Σημειωματάριο

Γεράσιμος

Ο Γεράσιμος Στεφανάτος πέθανε αναπάντεχα στο τέλος του περασμένου Σεπτεμβρίου. Σημαντικός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, μέλος του Quatrième Groupe, βαθύς γνώστης της φιλοσοφίας του Κορνήλιου Καστοριάδη, με τον οποίο είχε κάνει την ανάλυσή του, αφήνει πίσω του αξιοπρόσεκτο διδακτικό και συγγραφικό έργο, που περιλαμβάνει τόσο τις μελέτες και τα βιβλία του, όσο και τις πραγματείες ξένων συναδέλφων του που επιμελήθηκε και προλόγισε για τις εκδόσεις Εστία, εισάγοντας ουσιαστικά τη σκέψη τους στην εγχώρια συζήτηση μέσω της σειράς «Ψυχαναλυτικά». Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, η Πιερά Ωλανιέ και η Ναταλί Ζαλτζμάν.

Καθώς θεωρώ σίγουρο ότι τα ψυχαναλυτικά και φιλοσοφικά του κείμενα θα συνεχίσουν να μας απασχολούν για καιρό, σκέφτηκα να καταθέσω εδώ δυο-τρία πράγματα επί του προσωπικού, σαν μικρό φόρο τιμής, σαν σημάδι μνήμης και φιλίας· σαν τμήμα, τέλος, μιας εργασίας πένθους. Εξάλλου, η προσωπικότητά του πάντα μου φαινόταν αδιαχώριστη από τη σκέψη του, από την άσκηση της ψυχανάλυσης και της αυτοανακλαστικής αναστοχαστικότητας, της ποίησης εαυτού και κόσμου, όπως ο ίδιος αρεσκόταν να επαναλαμβάνει.

Γνωριστήκαμε σε ένα συνέδριο για τα είκοσι χρόνια από τον θάνατο της κοινής μας φιλοσοφικής αδυναμίας, του Κορνήλιου Καστοριάδη. Στη συνέχεια, μας παραχώρησε ένα κείμενό του για έναν συλλογικό τόμο που επιμεληθήκαμε με τον Αλέξανδρο Σχισμένο, και σιγά-σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ μας ένας διάλογος που πύκνωνε. Σύντομα περάσαμε στον ενικό και συχνά μιλούσαμε για ώρα στο τηλέφωνο για την ψυχανάλυση, τον Λακάν, αλλά και τον Μερλώ-Ποντύ, τους κοινούς μας φίλους και τα σχέδιά μας, τα αγαπημένα μέρη των διακοπών…

Μου άρεσε η ζεστή φωνή του, τα περήφανα μαλλιά του, το βαθύ και γαλάζιο βλέμμα του, τόσο έντονο αλλά και σχεδόν χαμένο μια φορά που τον είχα δει από μακριά χωρίς να με καταλάβει – σαν να ήταν μόνιμα βυθισμένος στις σκέψεις του. Το πρόσωπό του, η όλη εικόνα του, η αύρα που εξέπεμπε «σου μιλούσε», πράγμα αναντικατάστατο για έναν ψυχαναλυτή. Χαιρόμουν που μου πρότεινε να πιούμε καφέ στο Παγκράτι παρέα με τον Γιώργο Καράμπελα, που ήθελε να μας προσκαλέσει στη Βυτίνα όταν θα περνούσε η πανδημία, που σχεδίαζε να κάνουμε μαζί εκδηλώσεις και βιβλιοπαρουσιάσεις. Μου άρεσε που έβλεπε με καλό μάτι τα αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα και στήριζε το Kaboom. Ήταν γενναιόδωρος, είχε πει ότι είναι «ενδεχομένως ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή σαν περιοδικό». Στο τελευταίο τεύχος μάς παραχώρησε μια εκτενή συνέντευξη με θέμα το πρωταρχικό μίσος της ψυχής για τον κόσμο. Τη δουλεύαμε για ώρες, μιλώντας στο τηλέφωνο και στο mail, μπλέκοντας τη φιλοσοφία με άλλα πράγματα, αστεία, σχόλια στο μεταίχμιο θεωρίας και καθημερινότητας.  

Μου άρεσε τέλος που ήταν γενναιόδωρος και εκδηλωτικός και απέναντί μου: μου έλεγε ότι πλέον είμαστε φίλοι και συνεργάτες, ότι με εκτιμάει και μάλιστα με αγαπάει, κι ας μην είχαμε κάνει στην πράξη τόση παρέα. Και πράγματι, είδα ότι το εννοούσε, όταν του έστειλα τη διατριβή μου κι εκείνος κάθισε και διάβασε –όντας άρρωστος, όπως συνειδητοποιώ εκ των υστέρων– το κεφάλαιο που αφορούσε την ψυχανάλυση για να μου κάνει διορθώσεις και παρατηρήσεις, όπως του είχα ζητήσει. Είχα γράψει λάθος το όνομά του –Stefanatos αντί για Stephanatos– παραπέμποντας σε ένα από το πιο χαρακτηριστικά κείμενά του στα γαλλικά, το «Repenser la psyché et la subjectivité avec Castoriadis», το οποίο με καθοδήγησε στη συγγραφή του εν λόγω κεφαλαίου. Είχα επίσης μεταφράσει τον όρο pictogramme της αγαπημένης του Ωλανιέ ως πικτόγραμμα και όχι ως εικονόγραμμα, όπως δεν παρέλειψε να μου επισημάνει!

Έχω κρατήσει κάτι που μου είπε μια μέρα πίνοντας καφέ στην αυλή του Βυζαντινού μουσείου. Το διηγούμαι συχνά στους φίλους και τις φίλες μου, καθώς για μένα αποτελεί ένα καλό παράδειγμα του πώς η ψυχανάλυση μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε την καθημερινή ζωή. Μιλούσαμε για την πολιτική –ο Στεφανάτος ήταν ένα έντονα πολιτικό ον, με αντιδικτατορική μάλιστα δράση, όπως έμαθα αργότερα, αφού ο ίδιος απέφυγε να περιαυτολογήσει– και μου εξέφραζε κάποιες (ορθές) κριτικές σκέψεις για την κατάσταση της σημερινής Αριστεράς – παρέμενε ωστόσο πάντα προσηλωμένος στο πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας. Μου είπε λοιπόν ότι αυτή η κριτική του στάση είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθεί με κάποιους παλιούς φίλους του, που κινούνταν εντός της κυρίαρχης αριστερής νόρμας. Ύστερα παρατήρησε ότι καμιά φορά ωστόσο συναντιούνται τυχαία στον δρόμο και νιώθουν ειλικρινή χαρά, μαθαίνουν ο ένας τα νέα του άλλου με ενθουσιασμό, αγκαλιάζονται κι έπειτα πάλι χωρίζουν. Και τότε συμπλήρωσε –αναλυτής που αναλύει τον εαυτό του, όπως γινόταν από την εποχή του Φρόυντ– πως σκέφτεται ότι με κάποιους ανθρώπους χανόμαστε όχι εξαιτίας της έλλειψης αγάπης, αλλά ακριβώς από αγάπη· για να προστατεύσουμε τη σχέση μας από τη φθορά που θα της προκαλούσαν οι υπερβολικά συχνές τριβές και φιλονικίες.

Τον τελευταίο καιρό, όταν επικοινωνούσαμε, ανέφερε πάντα το καινούριο βιβλίο πάνω στο οποίο δούλευε. Δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή είχα συναισθανθεί τη σημασία που είχε για κείνον και τη λαχτάρα του να το βγάλει, αμέσως μόλις πληροφορήθηκα τον θάνατό του  μέσα από ένα σοκαριστικό μήνυμα στο facebook, το μυαλό μου πήγε στο βιβλίο και αναρωτήθηκα για τη μοίρα του. Στενοχωριόμουν διπλά που δεν πρόλαβε να το εκδώσει και σκεφτόμουν αν θα μπορούσε να γίνει κάτι ώστε να δημοσιευτεί η δουλειά του. Όταν λοιπόν έμαθα από έναν μαθητή του ότι το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει, καθώς ο Στεφανάτος το διόρθωνε και το επιμελούνταν μέχρι την τελευταία στιγμή, ένιωσα μια μεγάλη χαρά· σχεδόν μια ανακούφιση.

«Θάνατε, πού είναι η νίκη σου; Σχεδόν παντού», αναφέρει σε κάποιο σημείο ο αγαπημένος μας φιλόσοφος. Ο πόνος της απώλειας είναι σίγουρα πανίσχυρος, ιδίως για τους κοντινούς ανθρώπους. Με μια έννοια κανείς δεν γλυτώνει από αυτόν. Ωστόσο, το ότι ο Γεράσιμος τελείωσε το βιβλίο του και γνώριζε πως θα βγει, πως θα διαβαστεί και θα συζητηθεί, δικαιούμαστε ίσως να το δούμε σαν μια νίκη των δυνάμεων της ζωής· σαν μια νίκη του πάθους, μια (πάντα μερική) νίκη της μετουσίωσης πάνω στον θάνατο και τον χρόνο.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Γιάννης Κτενάς