νοούνται ως πολίτες, ως μέλη που συγκροτούν το πολιτικό σώμα, και ποια αποκλείονται από αυτό ως ξένα; Πάνω σε ποια σώματα συγκροτείται η ηθικοπολιτική σχέση του κράτους και των μελών του, προκειμένου να (ανα)παραχθεί το αφήγημα της διαπραγμάτευσης της εθνικής ταυτότητας και να επικαιροποιηθεί ως φλέγον πρόβλημα το «δημογραφικό»;

Η θεματοποίηση του «δημογραφικού» ως εθνικού ζητήματος τις τελευταίες τρεις δεκαετίες νομιμοποιεί σύγχρονες μορφές βιοπολιτικής της κρατικο-εθνικής κυριαρχίας στον δημόσιο λόγο. Η υιοθέτηση της χρήσης των εισαγωγικών στον όρο «δημογραφικό» προέρχεται από τη μελέτη της Αλεξάνδρας Χαλκιά,[17] μέσω της οποίας επιδιώκεται η αποφυσικοποίηση του όρου και η τοποθέτηση του εντός των πρακτικών και των λόγων που το καθιστούν κοινωνικό τόπο διαπραγμάτευσης της εθνικής ταυτότητας. Η ουσιοκρατική θεώρηση του φύλου παράγει λόγους που φυσικοποιούν τη μητρότητα παρουσιάζοντάς την ως αποκλειστική ιδιότητα του γυναικείου σώματος, το οποίο ενσωματώνεται έτσι στο εθνικό αφήγημα με μία απαίτηση για αυξημένη βιολογική αναπαραγωγή. Σύμφωνα με τη Χαλκιά, με την προβληματοποίηση του «δημογραφικού» ως εθνικού ζητήματος μεθοδεύεται η συνένωση δύο θεμελιακά ασύνδετων ζητημάτων: «της παραγωγικότητας της βιολογικής μήτρας και του σθένους της πολιτικής οντότητας της Ελλάδας».[18] Μέσω της σύνδεσης βιολογικής και πολιτικής ύπαρξης, σώματος και πληθυσμού, εθνικής πολιτικής και αναπαραγωγικής στάσης των υποκειμένων, πραγματώνεται η βιοπολιτική, όπως υποστηρίζει η Αθηνά Αθανασίου στο βιβλίο της Ζωή στο όριο.[19] Με τη διαχείριση πτυχών της ζωής και των σωμάτων αναδύεται —και εμπεδώνεται— μια γενικευμένη αγωνία γύρω από την πολιτική αναπαράσταση ενός υπεριστορικού μέλλοντος με φόντο την ενδεχομενικότητα του εθνικού μαρασμού και της πολιτισμικής αλλοίωσης. Η ειδησεογραφική κάλυψη του δημογραφικού, βασισμένη στη χρήση στατιστικών δεδομένων,[20] αναπαράγει λόγους στο δημόσιο πεδίο που ανάγουν το αναπαραγωγικό θηλυκό σώμα σε εθνικό σώμα, ενώ παράλληλα κατασκευάζει τον τρόπο που τα έμφυλα υποκείμενα συγκροτούνται ως πολίτες, ως σώματα που αξίζουν να ζουν.

Με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας να έχει απωλέσει τον έμφυλο χαρακτήρα της και να έχει ενσωματωθεί στο Υπουργείο Οικογένειας, τίθεται το ερώτημα του αν —και αν ναι, πώς— επανεννοιολογείται η ιδιότητα του πολίτη με αναφορά τόσο σε εκείνες τις θηλυκότητες που δεν τεκνοποιούν, όσο και σε εκείνες που ενώ είναι μητέρες δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές των κανονιστικών και κυρίαρχων προτύπων της μητρότητας. Οι Ελιάνα Καναβέλη και Αλίκη Κοσυφολόγου, συγγραφείς του βιβλίου Άπιαστη μητρότητα: Σύγχρονες όψεις της μητρότητας σε συνθήκες κρίσης,[21]σκιαγραφούν με συστηματικό τρόπο τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις της μητρότητας στην Ελλάδα σε ένα καθεστώς συνεχούς κρίσης· μέσα από την ανάλυση λόγων, εμπειριών και επιτελέσεων αναδύεται η πολυπλοκότητα του βιώματος της μητρότητας και η διαμόρφωση τύπων θηλυκοτήτων εντός των ιστορικών και πολιτικών διεργασιών που τις κάνουν δυνατές. Οι τροπικότητες της μητρότητας που υπερβαίνουν τη φυσικοποίηση και την αναγωγή της σε υπόθεση που αφορά αποκλειστικά το γυναικείο σώμα, κάνουν ορατές μορφές οικογένειας,[22] πέραν των ετεροκανονικών, εντός των οποίων επαναπροσδιορίζεται —και εμπλουτίζεται— η έννοια της γονεϊκότητας. Η ανάγκη για ορατότητα νέων μορφών οικογένειας και συμπεριληπτικών μοντέλων συγγένειας θέτει σε πολιτική διαβούλευση το ζήτημα της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια και διευρύνει τη συζήτηση των προνοιακών πολιτικών, φωτίζοντας τον δρόμο για μελλοντικές προοπτικές διασυνδεδεμένης φροντίδας σε επίπεδο κοινότητας.

Με την αναθεώρηση των ορίων της οικογενειακής φροντίδας συγκροτείται μια πολιτική της φροντίδας, η οποία στηρίζεται στην ιδέα ότι τα υποκείμενα διαμορφώνονται μέσω των αλληλεξαρτήσεών τους και της αίσθησης της ενσώματης ευαλωτότητάς τους. Στο βιβλίο Το Μανιφέστο της φροντίδας[23] οι συγγραφείς κάνουν λόγο για τις τροπικότητες της έκλυτης φροντίδας, οι οποίες δεν είναι συνυφασμένες αποκλειστικά με την οικιακή σφαίρα και την παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια, αλλά η οργανωτική τους αρχή έγκειται στην κοινή ζωή των κοινωνικών και ενσώματων δρώντων που είναι εξαρτημένοι από τη φροντίδα των άλλων. Με αυτό τον τρόπο εισάγονται νέα μοντέλα φροντίδας των οποίων στόχο συνιστά η κάλυψη όλου του πλέγματος της διαφορετικότητας και της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της φροντίδας, ο οποίος υπερβαίνει πατροναλιστικές ρητορικές, αφορά τη συγκρότηση και οργάνωση νέων τρόπων του σχετίζεσθαι στην καθημερινή ζωή με γνώμονα τη συλλογική αίσθηση της τρωτότητας, η οποία λειτουργεί συνδετικά. Παρά την ανάγκη για συμπεριληπτικά και διαθεματικά μοντέλα φροντίδας σε επίπεδο κοινότητας, το παράδειγμα του πρόσφατου κλεισίματος του προγράμματος ESTIA[24] από το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου —του στεγαστικού προγράμματος για αιτούντες/-ούσες διεθνή προστασία, στο οποίο δικαιούχοι/-ες ήταν ως επί το πλείστον μεταναστευτικές οικογένειες— ισχυροποιεί την πολιτική της διαχείρισης της ζωής στο όριο∙[25] στη μορφή της μεταναστευτικής οικογένειας που δεν έχει χαρτιά, στο πρόσωπο της μετανάστριας, του «Άλλου», η ζωή εξαιρείται από το πολιτικό, ενώ επιχειρείται η εγχωροποίηση της ως ξένου και αόρατου κοινωνικού σώματος, ανάξιου να λάβει φροντίδα, και ως απειλής της εθνικής κυριαρχίας.

Η εγγενής αντίθεση που χαρακτηρίζει το νεοσύστατο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, έγκειται στην προσπάθεια συνένωσης λόγων που αφενός προασπίζουν την έμφυλη ισότητα στο πεδίο της εργασίας και της δημόσιας σφαίρας, αφετέρου παρεμβαίνουν στον τρόπο που τα υποκείμενα διαχειρίζονται τις ζωές και τα σώματά τους. Η αντίφαση που κρύβεται πίσω από την υπόσχεση για ισότητα και την αντιμετώπιση του δημογραφικού ως κατάστασης έκτακτης ανάγκης συνιστά στιγμή της ιστορίας των κοινωνικών σωμάτων ως προϊόντων ιδεολογικών και πολιτικών διαβουλεύσεων. Αναπόφευκτα η εν λόγω αντίφαση δεν μπορεί παρά να αναγνωσθεί ως ένα παράδειγμα βιοπολιτικής. Στην υιοθέτηση και αναπαραγωγή κοινωνικών λόγων γύρω από το «δημογραφικό» αντιπαραβάλλεται το αφήγημα περί ανησυχίας για το μέλλον του θεσμού της οικογένειας και της εθνικής (α)συνέχειας με την αυτοδιάθεση των σωμάτων των θηλυκοτήτων.

Ο φαινομενικά ασύνδετος συσχετισμός λόγων που απορρέουν από τον νεοφιλελευθερισμό, τον συντηρητισμό και τον εθνικισμό, συνιστά ένα σύγχρονο αναλυτικό εργαλείο που εισάγει στις κοινωνικές επιστήμες μία ολιστική προσέγγιση για την κατανόηση σύγχρονων πολιτικών που αφορούν έμφυλα ζητήματα. Σύμφωνα με τις Anna Elomaki και Johanna Kantola,[26] η τριγωνοποίηση των τριών ιδεολογικών κατευθύνσεων —νεοφιλελευθερισμού, συντηρητισμού και εθνικισμού— εισάγει ένα αναλυτικό μοντέλο που προκρίνει την αλληλεξάρτηση τους στον τρόπο που συγκροτούν την πολιτική πραγματικότητα, προκειμένου να κατανοηθούν τα πολλαπλά επίπεδα των υφιστάμενων λόγων και πρακτικών. Άξιος αναφοράς ο παραλληλισμός με τη Φινλανδία, το παράδειγμα της οποίας εξετάζουν οι προαναφερθείσες ερευνήτριες, καθώς κι εκεί έχει συσταθεί αντίστοιχο Υπουργείο Οικογενειακών Υποθέσεων και Κοινωνικών Υπηρεσιών, ενώ κατά την τρέχουσα περίοδο διαβουλεύονται, σε επίπεδο κυβέρνησης, προτάσεις για πιθανούς μετασχηματισμούς στον νόμο που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην άμβλωση,[27] χωρίς ωστόσο να έχουν παρθεί —μέχρι στιγμής— μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το παράδειγμα του ελληνικού υπουργείου μπορεί να αναγνωσθεί ως η αναπαράσταση και πραγμάτωση της συνύφανσης μιας νεοφιλελεύθερης και συντηρητικής ατζέντας· η επιμονή στον νεοφιλελεύθερο διαχωρισμό ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας με τη συνεχή ενίσχυση της πρώτης εις βάρος της δεύτερης, η παροχή πενιχρών επιδομάτων εις βάρος της θέσπισης ουσιαστικών προνοιακών πολιτικών που θα επένδυαν στη συγκρότηση δημοσίων υποδομών φροντίδας των παιδιών με σκοπό τη διαφύλαξη της εργασιακής συνθήκης των γονέων-φροντιστών, εδαφικοποιείται με τη συντηρητικοποίηση των λόγων γύρω από τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών. Φαίνεται, λοιπόν, να προκρίνονται λόγοι γύρω από την προάσπιση της έμφυλης ισότητας, αλλά μέχρι εκείνο το σημείο που μπορεί, παράλληλα, να διαφυλαχθεί ο θεσμός της παραδοσιακής πυρηνικής οικογένειας και ο έμφυλος καταμερισμός της φροντίδας· εν ολίγοις, ισότητα με το σταγονόμετρο.

Η φυσικοποίηση της αναπαραγωγικής λειτουργίας του γυναικείου σώματος πυροδοτεί την αναβίωση ενός διαγενεακού τραύματος του «κυνηγιού των μαγισσών»[28], το οποίο συνοδεύεται από τη συγχώνευση του γυναικείου σώματος με τη σφαίρα του ιδιωτικού. Ωστόσο, το παράδειγμα του νέου Υπουργείου δεν φαίνεται να (επανα)εισάγει μονομερώς την εν λόγω συγχώνευση· πολύ περισσότερο, παράγει λόγους υπό ένα συντηρητικό πρίμα γύρω από τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της μητρότητας, που κατασκευάζει νέες μορφές έμφυλης υποκειμενικότητας στο δημόσιο και ιδιωτικό πεδίο μέσα σε ένα καθεστώς συνεχούς κρίσης, εργασιακής επισφάλειας, πολλαπλών ανισοτήτων και καταπιέσεων.Με τη φυσικοποίηση του ρόλου της μητρότητας αναμοχλεύεται, για τη γυναικεία εμπειρία, μία αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας· ανεπάρκειας σε σχέση με την επιλογή της μη επιτέλεσης του ρόλου, αλλά και ανεπάρκειας ως προς τον τρόπο που αυτός επιτελείται. Με τα λόγια των συγγραφέων της Άπιαστης μητρότητας, «Η μητρότητα φαντάζει άπιαστη από τα υποκείμενα που τη βιώνουν. Συχνά οι γυναίκες πασχίζουν να ανταποκριθούν στις επιταγές της «καλής-σωστής» μητρότητας, ωστόσο οι τελευταίες, όπως και η προέλευσή τους, είναι αφηρημένες και σχετικοποιημένες».[29] Τόσο οι εμπειρίες των θηλυκοτήτων που είναι μητέρες, όσο και εκείνων που δεν είναι, βιώνονται ατομικά και ενοχικά υπό το βάρος των πολιτικών λόγων και των κοινωνικών πιέσεων που τις οδηγούν σε μία αέναη μοναχικότητα.

Με την προσωπική —και πολιτική— επίγνωση της αίσθησης της μοναχικότητας και των τρόπων που αυτή αποτυπώνεται πάνω στο δικό μου γυναικείο βίωμα, έγραψα το παρόν κείμενο που αναπαριστά λόγους, γνώση και εμπειρίες που συνίστανται στην κειμενικότητα του γυναικείου σώματος. Η σύσταση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας πυροδοτεί μία προσωπική αγωνία, έναν φόβο που αφορά την προβολή στο μέλλον της ενσώματης εμπειρίας στο παρόν· μιας εμπειρίας που απορρέει από ένα εργασιακά επισφαλές παρόν, από την έλλειψη προνοιακών υποδομών και από τη γνώση ότι, παρά την ευρύτερη ανασφάλεια και αστάθεια, το κράτος —μέσα σε μία λογική πολιτικής (α)συνέχειας— βρίσκεται σε μία διαδικασία ανασυγκρότησης λόγων γύρω από το πόσο (ανα)παραγωγικά οφείλουν να είναι τα σώματά μας. Αφουγκραζόμενη το παρόν πολιτικό τοπίο, η υπενθύμιση των πολύ απλών διατυπώσεων ότι «έχουμε η μία την άλλη» και ότι «στο μαζί, τα πράγματα βιώνονται αλλιώς» έρχεται ως ανακούφιση και συνάμα ενδυνάμωση. Σε αυτό το «έχουμε η μία την άλλη» τοποθετώ την πολιτική πλαισίωση του συναισθήματος της ελπίδας της Sara Ahmed.[30] Μέσα από τον φόβο για αυτό που θα μπορούσαμε να γίνουμε, αναδύεται η ανάγκη για την ελπίδα για αυτό που μπορεί ακόμα να είμαστε· η τροπικότητα αυτού που μπορεί ακόμα να είμαστε —στο εδώ και το τώρα— αφορά το μαζί, τη σύνδεση, το νοιάξιμο και την ανάδειξη της ηθικής της φροντίδας μέσα στην κοινότητα.


[1] Σύμφωνα με το άρθρο 1 του υπ’ αριθμού 77/2023 προεδρικού διατάγματος με τίτλο «Σύσταση Υπουργείου και μετονομασία Υπουργείων – Σύσταση, κατάργηση και μετονομασία Γενικών και Ειδικών Γραμματειών – Μεταφορά αρμοδιοτήτων, υπηρεσιακών μονάδων, θέσεων προσωπικού και εποπτευόμενων φορέων», το οποίο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’/130/27-6-2023), συστάθηκε το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μεταφέρεται στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, η Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας, ενώ συστήνονται σε αυτό Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής, Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και οι αντίστοιχες θέσεις Γενικών Γραμματέων.

[2] Απόσπασμα από τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην εκπομπή «Καλημέρα» στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ με τον Γιώργο Αυτιά, στις 11 Ιουνίου 2023.

[3] Συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας στις 8 Ιουνίου μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και μελών της Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος. Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα της ΑΣΠΕ.

[4] Η άντληση ειδησεογραφικού υλικού για την κάλυψη του παρόντος πονήματος είναι ενδεικτική, ενώ, ανάλογα με την πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση του κάθε ειδησεογραφικού μέσου (ανα)παραράγονται λόγοι γύρω από τη συγκρότηση του νέου Υπουργείου και του «δημογραφικού» ζητήματος εν γένει. Οι προγραμματικές δηλώσεις της Υπουργού αντλημένες από την ιστότοπο της ΕΡΤ.

[5] Βλ. ενδεικτικά στην ιστοσελίδα της Lifo τις δηλώσεις του Δημήτρη Νάτσιου υπέρ του δικαιώματος του αγέννητου παιδιού στην τηλεόραση του ANT1, στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» με τον Γιώργο Παπαδάκη, στις 3 Ιουλίου.

[6] Στις 16 Μαρτίου του 2021 η Χριστίνα Αλεξοπούλου (επανα)τοποθετήθηκε ως προς το ζήτημα των αμβλώσεων με το ακόλουθο tweet: «Η άμβλωση είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα. Ουδείς προτείνει την κατάργησή του. Συζητάμε απλώς την παροχή κινήτρων και διευκολύνσεων σε πολλές γυναίκες που καταλήγουν στην άμβλωση επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή. Η επιλογή είναι δικαίωμα που πρέπει να έχουν όλες οι γυναίκες». Την εν λόγω διορθωτική της τοποθέτηση επικαλέστηκε πρόσφατα μετά τα πυρά που εξαπέλυσε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά των δηλώσεών της του 2019 για το δικαίωμα του αγέννητου παιδιού.

[7] Βλ. ενδεικτικά στον ιστότοπο της εφημερίδας Έθνος άρθρο για την καταψήφιση της εν λόγω έκθεσης από μέλη της ευρωομάδας της Νέας Δημοκρατίας.

[8] Ενδεικτικά παραπέμπω σε πρόσφατο κείμενο του γυναικείου σωματείου το Μωβ που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του σχετικά με την κατάργηση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων.

[9] Βλ. ενδεικτικά το παρακάτω άρθρο σχετικά με τις θέσεις της πρωθυπουργού της Ιταλίας Meloni για τις αμβλώσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ο νόμος (ν.194/1978) που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην άμβλωση, την ίδια στιγμή παρέχει τη δυνατότητα στους γιατρούς να μπορούν αυτοβούλως να μην συναινούν σε αυτό. Το αποτέλεσμα είναι ότι σχεδόν 7 στους 10 γιατρούς αρνούνται να παρέχουν αμβλώσεις στην Ιταλία. Η πρόσβαση σε ένα –κατά τ’ άλλα– κατοχυρωμένο και καθολικό δικαίωμα γίνεται προνόμιο για εκείνες τις γυναίκες που μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υποδομές που τους το επιτρέπουν.

[10] Βλ. ενδεικτικά το άρθρο στον Guardian για τη στάση της Meloni απέναντι στη ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα.

[11] «Δυστυχώς, ναι, και αυτό δεν είναι καλό. Εγώ η ίδια δεν το θεωρούσα ως κάτι καλό όταν πάλευα για τον νόμο. [...] Έμαθα από τον φεμινισμό ότι η άμβλωση καθεαυτή δεν είναι δικαίωμα». Τα παραπάνω υποστήριξε πρόσφατα η υπουργός Roccella σε συνέντευξή της στην ιταλική δημόσια τηλεόραση, όταν ρωτήθηκε για το ζήτημα των αμβλώσεων. Βλ. ενδεικτικά εδώ.

[12] Βλ. ενδεικτικά την πρόταση ψηφίσματος σχετικά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για την κατάργηση του δικαιώματος στην άμβλωση και την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος στην άμβλωση και της υγείας των γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 5 Ιουλίου 2022.

[13] Η ιδέα της «ιδεολογίας του φύλου» υιοθετήθηκε, αρχικά, από μία μερίδα Καθολικών ως στρατηγική κατά της αυξανόμενης έμφασης των Ηνωμένων Εθνών στην έμφυλη ισότητα, τα αναπαραγωγικά και σεξουαλικά δικαιώματα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Από το 2010 και έπειτα ρητορικές κατά του φύλου, οι οποίες μέχρι τότε προέρχονταν —ως επί το πλείστον— από θρησκευτικούς κύκλους, άρχισαν να υιοθετούνται και να εκφράζονται από εθνικιστικές ομάδες σε διεθνές επίπεδο. «Η ιδέα της ‘ιδεολογίας του φύλου’ άρχισε να αναπαρίσταται ως ο κοινός εχθρός σε μία ευρεία κλίμακα θρησκευτικών και συντηρητικών κινημάτων, ως η συμβολική ένωσή τους», βλ. στο Jenny, Gunnarsson, Payne, Sofie, Tornhill, The enemy’s enemy: feminism at the crossroads of neoliberal co-optation and anti-gender conservatism, Journal of Political Ideologies, 28, 1, σ. 62-82.

[14] Herbert, Marcuse, Εξουσία και Οικογένεια, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα: Κάλβος, 2000, σ. 63.

[15] Ο.π. σ. 64-65.

[16] Thomas, Hobbes, Λεβιάθαν, μτφρ. Γ. Πασχαλίδης, Α. Μεταξόπουλος, Αθήνα: Γνώση, 1989.

[17] Αλεξάνδρα, Χαλκιά, Αναθεωρήσεις του έμφυλου έθνους, στο Η παραγωγή του κοινωνικού σώματος, επιμ. Μ. Μιχαηλίδου, Α. Χαλκιά, Αθήνα: Κατάρτι και Δίνη, Φεμινιστικό περιοδικό, 2005, σ. 57-85.

[18] Ο.π., σ. 62-63.

[19] Αθηνά, Αθανασίου, Ζωή στο όριο: Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική, Αθήνα: Εκκρεμές, 2007, σ. 79-82.

[20] Ενδεικτικά παραπέμπω σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της εφημερίδας Έθνος το καλοκαίρι του 2022, μετά τη δημοσίευση των στατιστικών δεδομένων της απογραφής του 2021. Ο τίτλος του άρθρου «Επιστροφή στο 1994, αλλά με πιο γερασμένο πληθυσμό - Τι αποκαλύπτουν τα αποτελέσματα της απογραφής». Χαρακτηριστικά αναγράφεται στο κείμενο: «Ενώ το 1994 ο αριθμός των γεννήσεων ήταν μεγαλύτερος των 100.000 και ο αριθμός των θανάτων 90.000, σήμερα ο αριθμός των γεννήσεων έχει υποχωρήσει στις 80.000, αλλά οι θάνατοι έχουν ξεπεράσει τους 120.000 ετησίως. Πρόκειται για μία κατάσταση με την οποία θα πρέπει πιθανότητα να συμφιλιωθούμε τουλάχιστον για την επόμενη 20ετία, καθώς ακόμα και αν με ένα μαγικό τρόπο ο ρυθμός των γεννήσεων αυξανόταν στα 2 παιδιά ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία από 1,3 με 1,4 που είναι τώρα, το δημογραφικό πρόβλημα δε θα λυνόταν αυτόματα».

[21] Ελιάνα Καναβέλη, Αλίκη Κοσυφολόγου, Άπιαστη μητρότητα: Σύγχρονες όψεις της μητρότητας σε συνθήκες κρίσης, Αθήνα: Εκδόσεις Πλήθος, 2023.

[22] Βλ. το υποκεφάλαιο iii. «H φεμινιστική συζήτηση μετά την εμφάνιση των υποβοηθούμενων μορφών κύησης και τη μερική θεσμική αναγνώριση νέων μορφών οικογένειας», ο.π., σ. 40-48.

[23] Andreas Chatzidakis, Jamie Hakim, Jo Littler, Catherine Rottenberg, Lynne Segal, Το μανιφέστο της φροντίδας, μτφρ. Χ. Σμυρνιώτη, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ροπή, 2022.

[24] Ενδεικτικά παραπέμπω στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Μετανάστευσης και την ανακοίνωση του κλεισίματος του προγράμματος ESTIA περί τα τέλη του έτους 2022.

[25] Αθηνά, Αθανασίου, Ζωή στο όριο: Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική, ο.π., σ. 10.

[26] Anna, Elomaki, Johanna, Kantola, Theorizing Feminist Struggles in the Triangle of Neoliberalism, Conservatism, and Nationalism, Social Politics, 25, 3, σ. 337-360.

[27] «Είναι σοκαριστικό το ότι η δεξιά στη χώρα μας διαβουλεύεται την υποβάθμιση των γυναικείων δικαιωμάτων με την αποδυνάμωση της νομοθεσίας που αφορά τις αμβλώσεις», υποστήριξε πρόσφατα η Krista Kiuru, υπουργός του αντίστοιχου φινλανδικού υπουργείου οικογένειας, σε σχετική απάντησή με θέμα την ευρύτερη συζήτηση για την κατοχύρωση του δικαιώματος των επαγγελματιών στον χώρο της υγείας να μπορούν να αρνηθούν να φέρουν εις πέρας αμβλώσεις για προσωπικούς λόγους. Χαρακτηριστική είναι και η δήλωση της αρχηγού των Χριστιανοδημοκρατών, Päivi Räsänen, πάνω στο ζήτημα. Κατά τα λεγόμενά της, οι επαγγελματίες στον χώρο της υγείας πρέπει να έχουν το δικαίωμα της επιλογής, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία των ασθενών. Η Päivi Räsänen έχει εκφράσει ανοιχτά θέσεις κατά των αμβλώσεων. Βλ. ενδεικτικά εδώ.

[28] «Στην Ευρώπη του 16ου και 17ου αιώνα και στις αποικίες του Νέου Κόσμου εξαπολύθηκε ένας πόλεμος εναντίον των γυναικών. Το κυνήγι των μαγισσών διέσχισε τα σύνορα και επεκτάθηκε από τη Γαλλία και την Ιταλία στη Γερμανία, την Ελβετία, την Αγγλία τη Σκωτία, τη Σουηδία, μέχρι το Μεξικό και το Περού. Αποτελούσε μια σχεδιασμένη απόπειρα εξευτελισμού των γυναικών, δαιμονοποιησης τους και καταστροφής της κοινωνικής τους δύναμης.[...] Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα επιχειρεί να ανασυνθέσει τις κοινωνικές συνθήκες του κυνηγιού των μαγισσών, εξετάζοντάς το ως έναν από τους πυλώνες της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, ως μία διαδικασία περιφράξεων που κατέστρεψε έναν ολόκληρο κόσμο υποκειμένων»∙ από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Silvia, Federici, Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα: Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση, μτφρ. Ι. Γραμμένου, Λ. Γυιόκα, Π. Μπίκας, Λ. Χασιώτης, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις των ξένων, 2011.

[29] Ελιάνα Καναβέλη, Αλίκη Κοσυφολόγου, Άπιαστη μητρότητα: Σύγχρονες όψεις της μητρότητας σε συνθήκες κρίσης, ο.π., σ. 202.

[30] Sara Ahmed, The Cultural Politics of Emotion, Edinburgh: Edinburgh University Press, 2004.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine