Ανάλυση

Επίλογος για τη (Σλαβο)μακεδονική γλώσσα

kaboomzine
από kaboomzine

Ο Ε. Ζάχος-Παπαζαχαρίου, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, της Πιάτσας (Κάκτος, 1980), του Λεξικού της πιάτσας (Κάκτος, 1981) και της Βαλκανικής κολυμβήθρας ονομάτων (Ισνάφι, 2010) παρουσιάζει τον δικό του επίλογο για τη (Σλαβο)μακεδονική γλώσσα, η οποία τον τελευταίο καιρό ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης λόγω της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά και του (πολύ πρόσφατου) «μπλόκου» της Βουλγαρίας στην έναρξη των συνομιλιών για την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο γλωσσικό ζήτημα.


Στο σημείωμα που ακολουθεί, ο αστικός ανθρωπολόγος εστιάζει την προσοχή του στην ιστορική διαδρομή τόσο της (σλαβο)μακεδονικής, όσο και των υπόλοιπων βαλκανικών διαλέκτων στο πέρασμα του χρόνου, που αναμειγνύονται με παράδοξους τρόπους και παράγουν απροσδόκητα αποτελέσματα μέσα από τις ιστορικές κινήσεις, τις μετατοπίσεις των πληθυσμών, αλλά και την καθημερινή χρήση, το πάρε-δώσε των ανθρώπων. 


Η διάκριση που εντοπίζεται στο κείμενο ανάμεσα σε διάλεκτο και γλώσσα πρέπει να νοηθεί με χαλαρό τρόπο, καθώς δεν υπάρχει απόλυτο κριτήριο για να αποτελέσει τη βάση της. Σε γενικές γραμμές, όμως, σε ό,τι αφορά τις γλώσσες της Ευρώπης και των Βαλκανίων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια γλώσσα αποτελεί μια ευρύτερη οικογένεια, έναν βασικό κορμό ριζών και λέξεων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στην επικοινωνία τους. Σε διαφορετικές περιοχές, μιλιούνται διαφορετικές εκδοχές αυτής της γλώσσας, οι οποίες αποτελούν διαλέκτους. Όταν όμως μια διάλεκτος αρχίζει να συνδέεται με μια κρατική οντότητα, να συστηματοποιείται, να περνά μέσα από μια γραφειοκρατία ή ένα σχολικό σύστημα και να αποκτά γραπτό σώμα κειμένων, ενδέχεται να εξελιχθεί σε γλώσσα. 

Τέλος, να σημειώσουμε ότι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού μας (Kaboom 6, Δεκέμβριος 2019) φιλοξενείται μια συνέντευξη του συγγραφέα, με τίτλο «Πόλη, λαϊκότητα, αργκό».

~

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗ (ΣΛΑΒΟ)ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Του Ε. Ζάχου-Παπαζαχαρίου

Καθώς έγραψα ήδη από το 1972 έναν μικρό πρόλογο για τη Μακεδονική γλώσσα,[1] δικαιούμαι να γράψω κι έναν Επίλογο για τη Βαλκανική αυτή γλώσσα που τόσο αμφισβητήθηκε τελευταία τόσο από τους πολιτικούς όσο και τους δημοσιογράφους.

Το αν το σλαβικό ιδίωμα της Βόρειας Μακεδονίας είναι διάλεκτος της Βουλγαρικής γλώσσας ή αυτόνομη γλώσσα, αποτελεί ψευδοπρόβλημα των ανιστόρητων πολιτικών και δημοσιογράφων και δεν θ’ άξιζε τον κόπο ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτό, αν ξέραμε έστω λίγη από την ιστορία των βαλκάνιων γειτόνων μας. Κι αυτό γιατί οι χρονολογίες οι ίδιες θα μας πληροφορούσαν πως στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν έγιναν γλώσσες λ.χ. η Βουλγαρική και η Σερβοκροατική, η σλαβο-μακεδονική ήταν προ πολλού αυτόνομη γλώσσα αφού διέθετε λογοτεχνία και εκτενή δημοσιευμένα κείμενα. Η σλαβο-μακεδονική όντας μάλιστα πολύ πιο κοντινή με την αρχαία Σλαβονική, επηρέασε και συνέχισε να επηρεάζει και τη Βουλγαρική και τη Σερβοκροατική ως τα σήμερα. Με λίγα λόγια, για να καταλάβουμε τη βαλκανική γλωσσο-γένεση, πρέπει να εξετάσουμε λεπτομερώς το πότε και πώς δημιουργήθηκαν οι σλαβικές βαλκανικές γλώσσες.

Και πρώτ’ απ’ όλα: δεν επρόκειτο για γλώσσες. Γλώσσα ήταν μόνο μία, η Σλαβονική, που είχε «κατασκευαστεί» από τους Κύριλλο και Μεθόδιο τον 9ο αιώνα. Από αυτήν τη γλώσσα, μέσω της χριστιανικής εκκλησιαστικής λειτουργίας προήλθαν οι κατά τόπους ντοπιολαλιές με τη μείξη των τοπικών αρχαιότερων ιδιωμάτων. Διάλεκτοι ονομάστηκαν από τους γλωσσολόγους οι ντοπιολαλιές που είχαν χρησιμεύσει ως διοικητικές γλώσσες στα διάφορα κρατικά μορφώματα που είχαν εμφανιστεί στα Βόρεια Βαλκάνια από τον 9ο ως τον 15ο αιώνα. Έτσι αναφέρονται, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές τους, η τσακαβική, η στοκαβική, η εκαβική, η βουλγαρική, η πομακική, η γλώσσα της Βαρδαρίας, δηλαδή η μακεδονική.

Η Σερβοκροάτικη γλώσσα

Όπως γράφει ο Γάλλος σλαβολόγος Αντρέ Βαγιάν, η αρχαία Κροατική διάλεκτος της Σλαβονικής, η «τσακαβική», είχε ξαπλωθεί κατά τον 14ο και 15ο αιώνα μαζί με το Ρωμαιοκαθολικό Δόγμα στη Δαλματία, στην Ιστρία και τα κοντινά νησιά, καθώς και στη Βοημία αλλά και βορειότερά της. Αργότερα, με τη μαζική μετανάστευση του Αρσένιου Τσερνόγεβιτς το 1690 από τη Σερβία στη νότια Ουγγαρία, οι Σέρβοι μετέφεραν εκεί –μαζί τους– τη διάλεκτο της Παλαιάς Σερβίας, τη «στοκαβική». Στον τόπο μετανάστευσής τους συναντήθηκαν και με άλλους μετανάστες από τη Δαλματία. Προήλθε έτσι μια μεικτή διάλεκτος, η «εκαβική», από ιδιώματα της Ουγγαρίας, της Σιρμίας και της παλαιάς Σερβίας, που ήρθε σε επαφή και με τις διαλέκτους της βόρειας Σερβίας, της Βοσνίας και της Σλοβενίας. Η λογοτεχνία που γράφτηκε στη διάλεκτο αυτή επηρεάστηκε σημαντικά και από τη Σλαβονική της Ρωσίας.[2]

Όταν έναν αιώνα αργότερα οι Σέρβοι της Σουμάντια, δηλαδή της παλαιάς Σερβίας, έκαναν την επανάσταση του 1803 υπό τον Καραγιώργιεβιτς και του 1813 υπό τον Ομπρένοβιτς, από την οποία και προήλθε το πριγκιπάτο της Σερβίας, ήρθαν στη Σουμάντια και πολλοί Σέρβοι της μετανάστευσης/διασποράς, που ήταν και πιο πλούσιοι και πιο μορφωμένοι από τους υπολοίπους. Αυτοί προσδιόρισαν μια νέα  Σέρβικη γλώσσα συνδυάζοντας την «εκαβική» διάλεκτο της μετανάστευσης στην Ουγγαρία με τη «στοκαβική» της παλαιάς Σερβίας και τη «ζεκαβική» διάλεκτο της Ερζεγοβίνης. Η διάλεκτος της Ερζεγοβίνης, στην οποία έγραψε ο λεγόμενος αναμορφωτής της Σερβικής γλώσσας Βουκ Στεπάνοβιτς Κάρατζιτς, υπήρξε η πιο βολική για συγχωνεύσεις και συνθέσεις. Η Στοκαβική, η διάλεκτος της παλαιάς Σερβίας, δεν μπορούσε ακόμα να χαρακτηριστεί ως γλώσσα. Ήταν μια ακόμη ντοπιολαλιά. Οι διανοούμενοι της Σερβίας και της Κροατίας τον 18ο αιώνα έγραφαν σε μια γλώσσα λόγια, «σύνθεση» της αρχαίας Σλαβονικής, δηλαδή της εκκλησιαστικής, και της ρωσικής των ρώσικων θρησκευτικών βιβλίων που κυκλοφορούσαν εκεί. Ο Κάρατζιτς κατάλαβε πως η γλώσσα αυτή απέκλειε κάθε γλωσσική σύνθεση που θα ένωνε τις τοπικές διαλέκτους και θα αναδείκνυε μια Σερβοκροάτικη ταυτότητα. Δημοσίευσε λοιπόν το 1814 μια συλλογή Σλοβενο-Σέρβικων δημοτικών τραγουδιών και το 1818 μια γραμματική της Σερβικής προφορικής διαλέκτου της Βοϊβοντίνας, περιοχής βορείως του Βελιγραδίου, με 26.270 λέξεις. Αναμόρφωσε επίσης το Κυριλλικό αλφάβητο προσθέτοντας 5 γράμματα που μιμούνταν τα κυριλλικά και ένα από τη λατινική γραφή και καθιέρωσε τη φωνητική γραφή. Στη δεύτερη έκδοση του λεξικού το 1858, πρόσθεσε λέξεις από τα προφορικά ιδιώματα του Μαυροβουνίου, της Κροατίας και της Δαλματίας. Υπήρξε δηλαδή πρωτοπόρος της Σερβο-Κροάτικης σύνθεσης που ονομάστηκε αργότερα Σερβοκροάτικη γλώσσα και που συνεχίζει να προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της σαν γλώσσα αυτόνομη. Η γλώσσα αυτή ωστόσο δεν είχε σχέση με τις διαλέκτους της Μακεδονίας. Ήταν στραμμένη προς τα βόρεια, προς την Αυστρία και προς τη Ρωσία.

Η Βουλγάρικη γλώσσα

Μπορούμε να πούμε πως η κατασκευή της Βουλγαρικής γλώσσας ξεκινάει με το έργο του Παϊσίου του Χιλανδαρίτη Ιστορία Σλοβενο-βουλγαρική των Τσάρων και των Αγίων που συμπληρώθηκε το 1762 στη μονή Χιλανδαρίου στο Άγιο Όρος. Ο Παΐσιος όμως δεν προσπάθησε να κάνει καμία γλωσσική σύνθεση, το έργο αυτό το έγραψε στην ντοπιολαλιά που μιλούσε ο ίδιος, στη διάλεκτο του Σαμόκοβο της σημερινής νοτιοδυτικής Βουλγαρίας. Βουλγαρική λογοτεχνία τότε δεν υπήρχε. Γράφονταν από διαφόρους κληρικούς «δαμασκηνάρια», δηλαδή ψυχωφελή βιβλία και συναξάρια σε διάφορες διαλέκτους της Βουλγαρίας επηρεασμένες από την αρχαία Σλαβονική. Πολλές δεκαετίες μετά τον Παΐσιο ξεκίνησε η αφύπνιση του Βουλγάρικου εθνικισμού. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν ο Σοφρόνιος Βράτσας, που μετάφρασε τους Αισώπειους μύθους, ο Νεόφυτος Ρίλσκι, που συνέταξε Ελληνοβουλγάρικο λεξικό, καθώς και ο Πέτερ Μπερόν, που συνέταξε το 1824 το πρώτο αλφαβητάριο για βουλγαρική διάλεκτο. Κανένας όμως απ’ αυτούς δεν χρησιμοποίησε το ιδίωμα του Παίσιου Χιλανδαρίου. Ο καθένας τους έγραφε στο ιδίωμα που μιλούσε ο ίδιος.

Υπήρχε και το ζήτημα του αλφαβήτου. Συνήθως θεωρείται ότι το Κυριλλικό αλφάβητο χρησιμοποιόταν συνεχώς, αδιάκοπα από τον 9ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας. Δεν είναι όμως αυτό αληθινό. Η προφορικότητα στα Ανατολικά Βαλκάνια δεν χρειαζόταν το σλαβονικό αλφάβητο παρά μόνο για τις εκκλησιαστικές εκδόσεις. Υπήρχε το ελληνικό, το οποίο με κάποιες προσθέσεις συμβόλων χρησίμευε και στην καταγραφή των γλωσσών και ιδιωμάτων που μιλιούνταν στα Βαλκάνια και στη Μικρασία.

Στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα ανάγεται και η ίδρυση των τεσσάρων ελληνο-βουλγαρικών σχολείων σε διάφορα σημεία της Βουλγαρίας, που δημιούργησαν το πέρασμα από την παλαιά σλαβονική εκκλησιαστική παιδεία σε μία νεοβουλγαρική, θα λέγαμε «αστική» διάλεκτο. Τα σχολεία αυτά που στο καθένα τους διδασκόταν διαφορετική βουλγαρική ντοπιολαλιά δημιούργησαν μια πολυμορφία της γλώσσας, η οποία ξεπεράστηκε μετά από πολύχρονες προσπάθειες των διδασκόντων και των εντύπων που εμφανίζονταν εν τω μεταξύ, καθώς και της τεράστιας τυποποιητικής επιρροής που ασκούσε πάνω στους διανοούμενους η ρώσικη λογοτεχνία. Εν τω μεταξύ, η ρωσική είχε ήδη γίνει αυτόνομη γλώσσα με βάση βέβαια την αρχαία σλαβονική και με σκανδιναβικές, γερμανικές, καυκασιανές και ταταρικές επιρροές. Οι διδάσκοντες και οι μαθητές των σχολών αυτών, καθώς και των άλλων σχολείων που ιδρύθηκαν σε άλλα σημεία της Βουλγαρίας, όπως το Σβιστόφ, το Κότελ, τη Φιλιππούπολη, το Κάρλοβο και το Σλίβεν, προσπάθησαν να τυποποιήσουν τις τοπικές ντοπιολαλιές για να προκύψει μια ενιαία γλώσσα. Φυσικά, βασικό ρόλο στην τυποποίηση έπαιζαν τα έντυπα και ακόμα περισσότερο τα χειρόγραφα αντίγραφα πρωτότυπων έργων.

Η διάλεκτος της Οχρίδας

Ταυτόχρονα, η διάλεκτος της Οχρίδας προσπαθούσε να παίξει κι αυτή έναν ρόλο μέσα στο πανηγύρι της εθνογένεσης και της γλωσσογένεσης. Θα θυμηθούμε εδώ τον ποιητή Γρηγόρη Παρλίτσεφ, που πήρε το πρώτο βραβείο στην Αθήνα το 1860, στον «Ράλλειο Ποιητικό Διαγωνισμό», για ένα μεγάλο ποίημά του στα ελληνικά και που οι προσπάθειές του να γράψει στη διάλεκτο της Οχρίδας δεν εκτιμήθηκαν όσο έπρεπε, παρότι ο ίδιος μετάφρασε την Ιλιάδα στη διάλεκτο αυτή. Η Οχρίδα δεν ήταν Βουλγαρία, ήταν Μακεδονία και βρισκόταν έξω από τη γλωσσική πλειοδοσία που γινόταν στη Βουλγαρία. Η Σλαβονική διάλεκτος του Άνω και Κάτω Βαρδάρη παρέμεινε πιο κοντινή στην αρχαία Σλαβονική και χωρίς να ανακατευτεί με άλλες διαλέκτους της Σλαβονικής. Έγινε μάλιστα γλώσσα από μόνη της, ανεξάρτητα από τις διαλέκτους της Βουλγαρίας. Απέκτησε λογοτεχνία στα μέσα του 19ου αιώνα, την ίδια περίπου εποχή που έγιναν γλώσσες και η Σερβική και η Βουλγαρική.

Η αρχή της «Μακεδονικής» γλώσσας τοποθετείται γύρω στο 1860, στο έτος δηλαδή της συγγραφής ενός μεγάλου κειμένου, που καταγράφει πάνω από 10.000 λέξεις. Πρόκειται για ένα «Ευαγγελιστάριο», δηλαδή για μια συλλογή των περικοπών του Ευαγγελίου που διαβάζονται κατά τη Θεία Λειτουργία τις Κυριακές όλου του χρόνου. Το συνέγραψε ο Ευστάθιος Κυπριάδης στην Κουλακιά της Μακεδονίας, μια χώρα νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης, που μετονομάστηκε σε Χαλάστρα –και εξακολουθεί να είναι έτσι γνωστή– από το αρχαίο μακεδονικό όνομα κάποιας πόλης της εποχής των αρχαίων Μακεδόνων.

Ο Κυπριάδης χρησιμοποίησε την ελληνική γραφή και την τοπική διάλεκτο της Σλαβονικής, που την ονομάζει «πουγάρτσκο ιζίκ της Βαρδαρίας», δηλαδή «βουλγαρική γλώσσα της Βαρδαρίας». Το Ευαγγελιστάριο της Κουλακιάς κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα αντίγραφα στη Μακεδονία μεταξύ των ιερέων που δεν πείθονταν από τη βουλγάρικη και τη σέρβικη προπαγάνδα που έριζαν τότε για τη Μακεδονία. Ένα χειρόγραφο του Ευαγγελισταρίου βρήκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Γάλλος λόγιος Ζαν Ντενύ και γυρνώντας στο Παρίσι το χάρισε στη Βιβλιοθήκη της Σχολής Ανατολικών Γλωσσών. Εκεί το βρήκαν δύο έγκριτοι σλαβολόγοι, ο Αντρέ Μαζόν και ο Αντρέ Βαγιάν, το μελέτησαν και το δημοσίευσαν στο Παρίσι το 1938.[3]

Tον ίδιο καιρό που ο Σλαβομακεδόνας Ευστάθιος Κυπριάδης μετάφραζε το Ευαγγέλιο στη διάλεκτο του Κάτω Βαρδάρη, ο Σέρβος Βουκ Κάρατζιτς «αναμόρφωνε» τη Σερβική γλώσσα, πριν τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου και πριν την επανάσταση του Λιτόχωρου του 1878. Είναι εμφανές λοιπόν, πως η μετάφραση των ευαγγελικών περικοπών στην τοπική Σλαβονική διάλεκτο της Μακεδονίας, στόχο είχε το να αποφεύγεται η εκφώνησή τους από τους ιερείς στη Σερβική ή στη Βουλγαρική διάλεκτο της Σλαβονικής που εξελίσσονταν σε γλώσσες με ανταγωνιστικές μεταξύ τους τάσεις. Κι αυτό δείχνει ότι υπήρχε ήδη μεταξύ των σλαβόφωνων της Μακεδονίας μια τάση να μην ταυτίζονται ούτε με τον Σέρβικο αλλά ούτε και με τον Βουλγάρικο εθνικισμό.

Άρα, η Σλαβομακεδονική διάλεκτος της Σλαβονικής γλώσσας, η «πουγάρτσκο ιζίκ της Βαρδαρίας» δικαιούται να προβάλλεται ως γλώσσα, όσο και η Σερβική και η Βουλγαρική, γιατί απέκτησε λογοτεχνία τον ίδιο καιρό με αυτές.

Μήπως όμως είναι και αρχαιότερη; Πιο πρόσφατες έρευνες αυτό μας αποδεικνύουν. Το πρώτο δείγμα Σλαβο-μακεδονικής διαλέκτου εμφανίζεται στη Μοσχόπολη το 1802 (ή το 1794 στη Βενετία) στο βιβλίο Εισαγωγική Διδασκαλία του Δανιήλ του εκ Μοσχοπόλεως. Εκείνη εκ των «τεσσάρων κοινών διαλέκτων» που ο Αρωμούνος ιεροκήρυκας παρουσιάζει στο βιβλίο του και την αποκαλεί «βουλγαρική» δεν είναι παρά το μακεδονικό ιδίωμα της Οχρίδας, δηλαδή η Μακεδονική, που τον καιρό εκείνο ονομαζόταν Βουλγαρική, ακόμα και από τον ίδιο τον Γρηγόρη Παρλίτσεφ, όπως βλέπουμε στην Αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε στην Αθήνα το 2000 από τις εκδόσεις «Μαύρη Λίστα». Δεν πρέπει όμως αυτό να μας ξεγελάει.

Δεύτερη εμφάνιση μακεδονικού κειμένου θεωρείται ότι είναι το Ευαγγέλιο του Κονίκοβο, χωριού της σημερινής Ελληνικής Μακεδονίας. Χειρόγραφο του οποίου ανακάλυψε στη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας μια ομάδα ερευνητών του Ελσίνκι. Οι ερευνητές αφού το μελέτησαν, διατείνονται πως χρονολογείται στα τέλη του… 18ου αιώνα. Η Βουλγαρική όμως δεν είχε ακόμα συστηθεί και δεν υπήρχε ούτε βουλγαρικό σχολείο πουθενά, ούτε βουλγαρικό αλφαβητάριο. Αδίκως λοιπόν η παλαιότερη εμφάνιση της Μακεδονικής τοποθετείται στο έτος… 1862. Είναι κατά 50 τουλάχιστο χρόνια αρχαιότερη.

Οι Βούλγαροι ξεχνούν επίσης μια παράξενη πραγματικότητα που ξεπερνάει τη λογική τους αλλά και κάθε λογική. Όταν οι «Εξαρχικοί» Σλαβομακεδόνες εγκατέλειψαν την Ελληνική Μακεδονία με το Σύμφωνο Καφαντάρη ως το 1934, δεν πήγαν να εγκατασταθούν στα χωριά του Βουλγάρικου τμήματος της Μακεδονίας, στη λεγόμενη Μακεδονία του Πιρίν. Εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, στη Σόφια, όπου σαν ξεριζωμένοι μετανάστες, έκαναν δουλειές του ποδαριού, στην εμπορική πιάτσα και στη νύχτα. Πολλοί απ’ αυτούς έγιναν μπράβοι των διαφόρων πολιτικών κομμάτων της Βουλγαρίας. Έτσι, η γλώσσα που μιλούσαν, η διάλεκτος της Σλαβονικής του Άνω και Κάτω Βαρδάρη, η «πουγάρτσκο ιζίκ της Βαρδαρίας», έγινε η… αργκό της Σόφιας και με τον καιρό η μιλητή γλώσσα των πρωτευουσιάνων Βουλγάρων που διαδίδεται και σ’ όλη τη Βουλγαρία σαν η πιο «μοντέρνα μορφή της Βουλγαρικής» που την υιοθέτησε εξάλλου και η λογοτεχνία.

Δεν κάνει λοιπόν να γελάει κανείς με τα γλωσσικά παράξενα της ιστορίας και να τα αντιμετωπίζει με ελαφρότητα, όταν δεν ξέρει ποια τραγικά συμβάντα κρύβονται πίσω τους. Επίσης, αυτή η θεωρούμενη ως ανύπαρκτη Μακεδονική γλώσσα επηρέασε τα μέγιστα την προφορική γλώσσα, την αργκό, του Βελιγραδίου.

Βλέπουμε λοιπόν πως η σλαβο-μακεδονική γλώσσα, η «πουγάρσκο ιζίκ της Βαρδαρίας» όχι μόνο διαθέτει παλαιό παρελθόν, παλαιότερο κι απ’ τη Βουλγάρικη κι από τη Σερβοκροατική, αλλά έχει και μεταμοντέρνο μέλλον.


[1] E. Zakhos-Papazahariou, «Babel balkanique. Histoire politique des alphabets utilisés dans les Balkans», Cahiers du Monde russe et soviétique 13(2), σ. 145-179.

[2]  Βλ. A. Vaillant, Les langues slaves meridiοnales et la conquete Turque, Byzantinoslavica, τόμ. XIV, Πράγα, 1953, σ. 125.

[3] Βλ. Α. Mazon, A. Vaillaant, L’Evangeliaire de Kulakia. Un parler slave du Bas-Vardar, Παρίσι, 1938.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine