Βιβλίο

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη

...ή αλλιώς, το έργο που προσπάθησε να ανεβάσει επί σκηνής ο Birdman

Μιλούσε ο φίλος μου ο Χερμπ Μακ Γκίνις, καρδιολόγος. Καθόμασταν οι τέσσερις μας γύρω απ’το τραπέζι της κουζίνας του, πίνοντας τζιν. Ήταν Σάββατο απόγευμα. Το φως του ήλιου πλημμύριζε την κουζίνα απ’το μεγάλο παράθυρο πίσω από τον νεροχύτη. Ήμαστε ο Χερμπ κι εγώ και η δεύτερη γυναίκα του, η Τερέζα –Τέρι τη φωνάζαμε- και η γυναίκα μου η Λόρα. Μέναμε στην Αλμπουκέρκη, αλλά ήμαστε όλοι από κάπου αλλού. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια παγωνιέρα. Το τζιν με τόνικ κυλούσε ακατάπαυστα και για κάποιο λόγο πιάσαμε το θέμα της αγάπης. Ο Χερμπ είχε τη γνώμη πως αληθινή αγάπη είναι μόνο η πνευματική αγάπη. Όταν ήταν νέος είχε κάνει πέντε χρόνια σε μια θεολογική σχολή, πριν τα παρατήσει και πάει στην ιατρική. Ταυτόχρονα εγκατέλειψε και την Εκκλησία, αλλά αναπολούσε ακόμη εκείνα τα χρόνια της σχολής σαν τα πιο σημαντικά στη ζωή του.

Η Τέρι είπε πως ο άντρας με τον οποίο ζούσε πριν γνωρίσει τον Χερμπ την αγαπούσε τόσο πολύ, που επιχείρησε να τη σκοτώσει. Ο Χερμπ γέλασε μ’ αυτό που είπε η Τέρι. Έκανε μια γκριμάτσα. Η Τέρι τον κοίταξε. Έπειτα είπε: «Με έσπασε στο ξύλο ένα βράδυ, το τελευταίο βράδυ που περάσαμε μαζί. Με έσερνε από τα πόδια μέσα στην τραπεζαρία φωνάζοντας διαρκώς: “Σ’ αγαπάω, δεν το βλέπεις; Σ’αγαπάω σκύλα”. Με έσερνε μέσα στην τραπεζαρία, ενώ το κεφάλι μου χτυπούσε εδώ κι εκεί». Η Τέρι κοίταξε ολόγυρα στο τραπέζι και ύστερα κοίταξε τα δάχτυλά της πάνω στο ποτήρι. «Τι να την κάνεις τέτοια αγάπη;» είπε. Ήταν μια κοκαλιάρα γυναίκα με όμορφο πρόσωπο, σκούρα μάτια και καστανά μαλλιά, που έπεφταν πίσω στην πλάτη της. Της άρεσαν τα κολιέ από τιρκουάζ και τα μακριά σκαλιστά σκουλαρίκια. Ήταν δεκαπέντε χρόνια μικρότερη απ’τον Χερμπ, είχε περάσει περιόδους ανορεξίας και προς τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, πριν πάει στη σχολή νοσοκόμων, είχε υπάρξει περιθωριακή, «άνθρωπος του δρόμου», όπως έλεγε. Ο Χερμπ την αποκλαούσε καμιά φορά τρυφερά χίπισσά του.

«Θεέ μου, μην είσαι ανόητη. Αυτό δεν είναι αγάπη και το ξέρεις» είπε ο Χερμπ. «Δεν ξέρω πως να το πω, μα είμαι απολύτως σίγουρος πως μόνο αγάπη δεν είναι». 

«Εσύ πες ό,τι θες, εγώ όμως ξέρω πως μ’αγαπούσε» είπε η Τέρι. «Το ξέρω. Μπορεί να σου φαίνεται τρελό, αλλά απ’την άλλη είναι αλήθεια. Οι άνθρωποι διαφέρουν, Χερμπ. Σίγουρα κάποιες φορές φερόταν τρελά. Σίγουρα. Αλλά με αγαπούσε. Με τον δικό του τρόπο ίσως, αλλά με αγαπούσε. Υπήρχε αγάπη, Χερμπ. Μην το αρνείσαι».

Ο Χερμπ πήρε βαθιά ανάσα. Σήκωσε το ποτήρι του και γύρισε σ’εμένα και στη Λόρα. «Απείλησε να σκοτώσει κι εμένα». Ήπιε το ποτό του κι έπιασε το μπουκάλι με το τζιν. «Η Τέρι είναι ρομαντική. Είναι της σχολής “Σπάσε με στο ξύλο για να ξέρω πως μ’αγαπάς”. Τέρι αγάπη μου, μη με κοιτάς έτσι». Τεντώθηκε πάνω απ’το τραπέζι και την άγγιξε στο μάγουλο. Της έκανε έναν μορφασμό.

«Τώρα θέλει να τα μπαλώσει» είπε η Τέρι. «Αφού με κάνει πρώτα λιώμα». Δεν χαμογελούσε καθόλου.

«Να μπαλώσω τι;» είπε ο Χερμπ. «Τι έχω να μπαλώσω; Εγώ ξέρω αυτό που ξέρω και τίποτα παραπάνω».

«Και πώς θα το λεγες τότε;» είπε η Τέρι. «Πώς αρχίσαμε να μιλάμε γι αυτό το θέμα τέλος πάντων;». Σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε. «Ο Χερμπ έχει πάντα την αγάπη στο μυαλό του» είπε. «Έτσι δεν είναι, καλέ μου;» Χαμογελούσε τώρα και σκέφτηκα πως το πράγμα θα τελείωνε εδώ.

«Απλώς δε θα αποκαλούσα τη συμπεριφορά του Χερμπ αγάπη, αυτό μόνο θέλω να πω, γλυκιά μου» είπε ο Χερμπ. «Εσείς τι λέτε, παιδιά;» είπε στη Λόρα και σ’εμένα. «Σας φαίνεται αγάπη αυτό το πράγμα;»

Σήκωσα τους ώμους μου. «Λάθος άτομο ρωτάς. Δεν τον ήξερα καν τον άνθρωπο. Άκουσα απλώς να αναφέρεται το όνομά του. Καρλ. Δεν μπορώ να ξέρω. Πρέπει να γνωρίζεις όλες τις παραμέτρους. Εγώ δεν θα το ‘λεγα αλλά και πάλι ποιος ξέρει; Υπάρχουν ένα σωρό τρόποι να φερθείς και να δείξεις την αφοσίωσή σου. Αυτός ο τρόπος δνε τυχαίνει να είναι ο δικός μου. Αλλά, απ’ ότι καταλαβαίνω, Χερμπ, θες να πεις ότι η αγάπη είναι κάτι απόλυτο;»

«Το είδος της αγάπης για το οποίο μιλάω εγώ είναι» είπε ο Χερμπ. «Το είδος της αγάπης για το οποίο μιλάω δεν σε κάνει να θες να σκοτώσεις άνθρωπο».

Η Λόρα, η γλυκιά μου χοντρο-Λόρα, είπε μαλακά: «Εγώ δεν ξέρω τίποτα για τον Καρλ ή την όλη κατάσταση. Ποιος μπορεί να ξέρει για την κατάσταση κάποιου άλλου; Όμως, Τέρι, δεν ήξερα για την βιαιοπραγία».

Άγγιξα την αναστροφή του χεριού της Λόρα. Μου χαμογέλασε βιαστικά και στράφηκε ξανά στην Τέρι. Έπιασα το χέρι της Λόρα. Το χέρι ήταν ζεστό στην αφή, τα νύχια γυαλισμένα, λιμαρισμένα τέλεια. Τύλιξα τον φαρδύ καρπό με τα δάχτυλά μου, σαν βραχιόλι, και τον έσφιξα.

«Όταν έφυγα ήπιε ποντικοφάρμακο» είπε η Τέρι. Τύλιξε τα μπράτσα της με τις παλάμες της. «Τον πήγαν στο νοσοκομείο της Σάντα Φε, όπου μέναμε τότε, και του έσωσαν τη ζωή. Τα ούλα του όμως έπαθαν ζημιά. Θέλω να πω τραβήχτηκαν από τα δόντια του. Ύστερα απ’ αυτό τα δόντια του κρέμονταν σαν χαυλιόδοντες. Θεέ μου» είπε. Άφησε να περάσει ένα λεπτό κι ύστερα έλυσε τα χέρια της και σήκωσε το ποτήρι της.

«Και τι δεν κάνει ο άνθρωπος!» είπε η Λόρα. «Και τον λυπάμαι, αλλά και δεν μ’αρέσει καθόλου. Πού βρίσκεται τώρα;»

«Είναι εκτός μάχης» είπε ο Χερμπ. «Τα έχει τινάξει». Μου έδσε το μπλο με τα λεμόνια. Πήρα μία φέτα λεμόνι, την έστυψα πάνω απ’το ποτό μου και ανακάτεψα τα παγάκια με το δάχτυλό μου.

«Έχει και χειρότερα» είπε η Τέρι. «Αυτοπυροβολήθηκε στο στόμα. Μα κι αυτό τσαπατσούλικα το έκανε. Τον καημένο τον Καρλ» είπε. Κούνησε το κεφάλι της.

«Τον καημένο και κολοκύθια» είπε ο Χερμπ. «Ήταν επικίνδυνος». Ο Χερμπ ήταν σαρανταπέντε χρονών. Ήταν ψηλός και μακρυκάνης, με σγουρά γκρίζα μαλλιά. Το πρόσωπο και τα χέρια του ήταν μαυρισμένα από το τένις. Όταν ήταν ξεμέθυστος, οι χειρονομίες του, οι κινήσεις του όλες ήταν προσεκτικές και ακριβείς.

«Παρόλα αυτά μ’αγαπούσε Χερμπ, αυτό πρέπει να το παραδεχτείς» είπε η Τέρι. «Αυτό μονάχα λέω. Δεν μ’αγαπούσε με τον τρόπο που μ’αγαπάς εσύ, δεν λέω αυτό. Αλλά μ’αγαπούσε. Αυτό μπορείς να το παραδεχτείς; Δεν σου ζητάω και πολλά».

«Τι εννοείς όταν λες ότι το έκανε τσαπατσούλικα;» είπα εγώ. Η Λόρα έγειρε μπροστά με το ποτήρι της. Ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι και κράτησε το ποτήρι της και με τα δυο της χέρια. Κοίταξε μια τον Χερμπ και μια την Τέρι, περιμένοντας με μια απροσποίητη έκφραση αμηχανίας στο πρόσωπό της, σαν να απορούσε που τέτοια πράγματα συνέβαιναν σε ανθρώπους που γνωρίζεις. Ο Χερμπ αποτελείωσε το ποτό του. «Πώς το ‘κανε τσαπατσούλικα, αφού αυτοκτόνησε;» είπα ξανά.

«Θα σου πω τι συνέβη» είπε ο Χερμπ. «Πήρε το εικοσιδυάρι πιστόλι που είχε αγοράσει για να φοβερίσει την Τέρι κι εμένα – α, σοβαρά μιλάω ήθελε να το χρησιμοποιήσει. Να ‘βλεπες μόνο πώς ζούσαμε εκείνο τον καιρό. Σαν φυγάδες. Αφού αγόρασα κι εγώ πιστόλι. Και έλεγα πως ήμουν κατά της βίας. Αγόρασα όμως το πιστόλι για αυτοάμυνα και το κουβαλούσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Καμιά φορά ήμουν αναγκασμένος να φέυγω απ’το σπίτι μες στ’άγρια μεσάνυχτα για να πάω στο νοσοκομείο. Η Τέι κι εγώ δεν ήμαστε ακόμη παντρεμένοι εκείνη την εποχή. Η πρώην γυναίκα μου είχε κρατήσει το σπίτι και τα παιδιά, το σκυλί, τα πάντα, κι εγώ με την Τέρι μέναμε σ’εκείνο το διαμέρισμα. Μερικές φορές, όπως σας είπα, μου τηλεφωνούσαν μες στ’άγρια μεσάνυχτα ή ακόμα και στις δύο ή τρεις το πρωί και έπρεπε να φύγω για το νοσοκομείο. Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί έξω στο παρκιγκ και μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας μέχρι να μπω στο αμάξι. Δεν ήξερα αν θα πεταγόταν ξαφνικά μέσα από τους θάμνους ή θα ‘βγαινε πίσω από κάποιο αυτοκίνητο και θα άρχιζε να πυροβολεί. Θέλω να πω ο άνθρωπος ήταν τρελός. Ήταν ικανός να βάλει ακόμα και βόμβα στο αμάξι μου, τα πάντα. Άφηνε μήνυμα στον τηλεφωνητή μου οποιαδήποτε ώρα λέγοντας ότι υπήρχε ανάγκη να μιλήσει στον γιατρό και όταν απαντούσα στην κλήση μου έλεγε: “Παλιοκαργιόλη, οι μέρες σου είναι μετρημένες”. Τέτοια πράγματα. Ήταν τρομακτικό σας λέω».

«Κι όμως εγώ τον λυπάμαι» είπε η Τέρι. Ήπιε μια γουλιά και κοίταξε τον Χερμπ. Την κοίταξε κι ο Χερμπ.

«Μοιάζει με εφιάλτη» είπε η Λόρα. «Μα τι έγινε ακριβώς απ’ τη στιγμή που αυτοπυροβολήθηκε;». Η Λόρα είναι δικαστική υπάλληλος. Γνωριστήκαμε σε μία επαγγελματική εκδήλωση, μέσα σ’ένα σωρό κόσμο είχαμε ανοίξει κουβέντα και την είχα καλέσει σε δείπνο. Πριν καλά καλά το καταλάβουμε, τα είχαμε μπλέξει. Είναι τριάντα πέντε, τρία χρόνια μικρότερή μου. Πέρα απ’το ότι είμαστε ερωτευμένοι, γουστάρουμε ο ένας τον άλλο και απολαμβάνουμε να είμαστε μαζί. Ειναι τόσο άνετη. «Τι συνέβη;» ρώτησε ξανά η Λόρα. 

Ο Χερμπ έμεινε για λίγο σιωπηλός στριφογυρίζοντας το ποτήρι στα χέρια του. Μετά είπε: «Πυροβολήθηκε μέσα στο στόμα του, στο δωμάτιό του. Κάποιος άκουσε τον πυροβολισμό και ειδοποίησε τον διευθυντή. Μπήκαν μέσα σε αντκλείδι, είδαν τι είχαν συμβεί και κάλεσαν ασθενοφόρο. Έτυχε να είμαι εκεί όταν τον έφεραν στα επείγοντα. Είχα μονάχα άλλο ένα περιστατικό. Ήταν ακόμη ζωντανός, αλλά δεν υπήρχε πλέον τίποτα που μπορούσε να κάνει κάποιος γι’ αυτόν. Κι όμως έζησε τρεις μέρες ακόμα. Σοβαρά μιλάω, το κεφάλι του είχε γίνει διπλάσιο απ’το κανονικό. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο και εύχομαι να μη χρειαστεί να ξαναδώ. Η Τέρι ήθελε να έρθει στο νοσοκομείο και να κάτσει πλάι του όταν έμαθε γι αυτό. Έδωσα μάχη για να την πείσω. Δεν νομίζω να ήθελε να τον δει σ’αυτά τα χάλια. Ήμουν αντίθετος σ’αυτό και εξακολουθώ να είμαι».

«Ποιός κέρδισε τη μάχη;» ρώτησε η Λόρα. 

«Ήμουν μαζί του στο δωμάτιο όταν πέθανε» είπε η Τέρι. «Δεν συνήλθε ποτέ και δεν υπήρχε πια η παραμικρή ελπίδα, αλλά έμεινε πλάι του. Δεν είχε κανέναν άλλο». 

«Ήταν επικίνδυνος» είπε ο Χερμπ. «Αν εσύ το λες αυτό αγάπη, να τη χαίρεσαι».

«Ήταν αγάπη» είπε η Τέρι. «Σίγουρα ήταν αφύσικο για τον περισσότερο κόσμο, αλλά εκείνος ήταν διατεθειμένος να πεθάνει γι’ αυτή. Όπως και πέθανε».

«Να με κρεμάσεις ανάποδα, εγώ δεν το λέω αυτό αγάπη» είπε ο Χερμπ. «Δεν ξέρεις γιατί πέθανε. Έχω δει ένα σωρό αυτοκτονίες και δεν νομίζω ότι κανείς απ’τους οικείους ήξερε πραγματικά τον λόγο. Ακόμα κι όταν λένε πως ξέρουν την πραγματική αιτία, εγώ δεν είμαι σίγουρος». Έβαλε τις παλάμες στον σβέρκο του και έγειρε προς τα πίσω την καρέκλα του. «Δεν μ’ ενδιαφέρει τέτοιου είδους αγάπη. Αν αυτό είναι αγάπη, με γεια σας με χαρά σας».

Ύστερα από λίγο, η Τέρι είπε: «Είχαμε τρομοκτρατηθεί. Ο Χερμπ είχε ετοιμάσει ακόμα και τη διαθήκη του και έγραψε στον αδερφό του του στην Καλιφόρνια, που ήταν παλιά στους Καταδρομείς. Του είπε ποιον να αναζητήσει αν του συνέβαινε ξαφνικά κάτι παράξενο. Ή όχι και τόσο παράξενο!» Κούνησε το κεφάλι της και γέλασε τώρα μ’αυτό. Ήπιε απ’το ποτήρι της και συνέχισε. «Αλλά ένα διάστημα ζήσαμε όντως σαν φυγάδες. Πραγματικά τον φοβόμασταν, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ειδοποίησα μέχρι και την αστυνομία κάποια στιγμή, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Είπαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι, δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν ή κάτι άλλο, εκτός κι αν έκανε κάτι στον Χερμπ. Αστείο δεν είναι;» είπε η Τέρι. Έβαλε ό,τι είχε απομείνει απ’το τζιν στο ποτήρι της και στράγγισε το μπουκάλι. Ο Χερμπ σηκώθηκε και άνοιξε το ντουλάπι. Έβγαλε άλλο ένα μπουκάλι τζιν.

«Πάντως εγώ κι ο Νικ είμαστε ερωτευμένοι» είπε η Λόρα. «Έτσι δεν είναι, Νικ;» Σκούντησε το γόνατό μου με το δικό της. «Υποτίθεται πως πρέπει να πεις κάτι τώρα» είπε και μου χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο. «Εμείς τα πάμε μια χαρά έχω την εντύπωση. Μας αρέσει να κάνουμε πράγματα μαζί και κανείς από τους δυο μας δεν έχει βαρεθεί ακόμα τον άλλο, δόξα τω Θεώ. Χτύπα ξύλο. Θα έλεγα πως είμαστε αρκετά ευτυχισμένοι. Θα έλεγα πως πρέπει να ευχαριστούμε τον Θεό γι αυτό».

Αντί για απάντηση πήρα το χέρι της Λόρα και το έφερα επειδεικτικά στα χείλη μου. Έδωσα ολόκληρη παράσταση μέχρι να το φιλήσω. Όλοι το διασκέδασαν. «Είμαστε τυχεροί» είπα. 

«Ελάτε τώρα, παιδιά» είπε η Τέρι. «Σταματήστε! Με αρρωσταίνετε! Είστε ακόμη στο μήνα του μέλιτος, γι αυτό και μπορείτε να φέρεστε έτσι. Ακόμη δεν έχουν στεγνώσει τα σιρόπια. Περιμένετε λίγο. Πόσο καιρό είστε μαζί; Πόσος καιρός είναι; Ένας χρόνος; Πάνω από χρόνος;»

«Πάμε τώρα για ενάμιση» είπε η Λόρα ξαναμμένη ακόμη και χαρούμενη.

«Είστε ακόμη στο μήνα του μέλιτος» είπε ξανά η Τέρι. «Περιμένετε λιγάκι». Κράτησε το ποτό της και κοίταξε τη Λόρα. «Αστειεύομαι» της είπε. 

Ο Χερμπ είχε ανοίξει το τζιν κι έκανε ένα γύρο στο τραπέζι με το μπουκάλι. «Τέρι, Χριστέ μου, δεν πρέπει να μιλάς έτσι, ακόμα κι αν δεν το εννοείς, ακόμα κι αν αστειεύεσαι. Είναι γρουσουζιά. Άντε, παιδιά. Ας κάνουμε μια πρόποση. Θέλω να κάνω μια πρόποση. Μια πρόποση στην αγάπη. Στην αληθινή αγάπη» είπε ο Χερμπ. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια.

«Στην αγάπη» είπαμε.

Έξω, στην πίσω αυλή, ένα σκυλί άρχισε να γαβγίζει. Τα φύλλα της λεύκας που έγερνε μπροστά στο παράθυρο ριγούσαν στον άνεμο. Το φως του δειλινού ήταν σαν μια παρουσία στο δωμάτιο. Υπήρχε ξαφνικά μια αίσθηση χαλαρότητας και γενναιοδωρίας γύρω από το τραπέζι, φιλίας και άνεσης. Θα μπορούσαμε να είμαστε οπουδήποτε. Σηκώσαμε ξανά τα ποτήρια μας και χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο, σαν παιδιά που κατάφεραν επιτέλους να συμφωνήσουν σε κάτι.

«Θα σας πω εγώ τι σημαίνει αληθινή αγάπη» είπε τελικά ο Χερμπ, σπάζοντας τη μαγεία της στιγμής. «Δηλαδή θα σας δώσω ένα καλό παράδειγμα κι εσείς βγάζετε τα συμπεράσματά σας». Έβαλε λίγο ακόμα τζιν στο ποτήρι του. Πρόσθεσε ένα παγάκι και μετά μια φέτα λεμόνι. Περιμέναμε ρουφώντας το ποτό μας. Η Λόρα κι εγώ αγγίξαμε ξανά τα γόνατά μας. Έβαλα το χέρι μου στο ζεστό μηρό της και το άφησα εκεί.

«Τι ξέρει στ’αλήθεια ο καθένας μας από αγάπη;» είπε ο Χερμπ. «Θέλω να πω, εγώ εννοώ αυτό που έχω να πω και να με συμπαθάτε που το λέω. Εμένα μου φαίνεται πως είμαστε όλοι αρχάριοι στην αγάπη. Λέμε πως αγαπάμε ο ένας τον άλλον, κι έτσι είναι, δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό. Αγαπάμε ο ένας τον άλλο και τον αγαπάμε δυνατά, όλοι μας. Εγώ αγαπάω την Τέρι και η Τέρι αγαπάει εμένα, κι εσείς παιδιά αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Ξέρετε τώρα για τι είδους αγάπη μιλάω. Για τη σεξουαλική αγάπη, αυτή την έλξη για τον άλλο, τον σύντροφο, καθώς και για την απλή καθημερινή αγάπη, αγάπη για την υπόσταση του άλλου, αγάπη να είσαι με τον άλλο, τα μικρά πράγματα που συνιστούν την καθημερινή αγάπη. Ακόμα και τη σαρκική αγάπη, και ας την πούμε συναισθηματική αγάπη, την καθημερινή έγνοια του άλλου. Καμιά φορά όμως δυσκολεύομαι να χωνέψω το γεγονός πως πρέπει να είχα αγαπήσει το ίδιο και την πρώτη μου γυναίκα. Κι όμως έτσι είναι, το ξέρω. Από αυτή την άποψη λοιπόν, και για να σας προλάβω, είμαι όντως σαν την Τέρι. Την Τέρι και τον Καρλ». Το σκέφτηκε λίγο και μετά συνέχισε. «Όμως υπήρξε μία περίοδος που νόμιζα πως αγαπούσα την πρώτη μου γυναίκα περισσότερο κι από την ίδια τη ζωή, και είχαμε και τα παιδιά μαζί. Τώρα όμως μόνο που τη σκέφτομαι, μου γυρίζουν τ’άντερα. Έτσι είναι. Πώς σας φαίνεται αυτό; Τι απέγινε εκείνη η αγάπη; Μήπως αυτή η αγάπη σβήστηκε απλώς απ’τον χάρτη σαν να μην υπήρξε ποτέ; Τι συνέβη, αυτό θέλω να ξέρω. Μπορεί να μου εξηγήσει κάποιος; Κι έπειτα υπάρχει κι ο Καρλ. Πάμε λοιπόν ξανά στον Καρλ. Αγαπούσε την Τέρι τόσο παράφορα, που επιχείρησε να τη σκοτώσει και τελικά κατέληξε να δώσει τέλος στη ζωή του». Σταμάτησε να μιλάει και κούνησε το κεφάλι του. «Εσείς, παιδιά, είστε μαζί δεκαοχτώ μήνες και αγαπάτε ο ένας τον άλλο, φάινεται πεντακάθαρα, λάμπετε απ’την κορυφή ως τα νύχια, αλλά είχατε αγαπήσει κι άλλους ανθρώπους πριν βρεθείτε οι δυο σας. Η Τέρι κι εγώ είμαστε μαζί πέντε χρόνια, τα τέσσερα παντρεμένοι. Και το τρομερό είναι, το τρομερό αλλά και το ωραίο μαζί, αυτό που μας σώζει, θα μπορούσες να πεις, είναι πως αν κάτι συνέβαινε σε έναν απ’τους δυο μας –με συγχωρείτε που το λέω αυτό-, όμως αν κάτι συνέβαινε αύριο σ’έναν απ’τους δυο μας, νομίζω πως ο άλλος, το άλλο μισό, θα θρηνούσε για ένα διάστημα, ξέρετε τώρα, αλλά ύστερα αυτός που θα είχε επιβιώσει θα συνέχιζε τον δρόμο του και θα αγαπούσε ξανά, πολύ σύντομα θα είχε κάποιον άλλο κοντά του, κι όλη αυτή, όλη αυτή η αγάπη –Χριστέ μου, πώς να το διανοηθείς;- θα ήταν απλώς μια ανάμνηση. Ίσως ούτε καν ανάμνηση. Ίσως και να ‘πρεπε να είναι έτσι τα πράγματα. Έχω όμως άδικο; Είμαι βαθιά νυχτωμένος; Το ξέρω πως αυτό ακριβώς πρόκειται να συμβεί με την Τέρι κι εμένα, όσο κι αν αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Αυτό αφορά και τους δυο μας. Στοιχηματίζω το κεφάλι μου γι’αυτό. Το έχουμε αποδείξει όλοι μας εξάλλου. Δεν μπορώ να το καταλάβω. Διορθώστε με αν κάνω λάθος. Θέλω να ξέρω. Δεν λέω πως ξέρω τα πάντα, και είμαι ο πρώτος που το παραδέχεται».

«Χερμπ, για όνομα του Θεού» είπε η Τέρι. «Πολύ δυσάρεστα πράγματα. Μας λες πολύ δυσάρεστα πράγματα. Έστω κι αν θεωρείς πως έτσι είναι» είπε «δεν παύουν να είναι δυσάρεστα». Έσκυψε προς το μέρος του και τον έπιασε απ’το χέρι κοντά στον καρπό. «Άρχισες να μεθάς, Χερμπ; Καλέ μου, έχεις μεθύσει;»

«Γλυκιά μου, απλώς κουβεντιάζουμε, εντάξει;» είπε ο Χερμπ. «Δεν χρειάζεται να μεθύσω για να πω αυτό που έχω στο μυαλό μου, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι μεθυσμένος. Απλώς κουβεντιάζουμε, εντάξει;» είπε ο Χερμπ. Ύστερα η φωνή του άλλαξε. «Αν θέλω όμως να μεθύσω, θα μεθύσω, πανάθεμά με. Σήμερα θα κάνω ό,τι γουστάρω». Κάρφωσε τα μάτια του πάνω της.

«Κάλε μου, δεν σε κριτικάρω» του είπε. Σήκωσε το ποτήρι της.

«Δεν είμαι σε επιφυλακή σήμερα» είπε ο Χερμπ. «Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω σήμερα. Είμαι απλώς κουρασμένος, εντάξει;»

«Χερμπ, σ’αγαπάμε» είπε η Λόρα. 

Ο Χερμπ κοίταξε τη Λόρα. Έδειχνε σαν να μην μπορούσε να την αναγνωρίσει προς στιγμήν. Εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάζει χαμογελώντας. Τα μάγουλά της ήταν ξαναμμένα και ο ήλιος τη χτυπούσε κατευθείαν στα μάτια, έτσι έπρεπε να τα κρατάει μισόκλειστα για να τον κοιτάζει. Τα χαρακτηριστικά του χαλάρωσαν. «Κι εγώ σ’αγαπάω, Λόρα. Κι εσένα, Νικ. Ναι, είστε τα φιλαράκια μας» είπε ο Χερμπ. Σήκωσε το ποτήρι του. «Λοιπόν, τι έλεγα; Ναι. Ήθελα να σας πω κάτι που συνέβη πριν από κάμποσο καιρό. Θαρρώ πως ήθελα να σας αποδείξω κάτι, και θα το κάνω, αρκεί να μπορέσω να σας διηγηθώ την ιστορία όπως ακριβώς συνέβη. Συνέβη πριν από μερικούς μήνες και να συνεχίζει να συμβαίνει ακόμα και τώρα. Έτσι νομίζω, ναι. Όμως αυτό θα έπρεπε να μας κάνει να ντρεπόμαστε που νομίζουμε ότι ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη».

«Χερμπ, έλα τώρα» είπε η Τέρι. «Είσαι πολύ μεθυσμένος. Μη μιλάς σαν να ‘σαι μεθυσμένος αν δεν είσαι μεθυσμένος». 

«Κλείσ’ το για ένα λεπτό, εντάξει;» είπε ο Χερμπ. «Άσε με να το πω. Το έχω συνεχώς σοτ μυαλό μου. Πάψε μόνο για ένα λεπτό. Σου είχα μιλήσει λίγο γι’αυτό όταν είχε πρωτοσυμβεί. Γι’αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι που είχε ένα ατύχημα στην εθνική; Τους είχε χτυπήσει ένας πιτσιρικάς και είχαν γίνει ένα μάτσο σκατά, χωρίς πολλές πιθανότητες να τη σκαπουλάρουν. Άσε με να το πω, Τέρι. Πάψε λοιπόν ένα λεπτάκι, εντάξει;»

Η Τέρι κοίταξε προς το μέρος μας και έπειτα κοίταξε ξανά τον Χερμπ. Φαινόταν ανήσυχη, αυτή είναι η μόνη κατάλληλη λέξη. Ο Χερμπ πάσαρε το μπουκάλι για έναν νέο γύρο.

«Εντυπωσίασέ με, Χερμπ» είπε η Τέρι. «Εντυπωσίασέ με πέρα από κάθε σκέψη και λογική».

«Ίσως και να το κάνω» είπε ο Χερμπ. «Λέω ίσως. Εγώ πάντως διαρκώς εκπλήσσομαι με πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου. Τα πάντα στη ζωή μου με εκπλήσσουν». Την κοίταξε για λίγο. Έπειτα άρχισε να μιλάει.

«Ήμουν σε επιφυλακή εκείνο το βράδυ. Ήταν Μάιος ή Ιούνιος. Η Τέρι κι εγώ είχαμε μόλις καθίσει για δείπνο όταν τηλεφώνησαν απ’το νοσοκομείο. Είχε γίνει ένα ατύχημα στην εθνική. Ένας μεθυσμένος νεαρός, πιτσιρικάς, είχε καρφώσει το αγροτικό του μπαμπά του πάνω στο τροχόσπιτο αυτού του ηλικιωμένου ζευγαριού. Ήταν κι οι δύο γύρω στα εβδομήντα πέντε. Ο νεαρός, κάπου δεκαοχτώ με δεκαεννιά, ήταν ήδη νεκρός όταν τον έφεραν. Το τιμόνι είχε διαπεράσει το στέρνο του και πέθανε ακαριαία. Όμως το ηλικιωμένο ζευγάρι ήταν ακόμη ζωντανοί, αν και στην κόψη του ξυραφιού. Είχαν πολλαπλά κατάγματα, εσωτερικές πληγές, αιμορραγία, μώλωπες, εκδορές κι όλα τα συναφή. Είχαν κι οι δύο διάσειση. Ήταν στα μαύρα τους τα χάλια, πιστέψτε με. Και φυσικά η ηλικία τους έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Η γυναίκα ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τον άντρα. Είχε ρήξη σπλήνας και μαζί με όλα τ’άλλα είχε και τις δύο επιγονατίδες σπασμένες. Φορούσαν όμως τις ζώνες τους και, ο Θεός ξέρει, ίσως αυτό που τους έσωσε τη ζωή».

«Παιδιά, αυτό κι αν είναι διαφήμιση για το Συμβούλιο Οδικής Ασφάλειας» είπε η Τέρι. «Ιδού ο εκπρόσωπός σας, ο δρ Χερμπ Μακ Γκίνις, σας μιλάει. Ακούστε τον λοιπόν» είπε η Τέρι γελώντας. Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή της. «Χερμπ, γίνεσαι τόσο υπερβολικός καμια φορά. Μα σ’αγαπάω, γλυκέ μου».

Γελάσαμε όλοι. Κι ο Χερμπ γέλασε. «Γλυκιά μου, σ’αγαπάω. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» Έγειρε πάνω απ’το τραπέζι, τεντώθηκε και η Τέρι απ΄τη μεριά της κι αντάλλαξαν ένα φιλί. «Η Τέρι έχει δίκιο, να το ξέρετε» είπε και κάθισε ξανά στη θέση του. «Δένετε πάντα τις ζώνες σας. Ακούστε τι σας λέει ο δρ.Χερμπ. Σοβαρά όμως, είχαν πάθει μεγάλο στραπάτσο αυτά τα γερόντια. Όταν έφτασα στο νοσοκομείο, οι ειδικευόμενοι και οι νοσοκόμες είχαν ήδη πιάσει δουλειά. Ο μικρός ήταν νεκρός, όπως σας είπα. Ήταν παρατημένος σε μια γωνιά, πάνω σε ένα φορείο. Κάποιος είχε ήδη ειδοποιήσει τους συγγενείς του και το τοπικό γραφείο κηδειών είχε ήδη αναλάβει. Έριξα μια ματιά στο ζευγάρι και είπα στην προϊσταμένη να μου βρει αμέσαως έναν νευρολόγο κι έναν ορθοπεδικό. Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Ήρθαν κι άλλοι γιατροί και πήραμε το ζευγάρι στο χειρουργείο, όπου περάσμαε σχεδόν όλη τη νύχτα. Θα πρέπει να είχαν απίστευτα αποθέματα δυνάμεων αυτά τα γεροντάκια. Το βλέπεις αυτό καμια φορά. Κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν και κατά τα ξημερώματα τους δίναμε πενήντα τοις εκατό πιθανότητες, ίσως και λιγότερες, μπορεί και τριάντα τοις εκατό για τη γυναίκα. Άννα Γκέιτς την έλεγαν και ήταν μεγάλη γυναίκα. Ήταν όμως ζωντανοί την επομένη το πρωί και τους βάλαμε στην εντατική, όπου μπορούσαμε να ελέγχουμε και την παραμικρή ανάσα τους, κι εκεί τους είχαμε υπό εικοσιτετράωρη παρακολούθηση. Ήταν υπό στενή επίβλεψη σχεδόν δύο βδομάδες, η γυναίκα λίγο περισσότερο, μέχρι που η κατάστασή τους βελτιώθηκε τόσο ώστε μπορούσαμε να τους μεταφέρουμε στον κάτω όροφο και να τους βάλουμε στα δωμάτιά τους». 

Ο Χερμπ σταμάτησε να μιλάει. «Άντε» είπε. «Ας αποτελειώσουμε αυτό το τζιν. Άσπρο πάτο. Μετά θα βγούμε για το βραδινό μας, εντάξει; Η Τέρι κι εγώ ξέρουμε ένα μέρος. Ένα καινούριο μέρος. Εκεί θα πάμε, σ’αυτό το καινούριο μέρος που ξέρουμε. Θα πάμε μόλις τελειώσουμε το τζιν».

«Το λένε Βιβλιοθήκη» είπε η Τέρι. «Δεν έχετε πάει ακόμη εκεί, ε;» είπε, κι εγώ με τη Λόρα κουνήσαμε αρνητικά τα κεφάλια μας. «Ωραίο μέρος. Λένε πως ανήκει σε μια καινούρια αλυσίδα, αλλά δεν μοιάζει για αλυσίδα, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Έχουν πραγματικά ράφια βιβλιοθήκης εκεί μέσα, με αληθινά βιβλία πάνω τους. Μπορείς να χαζέψεις μετά το δείπνο και να δανειστείς κάποιο βιβλίο και να το επιστρέψεις την επόμενη φορά που θα πας για φαγητό. Σκεφτείτε ότι ο Χερμπ διαβάζει τον Ιβανόη! Το δανείστηκε την περασμένη βδομάδα που είχαμε πάει εκεί. Υπέγραψε απλώς μια κάρτα. Σαν μια πραγματική βιβλιοθήκη».

«Μου αρέσει ο Ιβανόης» είπε ο Χερμπ. «Ο Ιβανόης είναι σπουδαίος. Αν ήταν να ξεκινήσω πάλι απ’την αρχή, θα σπούδαζα φιλολογία. Αυτό τον καιρό περνάω κρίση ταυτότητας. Έτσι δεν είναι, Τέρι;» είπε ο Χερμπ. Γέλασε. Ανακάτεψε τον πάγο στο ποτήρι του. «Χρόνια τώρα έχω κρίση ταυτότητας. Η Τέρι ξέρει. Η Τέρι μπορεί να σας εξηγήσει. Να σας πω όμως κάτι. Αν μπορούσα να ξαναζήσω μια καινούρια ζωή σε μιαν άλλη εποχή και τα σχετικά, ξέρετε κάτι; Θα ήθελα να ξαναζήσω σαν ιππότης. Ήσουν αρκετά ασφαλής, φορώντας όλη αυτή την πανοπλία. Ήταν μια χαρά να είσαι ιππότης, μέχρι που ήρθαν η πυρίτιδα και τα μουσκέτα και οι πιστόλες».

«Του Χερμπ θα του άρεσε να καβαλάει ένα λευκό άλογο και να κρατάει δόρυ» είπε γελώντας η Τέρι.

«Και να κουβαλάς πάντα μαζί σου μια γυναικεία εσάρπα» είπε η Λόρα.

«Ή απλώς μια γυναίκα» είπα εγώ.

«Αυτό ακριβώς» είπε ο Χερμπ. «Το ‘πιασες. Ξέρεις τι λέμε, έτσι, Νικ;» είπε. «Και να κουβαλάς πάντα μαζί σου τα αρωματισμένα τους μαντίλια. Είχαν αρωματισμένα μαντίλια τότε; Δεν έχει σημασία. Ένα μικρό μη-με-λησμόνει. Κάποιο αναμνηστικό θέλω να πω. Χρειαζόταν να έχεις μαζί σου κάποιο αναμνηστικό εκείνη την εποχή. Τέλος πάντων, όπως και να ‘χει, ήταν καλύτερα να είσαι ιππότης εκείνη την εποχή παρά δουλοπάροικος» είπε ο Χερμπ.

«Πάντα είναι καλύτερα» είπε η Λόρα.

«Οι δουλοπάροικοι δεν περνούσαν και τόσο ωραία εκείνη την εποχή» είπε η Τέρι.

«Οι δουλοπάροικοι ποτέ δεν περνούν καλά» είπε ο Χερμπ. «Φαντάζομαι όμως πως ακόμα και οι ιππότες ήταν επιτελείς σε κάποιον άλλο. Έτσι δεν γινόταν τότε; Μα και πάλι ο καθένας είναι επιτελής σε κάποιον άλλο. Έτσι δεν είναι; Ε, Τέρι; Αυτό που μου αρέσει όμως στους ιππότες, εκτός απ’τις κυρίες τους, είναι πως διέθεταν όλη αυτή την πανοπλία κι έτσι δεν μπορούσαν να τραυματιστούν εύκολα. Δεν υπήρχαν αμάξια εκείνη την εποχή, φίλε μου. Ούτε μεθυσμένοι πιτσιρικάδες να σε στουκάρουν».

«Υποτελείς» είπα εγώ.

«Τι;» είπε ο Χερμπ.

«Υποτελείς» είπα. «Υποτελείς τους έλεγαν, γιατρέ, όχι επιτελείς».

«Επιτελείς» είπε ο Χερμπ. «Επιτελείς, υποτελείς, ημιτελείς, τι σημασία έχει. Εν πάση περιπτώσει καταλάβατε τι θέλω να πω. Είστε όλοι σας πιο καλλιεργημένοι από μένα σ’αυτά τα θέματα» είπε ο Χερμπ. «Εγώ δεν είμαι καλλιεργημένος. Εγώ ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα. Είμαι καρδιοχειρούργος σίγουρα, αλλά στην ουσία είμαι μηχανικός. Πάω απλώς και σιάνω κάποια πράγματα που δεν δουλεύουν σωστά στο σώμα. Είμαι απλώς ένας μηχανικός».

«Καμιά φορά η μετριοφροσύνη δεν σου ταιριάζει, Χερμπ» είπε η Λόρα, κι ο Χερμπ της χαμογέλασε.

«Είναι ένας ταπεινός γιατρός, παιδιά» είπα εγώ. «Μερικές φορές όμως πάθαιναν ασφυξία μέσα σ’αυτές τις πανοπλίες, Χερμπ. Πάθαιναν ακόμα και καρδιακή προσβολή, αν έκανε πολλή ζέστη και ήταν κουρασμένοι και εξουθενωμένοι. Είχα διαβάσει κάπου ότι μπορεί να έπεφταν απ’το άλογό τους και να μην μπορούσαν να σηκωθούν ξανά στα πόδια τους επειδή ήταν πολύ εξαντλημένοι και είχαν όλη αυτή την αρματωσιά πάνω τους. Καμιά φορά τους ποδοπατούσαν τα ίδια τους τα άλογα».

«Αυτό είναι φοβερό» είπε ο Χερμπ. «Αυτό είναι φοβερό πράγμα, Νικ. Φαντάζομαι θα κάθονταν εκεί και περίμεναν μέχρι να έρθει κάποιος, ο εχθρός ίσως, να τους κάνει κεμπαπ».

«Κάποιος άλλος υποτελής» είπε η Τέρι.

«Ακριβώς αυτό, κάποιος άλλος υποτελής» είπε ο Χερμπ. «Τώρα το ‘πιασες. Κάποιος άλλος υποτελής ερχόταν και σούβλιζε τον συναγωνιστή του στο όνομα της αγάπης. Ή για οτιδήποτε άλλο πολεμούσαν εκείνη την εποχή. Για τα ίδια πράγματα που πολεμάμε και σήμερα υποθέτω». 

«Πολιτική» είπε η Λόρα. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει». Το χρώμα παρέμενε στα μάγουλα της Λόρα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά. Έφερε το ποτήρι στα χείλη της. 

Ο Χερμπ σερβιρίστηκε άλλο ένα ποτό. Κοίταξε προσεκτικά την ετικέτα σαν να μελετούσε τις μικροσκοπικές φιγούρες της. Έπειτα άφησε αργά το μπουκάλι στο τραπέζι και έπιασε το τόνικ.

«Και τι έγινε μ’αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι, Χερμπ;» ρώτησε η Λόρα. «Δεν τελείωσες την ιστορία που είχες αρχίσει». Η Λόρα δυσκολευόταν πολύ ν’ανάψει το τσιγάρο της. Τα σπίρτα έσβηναν συνεχώς. Το φως μες στο δωμάτιο ήταν τώρα διαφορετικό, άλλαζε, χαμήλωνε. Τα φύλλα έξω απ’το παράθυρο εξακολουθούσαν να θροΐζουν και παρατήρησα τα τρελά σχέδια που έκαναν πάνω στα τζάμια και τη φορμάικα του πάγκου κάτω απ’αυτό. Δεν ακουγόταν τίποτα πέρα απ’τα σπίρτα της Λόρα.

«Τι έγινε με το ηλικιωμένο ζευγάρι;» είπα ύστερα από λίγο. «Το τελευταίο που ακούσαμε είναι πως είχαν μόλις βγει απ’την εντατική».

«Γεροντότεροι αλλά σοφότεροι» είπε η Τέρι.

Ο Χερμπ την κοίταξε.

«Χερμπ, μην με κοιτάς έτσι» είπε η Τέρι. «Συνέχισε την ιστορία σου. Πλάκα έκανα. Τι συνέβη μετά; Θέλουμε όλοι να μάθουμε».

«Τέρι, μερικές φορές...» είπε ο Χερμπ.

«Έλα, Χερμπ» είπε η Τέρι. «Γλυκέ μου, μην είσαι τόσο σοβαρός. Σε παρακαλώ, συνέχισε την ιστορία σου. Ένα αστείο έκανα, για όνομα του Θεού. Δεν μπορείς να δεχτείς ένα αστείο;»

«Δεν υπάρχει τίποτα αστείο σ’αυτή την ιστορία» είπε ο Χερμπ. Κρατούσε το ποτήρι σου και την κοιτούσε επίμονα.

«Τι έγινε μετά, Χερμπ;» είπε η Λόρα. «Πραγματικά θέλουμε να μάθουμε.

Ο Χερμπ κάρφωσε τα μάτια του στη Λόρα. Έπειτα χαλάρωσε και χαμογέλασε. «Λόρα, αν δεν είχα την Τέρι και δεν την αγαπούσα τόσο πολύ, κι ο Νικ δεν ήταν φίλος μου, θα σε ερωτευόμουν. Θα σε απήγαγα».

«Χερμπ, σαχλέ» είπε η Τέρι. «Πες την ιστορία σου. Αν δεν ήμουν ερωτευμένη μαζί σου, να ‘σαι σίγουρος πως δε θα καθόμουν εδωπέρα ούτε με σφαίρες. Καλέ μου, τι ΄ναι αυτά που λες; Τελείωσες την ιστορία σου. Μετά θα πάμε στη Βιβλιοθήκη, εντάξει;»

«Εντάξει» είπε ο Χερμπ. «Πού είχα μείνει; Πού είμαι τώρα; Αυτή είναι πιο σωστή ερώτηση. Μάλλον πρέπει να σας ρωτήσω». Περίμενε λίγο και μετά άρχισε πάλι να μιλάει.

«Όταν βγήκαν επιτέλους απ’ το βαθύ πηγάδι, ήμασταν σε θέση να τους μεταφέρουμε από την εντατική, αφού σιγουρευτήκαμε ότι θα τα καταφέρουν. Περνούσα να τους δω κάθε μέρα, ακόμα και δυο φορές τη μέρα, αν είχα κι άλλη υπηρεσία αποκεί. Ήταν κι οι δο μέσα στις γάζες και τους νάρθηκες, απ’την κορφή ως τα νύχια. Ξέρετε τώρα, το έχετε δει και στο σινεμά, έστω κι αν δεν έχετε δει πώς είναι στην πραγματικότητα. Μα ήταν μπανταρισμένοι απ’την κορφή μέχρι τα νύχια, δικέ μου, κυριολεκτικά απ’την κορφή μέχρι τα νύχια. Ακριβώς έτσι έδειχναν, σαν κάτι ψευτοηθοποιούς στο σινεμά ύστερα από κάποια μεγάλη καταστροφή. Αλλά αυτό ήταν αληθινό. Τα κεφάλια τους ήταν μπαντρισμένα – είχαν μόνο τρύπες για τα μάτια και κάτι μικρά ανοίγματα στο στόμα και τη μύτη. Η Άννα Γκειτς επιπλέον έπρεπε να έχει τα πόδια της κρεμασμένα. Ήταν πολύ χειρότερα από κείνον, σας το είπα αυτό. Την περισσότερη ώρα τους είχαν και τους δύο με ορούς και σωληνάκια. Ο Χένρι Γκέιτς όμως ήταν διαρκώς σε κατάθλιψη. Ακόμα και όταν έμαθε ότι η γυναίκα του είχε διαφύγει τον κίνδυνο και θα ανέκαμπτε, ήταν ακόμη πολύ καταβεβλημένος. Όχι μόνο απ’το ίδιο το ατύχημα, αν και αυτό τον είχε σίγουρα επηρεάσει, όπως ήταν φυσικό. Έτσι τη μια στιγμή είσαι εδώ, και είναι όλα μέλι γάλα, και την άλλη, μπαμ, και βρίσκεσαι στο χείλος της αβύσσου. Και μετά επανέρχεσαι. Είναι σαν θαύμα. Όμως σου αφήνει σημάδια. Σίγουρα σου αφήνει. Μια μέρα καθόμουν στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι του και μου περιέγραφε, πολύ αργά, μιλώντας μέσα από την τρύπα στο στόμα του, τόσο που ήμουν αναγκασμένος να γέρνω πάνω από το πρόσωπό του για να τον ακούσω, λέγοντάς μου πως το είχε καταλάβει, πως το είχε νιώσει όταν το αυτοκίνητο αυτού του νεαρού πέρασε τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου και μπήκε στη δική τους πορεία κι ερχόταν καταπάνω τους. Μου είπε πως ήταν σίγουρος ότι θα έπεφτε πάνω τους, πως ήταν η τελευταία εικόνα του κόσμου που αντίκριζε. Αυτό ήταν. Μα είπε πως τίποτα δεν είχε περάσει απ’το μυαλό του, δεν είχε δει τη ζωή του να περνάει μπροστά απ’τα μάτια του, τίποτα τέτοιο. Είπε πως στεναχωριόταν απλώς που δεν μπορούσε να έχει για τελευταία φορά με εικόνα της Άννας του, γιατί είχαν περάσει ζωή χαρισάμενη μαζί. Αυτή ήταν η μόνη του στεναχώρια. Κοίταζε κατευθείαν μπροστά, κρατούσε απλώς το τιμόνι και έβλεπε το αμάξι του νεαρού να έρχεται καταπάνω τους. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να φωνάξει “Άννα! Φυλάξου, Άννα!”».

«Ανατριχιάζω» είπε η Λόρα. «Μπρρρρ» είπε κουνώντας το κεφάλι της.

Κούνησε και ο Χερμπ το κεφάλι του. Συνέχισε την αφήγησή του, ήταν πια για τα καλά κολλημένος σ’αυτό. «Περνούσα καθημερινά λίγη ώρα δίπλα στο κρεβάτι του. Καθόταν εκεί τυλιγμένος στις γάζες του και ατένιζε έξω απ’το παράθυρο στα πόδια του κρεβατιού του. Το παράθυρο ήταν αρκετά ψηλό, έτσι που μπορούσε να διακρίνει μόνο τις κορυφές των δέντρων. Αυτό μόνο μπορούσε να δει τις τόσες ώρες ακινησίας. Δε μπορούσε να στρίψει το κεφάλι του χωρίς βοήθεια, κι αυτό επιτρεπόταν μονάχα δύο φορές τη μέρα. Κάθε πρωί για μερικά λεπτά και το απόγευμα, τότε μόνο του επιτρεπόταν να στρίψει το κεφάλι του. Κάθε φορά όμως που κάναμε επίσκεψη, ήταν υποχρεωμένος να κοιτάζει στο παράθυρο καθώς μας μιλούσε. Μιλούσα κι εγώ λίγο, του έκανα καμιά ερώτηση, αλλά κυρίως τον άκουγα. Ήταν πολύ θλιμμένος. Αυτό που τον στεναχωρούσε περισσότερο, αφού είχε σιγουρευτεί ότι η γυναίκα του θα γινόταν καλά, ότι ανάρρωνε, προς γενική ικανοποίηση όλων, αυτό που τον στεναχωρούσε περισσότερο ήταν ότι δεν μπορούσαν να είναι πρακτικά μαζί. Που δεν μπορούσε να τη δει και να περνάει μαζί της την κάθε μέρα. Μου είπε πως είχαν παντρευτεί το 1927 και από τότε είχαν βρεθεί χώρια ο ένας από τον άλλο μόνο σε δύο περιπτώσεις. Ακόμα κι όταν γεννήθηκαν τα παιδιά τους, γεννήθηκαν εκεί, στο ράντσο τους, κι έτσι ο Χένρι και η κυρά του μπορούσαν να βλέπονται συνεχώς και να περνάνε τον χρόνο τους μαζί. Αλλά μου είπε ότι βρέθηκαν μακριά ο ένας απ’ τον άλλον για ορισμένο χρονικό διάστημα μονάχα δύο φορές στη ζωή τους – τη μία όταν πέθανε η μητέρα της στα 1940 και η Άννα έπρεπε να ταξιδέψει με το τρένο στο Μιζούρι για να κανονίσει τις λεπτομέρειες. Και την άλλη στα 1952, όταν πέθανε η αδερφή της στο Λος Άντζελες και έπρεπε να πάει μέχρι εκεί για να παραλάβει το σώμα. Πρέπει να σας πω ότι είχαν ένα μικρό ράντζο καμια εκατοστή χιλιόμετρα έξω απ’το Μπεντ, στο Όρεγκον, κι εκεί είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Είχαν πουλήσει το ράντζο και μετακόμισαν στο Μπεντ μόλις λίγα χρόνια πριν. Όταν συνέβη το ατύχημα επέστρεφαν από το Ντένβερ, όπου είχαν πάει να δουν την αδερφή του. Σχεδίαζαν να επισκεφτούν και τον γιο τους και μερικά απ’τα εγγόνια τους στο Ελ Πάσο. Σε όλη τους όμως τη συζυγική ζωή είχαν βρεθεί ο ένας μακριά απ’τον άλλο για κάποιο χρονικό διάστημα μονάχα αυτές τις δύο φορές. Για φανταστείτε, Χριστέ μου, πόσο μόνος ένιωθε μακριά της. Σας λέω ήταν κολλημένος μαζί της. Δεν είχα ιδέα μέχρι τότε τι σήμαινε αυτή η λέξη, κολλημένος, μέχρι που το είδα να συμβαίνει σ’αυτό τον άντρα. Του έλειπε αβάσταχτα. Διψούσε για τη συντροφιά της αυτός ο γεράκος. Σίγουρα ένιωθε καλύτερα, άλλαζε η όψη του όταν του έδινα καθημερινά αναφορά για την πρόοδο της Άννας –πως συνερχόταν, πως θα γινόταν καλά, κάθε μέρα όλο και καλύτερα. Τον είχαμε βγάλει τώρα απ’τους γύψους και τις γάζες και όμως εξακολουθούσε να νιώθει τρομερά μόνος. Του είπα πως μόλις ήταν σε θέση, σε καμια βδομάδα ίσως, θα τον πήγαινα να επισκεφτεί τη γυναίκα του στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Στο μεταξύ πήγαινα απ’το δωμάτιό του και συζητούσαμε. Μου μίλησε λίγο για το πως περνούσαν εκεί στο ράντσο τους στα τέλη της δεκαετίας του είκοσι και στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα». Έριξε μια ματιά σε όλους μας και κούνησε το κεφάλι του μ’αυτό που ετοιμαζόταν να πει ή ίσως μ’όλη αυτή την απίθανη ιστορία. «Μου είπε πως τους χειμώνες δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από χιόνι και ότι για μήνες καμια φορά δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά, ο δρόμος έκλεινε τελείως. Εκτός αυτού έπρεπε να ταΐζουν καθημερινά τα ζώα αυτούς τους μήνες του χειμώνα. Και ήταν εκεί πέρα ολομόναχοι οι δυό τους, ο τύπος και η γυναίκα του. Τα παιδιά δεν έρχονταν ποτέ. Θα έρχονταν αργότερα. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, ήταν εκεί μαζί οι δυο τους, ακολουθώντας την ίδια ρουτίνα, όλα ίδια κι απαράλλαχτα, χωρίς να βλέπουν και να κουβεντιάζουν με κανέναν αυτούς τους μήνες τους χειμώνα. Είχαν όμως ο ένας τον άλλο. Αυτό ήταν το μόνο που είχαν, ο ένας τον άλλο. “Και τι είχατε για διασκέδαση;” τον ρώτησα. Μιλούσα σοβαρά. Ήθελα να ξέρω. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως μπορεί να ζει ο άνθρωπος έτσι. Δεν νομίζω πως μπορεί να ζήσει κανείς έτσι σήμερα. Εσείς τι νομίζετε; Εμένα μου φαίνεται αδιανόητο. Ξέρετε τι είπε; Θέλετε να μάθετε τι απάντησε; Έμεινε να σκέφτεται την ερώτηση. Του πήρε κάμποση ώρα. Και ύστερα είπε “Πηγαίναμε για χορό κάθε βράδυ”, “Τι;” είπα. “Με συγχωρείς, Χενρι” είπα κι έγειρα προς το μέρος του, νομίζοντας πως δεν είχα ακούσει καλά. “Πηγαίναμε για χορό κάθε βράδυ” είπε ξανά. Αναρωτιόμουν τι εννοούσε. Δεν ήξερα για τι πράγμα μιλούσε κι έτσι περίμενα να συνεχίσει. Συνέχισε να σκέφτεται εκείνα τα χρόνια κι ύστερα από λίγο συνέχισε: “Είχαμε ένα γραμμόφωνο και μερικούς δίσκους, γιατρέ. Βάζαμε μπροστά το γραμμόφωνο κάθε βράδυ κι ακούγαμε εκείνους τους δίσκους και χορεύαμε εκεί στο σαλόνι. Κάθε βράδυ το κάναμε αυτό. Μερικές φορές χιόνιζε έξω και το θερμόμετρο έπεφτε κάτω απ’το μηδέν. Το θερμόμετρο κυριολεκτικά πέφτει από τον τοίχο εκεί πέρα Γενάρη και Φλεβάρη. Εμείς όμως ακούγαμε τους δίσκους και χορεύαμε με τις χοντρές μας κάλτσες στο σαλόνι, μέχρι να εξαντλήσουμε όλους τους δίσκους. Και ύστερα άναβα το τζάκι κι έσβηνα όλα τα φώτα, εκτός από ένα, και πέφταμε για ύπνο. Μερικές νύχτες που χιόνιζε, είχε τέτοια ησυχία εκεί έξω, που κυριολεκτικά άκουγες το χιόνι να πέφτει. Αλήθεια, γιατρέ” είπε “συμβαίνει αυτο. Μερικές φορές μπορείς ν’ακούσεις το χιόνι να πέφτει. Αν είσαι ήρεμος και το μυαλό σου είναι καθαρό κι έχεις ειρήνη με τον εαυτό σου και με τα πράγματα γύρω σου, μπορείς να κάθεσαι στο σκοτάδι και να ακούς το χιόνι να πέφτει. Δοκίμασέ το καμιά φορά” είπε. “Έχετε λίγο χιόνι καμιά φορά εδωπέρα, έτσι δεν είναι; Δοκίμασέ το και θα δεις. Τέλος πάντων, είχαμε χορό κάθε βράδυ. Και μετά πέφταμε στο κρεβάτι κάτω από ένα σωρό παπλώματα και κοιμόμασταν ζεστά μέχρι το πρωί. Όταν ξυπνούσες μπορούσες να δεις την ανάσα σου” είπε.

»Όταν ανάρρωσε αρκετά, ώστε να μπορεί να καθίσει σε αναπηρικοί καρέκλα, οι επίδεσμοι είχαν από καιρό αφαιρεθεί, μια νοσοκόμα κι εγώ τον τσουλήσαμε ως την άκρη του διαδρόμου, στο δωμάτιο της γυναίκας του. Είχε ξυριστεί εκείνο το πρωί και είχε βάλει και κολόνια. Φορούσε την πιτζάμα του και την ρόμπα του νοσοκομείου, ήταν ακόμα στην ανάρρωση, όπως καταλαβαίνετε, αλλά κρατιόταν όρθιος στο καροτσάκι. Κι όμως ήταν ανήσυχος σαν γάτα, ήταν ολοφάνερο. Καθώς πλησιάζαμε στο δωμάτιό της, το πρόσωπό του ζωντάνεψε και πήρε μια τέτοια έκφραση αδημονίας, που είναι αδύνατον να περιγράψω. Εγώ έσπρωχνα το καρότσι και η νοσοκόμα περπατούσε δίπλα μας. Ήξερε κάποια πράγματα για την όλη κατάσταση, κάτι είχε πάρει τ’ αυτί της. Νοσοκόμες, ξέρερς τώρα, έχουν δει τα πάντα και τίποτα δεν τους κάνει εντύπωση ύστερα από λίγο καιρό, όμως αυτό της είχε καρφωθεί διαφορετικά εκείνο το πρωινό. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και τσούλησα τον Χένρι κατευθείαν μέσα. Η κυρία Γκέιτς, η Άννα, ήταν ακινητοποιημένη ακόμη, αλλά μπορούσε να κουνήσει το κεφάλι της και το αριστερό της χέρι. Είχε τα μάτια της κλειστά, μα τα άνοιξε διάπλατα μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο. Ήταν ακόμη μπανταρισμένη, αλλά από τη μέση και κάτω. Έσπρωξα τον Χένρι από την αριστερή πλευρά του κρεβατιού της και είπα: “Έχεις επίσκεψη, Άννα. Επίσκεψη, αγαπητή μου”. Δεν μπορούσα όμως να πω τίποτα περισσότερο απ’αυτό. Χαμογέλασε ελαφρώς και το πρόσωπό της φωτίστηκε. Το χέρι της ξεπρόβαλε κάτω απ’τα σεντόνια. Ήταν μπλαβό και μελανιασμένο. Ο Χένρι πήρε το χέρι της στα δικά του. Το κράτησε και το φίλησε. Έπειτα είπε: “Γεια σου, Άννα. Τι κάνει το μωρό μου; Με θυμάσαι;” Δάκρυα έτρεχαν απ’τα μάτια της. Συγκατάνευσε. “Μου έλειψες” της είπε. Συνέχιζε να κουνάει το κεφάλι της. Η νοσοκόμα κι εγώ τσακιστήκαμε να βγούμε απ’το δωμάτιο. Μόλις βρεθήκαμε έξω, άρχισε να μπερδεύει τα λόγια της, και είναι κομμάτι ζόρικη η νοσοκόμα αυτή. Ήταν μοναδική εμπειρία σας λέω. Από τότε κι έπειτα τον κουβαλούσαμε εκειπέρα κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Το είχαμε κανονίσει έτσι ώστε να μπορούν να γευματίζουν και να δειπνούν μαζί στο δωμάτιό της. Στο ενδιάμες, κάθονταν απλώς πιασμένοι χέρι χέρι και μολούσαν. Δεν υπήρχε τέλος σ’αυτά που κουβέντιαζαν». 

«Δεν μου τα ‘χεις πει αυτά, Χένρι» είπε η Τέρι. «Μου είχε πει κάτι λίγα τότε που συνέβη. Δεν μου είχες πει τίποτα απ’αυτά, πανάθεμά σε. Τώρα μου τα λες για να με κάνεις να βάλω τα κλάματα. Χερμπ, αυτή η ιστορία καλύτερα να μην έχει άσχημο τέλος. Αν έχει, καλύτερα να μην πεις τίποτα άλλο. Δεν χρειάζεται να συνεχίσεις άλλο, καλύτερα να σταματήσεις εδώ. Έτσι, Χερμπ;»

«Τι συνέβη μετά, Χερμπ;» είπε η Λόρα. «Τελείωσε την ιστορία, για όνομα του Θεού. Υπάρχει κι άλλο; Αλλά κι εγώ δεν θέλω να τους συμβεί τίποτα, σαν την Τέρι. Έχει σημασία αυτό».

«Είναι όλοι τους καλά τώρα;» ρώτησα. Παρακολουθούσα κι εγώ την ιστορία, αλλά είχα αρχίσει να μεθάω. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Το φως έμοιαζε να στεγνώνει στο δωμάτιο, να βγαίνει ξανά έξω απ’το παράθυρο μέσα απ’το οποίο είχε έρθει. Κι όμως κανείς δεν έκανε την κίνηση να σηκωθεί απ’το τραπέζι και ν’ανάψει το φως. 

«Και βέβαια είναι καλά» είπε ο Χερμπ. «Τους αποσυνέδεσαν λίγο αργότερα. Πριν από μερικές βδομάδες στην πραγματικότητα. Ύστερα από λίγο καιρό ο Χένρι μπορούσε να κινείται με πατερίτσες, μετά πήρε ένα μπαστούνι και τέλος ήταν ικανός να τριγυρίζει ελεύθερα. Αλλά και η διάθεσή του είχε αλλάξει τώρα, είχε πάρει τα πάνω του, καλυτέρευε μέρα με την ημέρα απ’τη στιγμή που μπόρεσε να ξαναδεί την κυρά του. Όταν κι εκείνη ήταν σε θέση να μετακινηθεί, ο γιος τους απ’το Ελ Πάσο και η γυναίκα του ήρθαν και τους πήραν σπίτι τους μ’ ένα στέισον βάγκον. Σίγουρα εκείνη χρειαζόταν μια περίοδο ανάρρωσης, αλλά τα πήγαινε πραγματικά πολύ καλά. Μόλις πριν από λίγες μέρες πήρα μια κάρτα απ’τον Χένρι. Φαντάζομαι είναι κι αυτός ένας λόγος που ήρθαν ξανά στο μυαλό μου. Αυτός κι όλα αυτά που λέγαμε προηγουμένως για το θέμα της αγάπης».

«Ακούστε» συνέχισε ο Χερμπ. «Ας τελειώσουμε αυτό το τζιν. Έχει αρκετό για μία γύρα ακόμα για όλους. Μετά πάμε να φάμε. Πάμε στη Βιβλιοθήκη. Τι λέτε; Δεν ξέρω, η όλη υπόθεση ήταν κάτι που άξιζε να δει κανείς. Μέρα με την ημέρα ξετυλιγόταν μπροστά σου. Αυτές οι συζητήσεις που είχα μαζί του... Δε θα τις ξεχάσω ποτέ. Μ’ έπιασε όμως μια κατάθλιψη τώρα που το κουβεντιάσαμε. Χριστέ μου, ξαφνικά νιώθω καταβεβλημένος».

«Μη στεναχωριέσαι, Χερμπ» είπε η Τέρι. «Χερμπ, γιατί δεν παίρνεις ένα χάπι, καλέ μου;» Γύρισε προς το μέρος της Λόρα και το δικό μου και είπε: «Ο Χερμπ παίρνει αυτά τα αγχολυτικά κάπου κάπου. Δεν είναι κρυφό, έτσι, Χεμρπ;».

Ο Χερμπ κούνησε το κεφάλι του. «Έχω πάρει σχεδόν ό,τι υπάρχει κατά καιρούς. Δεν είναι μυστικό».

«Και η πρώην γυναίκα μου τα έπαιρνε» είπα εγώ.

«Τη βοηθούσαν;» είπε η Λόρα. 

«Όχι, ήταν διαρκώς σε κατάθλιψη. Έκλαιγε συχνά».

«Μερικοί άνθρωποι έχω την εντύπωση πως έχουν γεννηθεί μες στην κατάθλιψη» είπε η Τέρι. «Μερικοί γεννιούνται δυστυχισμένοι. Και άτυχοι συνάμα. Ξέρω ανθρώπους που η ζωή τους είναι σκέτη ατυχία. Κάποιοι άλλοι –όχι εσύ, καλέ μου, δεν μιλάω για σένα φυσικά- κάποιοι άλλοι κάνουν ό,τι περνάει απ’το χέρι τους για να ‘ναι δυστυχισμένοι και παραμένουν δυστυχισμένοι». Έξυνε με το νύχι της κάτι πάνω στο τραπέζι. Μετά σταμάτησε να ξύνει.

«Λέω να τηλεφωνήσω στα παιδιά μου πριν βγούμε να φάμε» είπε ο Χερμπ. «Έχει κανείς πρόβλημα; Δεν θ’αργήσω. Θα κάνω ένα ντους στα γρήγορα να συνέλθω και ύστερα θα πάρω τα παιδιά μου. Μετά πάμε να φάμε».

«Μπορεί να χρειαστεί να μιλήσεις με την Μάρτζορι, Χερμπ, αν σηκώσει αυτή το τηλέφωνο. Είναι η πρώην γυναίκα του Χερμπ. Μας έχετε ακούσει, παιδιά, να συζητάμε για το θέμα της Μάρτζορι. Δεν θα ήθελες να μιλήσεις με την Μάρτζορι αυτό το απόγευμα, Χερμπ. Θα σε κάνει ακόμα χειρότερα».

«Όχι, δεν θέλω να μιλήσω με την Μάρτζορι» είπε ο Χερμπ. «Θέλω όμως να μιλήσω με τα παιδιά μου. Μου λείπουν πάρα πολύ, γλυκιά μου. Μου λείπει ο Στιβ. Ξενύχτησα το προηγούμενο βράδυ να σκέφτομαι πώς ήταν στην παιδική του ηλικία. Θέλω να του μιλήσω. Θέλω να μιλήσω και στην Κάθι. Θα διακινδυνεύσω να μιλήσω με τη μητέρα τους αν σηκώσει το τηλέφωνο. Αυτό το παλιογύναικο».

«Δεν υπάρχει μέρα που να μη μου πει ο Χερμπ πως παρακαλάει να τη δει να ξαναπαντρεύεται ή αλλιώς να πάει να πνιγεί. Πρώτα απ’όλα» είπε η Τέρι «κοντεύει να μας χρεοκοπήσει. Μετά έχει την επιμέλεια και των δύο παιδιών. Εμείς μπορούμε να παίρνουμε εδώ τα παιδιά μόνο για ένα μήνα το καλοκαίρι. Ο Χερμπ λέει πως δεν ξαναπαντρεύεται μόνο και μόνο για να του τη σπάσει. Έχει έναν γκόμενο που μένει κι αυτός μαζί τους, και ο Χερμπ συντηρεί ακόμα κι αυτόν».

«Είναι αλλεργική στις μέλισσες» είπε ο Χερμπ. «Όταν δεν προσεύχομαι να τη δω επιτέλους να παντρεύεται, προσεύχομαι να βρεθί κάποια στιγμή στην εξοχή κι εκεί να της την πέσει κάνα σμήνος μέλισσες και να πάει στον αγύριστο».

«Χερμπ αυτό είναι απαίσιο» είπε η Λόρα και γέλασε μέχρι δακρύων.

«Απαίσια αστείο» είπε η Τέρι. Γελάσαμε όλοι μας. Γελάσαμε με την καρδιά μας.

«Βζζζζζ» έκανε ο Χερμπ παριστάνοντας με τα δάχτυλά του μέλισσες και βομβίζοντας στον λαιμό και στο μπούστο της Τέρι. Έπειτα κατέβασε τα χέρια του και έγειρε πίσω σοβαρεύοντας και πάλι ξαφνικά.

«Είναι μια διαβολεμένη γυναίκα. Έτσι είναι» είπε ο Χερμπ. «Είναι πωρωμένη. Καμιά φορά, όταν μεθάω, καλή ώρα όπως τώρα, νομίζω ότι θέλω να εμφανιστώ εκειπέρα ντυμένος μελισσοκόμος –ξέρετε μ’αυτό το καπέλο που είναι σαν κράνος, με το πλέγμα που σκεπάζει ως κάτω το πρόσωπό σου, τα μακριά χοντρά γάντια και το ενισχυμένο πανωφόρι. Θα ήθελα να χτυπήσω απλώς την πόρτα και να αμολήσω μια κυψέλη μέλισσες μέσα στο σπίτι. Πρώτα βέβαια θα σιγουρευτώ πως τα παιδιά λείπουν απ’το σπίτι». Σταύρωσε τα πόδια του με δυσκολία. Μετά κατέβασε και τα δύο πόδια στο πάτωμα, έγειρα μπροστά και ακούμπησε τους αγκώνες του στο τραπέζι, στηρίζοντας στα χέρια το πηγούνι του. «Μπορεί και να μην τηλεφωνήσω στα παιδιά τελικά. Ίσως έχεις δίκιο, Τέρι. Ίσως δεν είναι και τόσο καλή ιδέα. Ίσως κάνω ένα γρήγορο ντους, αλλάξω πουκάμισο και μετά πάμε να φάμε. Τι λέτε κι εσείς;»

«Εγώ δεν έχω πρόβλημα» είπα. Είτε φάμε είτε δεν φάμε. Ή συνεχίσουμε να πίνουμε. Μπορώ να πίνω μέχρι να νυχτώσει».

«Τι σημαίνει αυτό, καλέ μου;» είπε η Λόρα γυρίζοντας προς το μέρος μου.

«Σημαίνει απλώς αυτό που είπα, γλυκιά μου. Τίποτα περισσότερο. Θέλω να πω θα μπορούσα να συνεχίζω και να συνεχίζω. Αυτό εννοούσα. Με επηρέασε μάλλον το ηλιοβασίλεμα». Το παράθυρο είχε τώρα μια κόκκινη απόχρωση από τον ήλιο που έδυε.

«Εγώ θα έτρωγα κάτι» είπε η Λόρα. «Μόλις συνειδητοποίησα ότι πεινάω. Υπάρχει τίποτα να τσιμπήσω;»

«Θα βγάλω λίγο τυρί με κρακεράκια» είπε η Τέρι, αλλά δεν κουνήθηκε απ’τη θέση της.

Ο Χερμπ αποτελείωσε το ποτό του. Έπειτα σηκώθηκε αργά απ’το τραπέζι και είπε: «Με συγχωρείτε. Πάω για μπάνιο». Βγήκε απ’την κουζίνα και προχώρησε αργά στο βάθος του διαδρόμου για το μπάνιο. Έκλεισε πίσω του την πόρτα.

«Στεναχωριέμαι για τον Χερμπ» είπε η Τέρι. Κούνησε το κεφάλι της. «Μερικές φορές στεναχωριέμαι περισσότερο, άλλες λιγότερο. Τελευταία όμως στεναχωριέμαι πραγματικά». Κοίταξε το ποτήρι της. Δεν έκανε καμία κίνηση για το τυρί και τα κρακεράκια. Αποφάσισα να σηκωθώ εγώ και να κοιτάξω στο ψυγείο. Όταν η Λόρα λέει πως πεινάει, ξέρω πως χρειάζεται να φάει. «Κοίτα μόνος σου, Νικ, τι μπορείς να βρεις. Φέρε ό,τι νομίζεις. Έχει τυρί και ένα κομμάτι σαλάμι μου φαίνεται. Κρακεράκια έχει στο ντουλάπι, πάνω απ΄τον φούρνο. Ξεχάστηκα. Να τσιμπήσουμε κάτι. Εγώ δεν πεινάω, αλλά εσείς, παιδιά, θα ψοφάτε της πείνας. Δεν έχω όρεξη πια. Λοιπόν τι σας έλεγα;» Έκλεισε μια στιγμή τα μάτια της και έπειτα τα άνοιξε πάλι. «Δεν νομίζω να σας το έχουμε πει, ίσως και να έχουμε, δεν θυμάμαι, αλλά ο Χερμπ ήταν πολύ αυτοκτονικός απ’τη στιγμή που διαλύθηκε ο πρώτος του γάμος και η γυναίκα του έφυγε για το Ντένβερ μαζί με τα παιδιά τους. Πήγαινε σε ψυχίατρο για αρκετό καιρό, μήνες. Καμιά φορά λέει πως ίσως έπρεπε να συνεχίσει να πηγαίνει». Σήκωσε το άδειο μπουκάλι και το αναποδογύρισε στο ποτήρι της. Εγώ έκοβα λίγο σαλάμι στον πάγκο όσο πιο προσεκτικά μπορούσα. «Άσπρος πάτος» είπε η Τέρι. Έπειτα είπε: «Τελευταία μιλάει ξανά για αυτοκτονία. Ειδικά όταν πίνει. Καμιά φορά νομίζω πως είναι πολύ ευάλωτος. Δεν έχει καθόλου άμυνες απέναντι σε οτιδήποτε. Λοιπόν» είπε «πάει το τζιν. Ώρα να πάμε πάσο. Να πάμε πάσο και να μετρήσουμε τη χασούρα, όπως έλεγε κι ο μπαμπάς μου. Ώρα να φάμε κάτι, αν και δεν έχω πια όρεξη. Αλλά εσείς, παιδιά, θα πρέπει να ψοφάτε της πείνας. Θα χαρώ να σας δω να τρώτε κάτι. Να σας κόψει λίγο την πείνα μέχρι να πάμε στο εστιατόριο. Μπορούμε να πάρουμε και ποτό στο εστιατόρια, αν θέλουμε. Περιμένετε να δείτε, είναι το κάτι άλλο αυτό το μέρος. Μπορείτε να πάρετε και βιβλία σ’αυτό το μέρος μαζί με τα αποφάγια για τον σκύλο σας. Μάλλον πρέπει να ετοιμαστώ κι εγώ. Να ρίξω μόνο λίγο νερό στο πρόσωπό μου και να βάλω κραγιόν. Θα έρθω όπως είμαι. Αν δεν τους αρέσω, σκασίλα μου. Θέλω να ‘ξηγηθώ, εντάξει; Δεν θέλω όμως να το πάρετε αρνητικά. Ελπίζω κι εύχομαι παιδιά, να είστε τόσο ερωτευμένοι όπως είστε τώρα και ύστερα από πέντε, έστω και τρία χρόνια από τώρα. Ας πούμε τέσσερα χρόνια. Αυτή είναι η στιγμή της αλήθειας, τα τέσσερα χρόνια. Αυτό μόνο έχω να πω γι’ αυτό το θέμα». Τύλιξε της παλάμες της στα λεπτά της μπράτσα κι άρχισε να ανεβοκατεβάζει τα χέρια της. Έκλεισε τα μάτια της.

Σηκώθηκα απ’το τραπέζι και πήγα και στάθηκα πίσω απ’την καρέκλα της Λόρα. Έγειρα πάνω της και σταύρωσα τα χέρια μου κάτω απ’τα στήθη της σφίγγοντάς την. Έφερα το πρόσωπό μου δίπλα απ’το δικό της. Η Λόρα έσφιξε τα χέρια μου. Τα έσφιξε ακόμα πιο δυνατά και δε με άφηνε να τα πάρω.

Η Τέρι άνοιξε τα μάτια της. Μας κοίταξε. Μετά σήκωσε το ποτήρι της. «Στην υγειά σας, παιδιά» είπε. «Στην υγειά όλων μας». Στράγγισε το ποτήρι και ο πάγος χτύπησε στα δόντια της. «Και στον Καρλ επίσης» είπε και ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι. «Τον καημένο τον Καρλ. Ο Χερμπ τον θεωρούσε μπούφο, αλλά από την άλλη τον έτρεμε κυριολεκτικά. Ο Καρλ δεν ήταν μπούφος. Με αγαπούσε και τον αγαπούσα. Τίποτα περισσότερο. Ακόμη τον σκέφτομαι καμιά φορά. Είναι αλήθεια και δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω. Τον σκέφτομαι μερικές φορές, σκάει στο μυαλό μου έτσι σαν μια παλιά ανάμνηση. Θα σας πω κάτι, και μου τη δίνει πώς μπορεί καμιά φορά η ζωή να γίνει σκέτη σαπουνόπερα, ώστε να μην είναι πια καν δική σου, αλλά έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Ήμουν έγκυος από εκείνον. Ήταν τότε που επιχείρησε για πρώτη φορά να αυτοκτονήσει, τότε που πήρε το ποντικοφάρμακο. Δεν ήξερε πως ήμουν έγκυος. Έκανε τα πράγματα χειρότερα. Αποφάσισα να κάνω έκτρωση. Δεν του το είπα ούτε αυτό φυσικά. Δεν σας λέω κάτι που δεν γνωρίζει ο Χερμπ. Ο Χερμπ τα ξέρει όλα αυτά. Και τώρα το σπουδαίο νέο. Την έκτρωση μου την έκανε ο Χερμπ. Μικρός που είναι ο κόσμος, ε; Όμως τότε νόμιζα πως ο Καρλ είχε τρελαθεί. Δεν ήθελα να έχω το μωρό του. Κι ύστερα πάει κι αυτοκτονεί. Μα ύστερα απ’αυτό, αφού είχε φύγει κάμποσο καιρό και δεν υπήρχε πια ο Καρλ να του μιλάω, και ν’ακούω τη δική του εκδοχή για τα πράγματα, και να τον στηρίζω όποτε τον πιάνει φόβος, ένιωσα πραγματικά άσχημα για όλα αυτά. Μετάνιωσα για το μωρό, που δεν το είχα πια. Αγαπάω τον Καρλ και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι αυτό μέσα μου. Ακόμα τον αγαπάω. Όμως, Θεε μου, και τον Χερμπ τον αγαπάω. Το βλέπετε αυτό, έτσι δεν είναι; Δεν χρειάζεται να σας το πω. Αχ, πολύ μπερδεμένα δεν είναι τα πράγματα;». Σκέπασε το πρόσωπό της με τις παλάμες της κι άρχισε να κλαίει. Έγειρε αργά μπροστά κι ακούμπησε το κεφάλι της στο τραπέζι.

Η Λόρα άφησε αμέσως το φαγητό της. Σηκώθηκε κι είπε «Τέρι, Τέρι καλή μου» κι άρχισε να τη χαϊδεύει στον σβέρκο και στους ώμους. «Τέρι» μουρμούριζε.

Εγώ έτρωγα ένα κομμάτι σαλάμι. Στο δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει αρκετά. Σταμάτησα να μαουλάω ό,τι είχε μέσα στο στόμα μου, τα κατέβασα όλα μια και κάτω και πήγα κοντά στο παράθυρο. Κοίταξα έξω στην αυλή. Κοίταξα πέρα από τη λεύκα και τα δυο μαύρα σκυλιά που κοιμόντουσαν ανάμεσα στις πολυθρόνες. Κοίταξα πέρα από την πισίνα και το μικρό παχνί με την ανοιχτή πόρτα και τον παλιό άδειο στάβλο των αλόγων, κι ακόμα πιο πέρα. Υπήρχε ένα χωράφι με αγριόχορτο και μετά ένας φράχτης, κι έπειτα άλλο ένα χωράφι και μετά η εθνική, που ένωνε την Αλμπουκέρκη με το Ελ Πάσο. Αμάξια διέσχιζαν πάνω κάτω τον αυτοκινητόδρομο. Ο ήλιος έδυε πίσω από την κορυφογραμμή και τα βουνά είχαν αρχίσει να σκοτεινιάζουν, σκιές έπεφταν παντού. Υπήρχε όμως ακόμη λίγο φως, που μαλάκωνε τα πράγματα που έβλεπα. Ο ουρανός ήταν γκρίζος στις κορυφές των βουνών, τόσο γκρίζος όσο μια σκοτεινή μέρα του χειμώνα. Αλλά υπήρχε και μια λωρίδα γαλανού ουρανού ακριβώς πάνω απ΄το γκρίζο, εκείνο το γαλάζιο που βλέπεις στις καρτ ποστάλ των τροπικών, το γαλάζιο της Μεσογείου. Το νερό στην επιφάνεια της πισίνας ρυτίδιαζε και το ίδιο αεράκι έκανε τα φύλλα της λεύκας να τρεμοπαίζουν. Ένα από τα σκυλιά ανασήκωσε το κεφάλι του σαν να είχε πάρει εντολή, αφουγκράστηκε για ένα λεπτό με τα αυτιά σηκωμένα κι έπειτα έχωσε ξανά τη μουσούδα του ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια.

Είχα την αίσθηση πως κάτι επρόκειτο να συμβεί, ήταν κάτι στη ραστώνη των ίσκιων και του φωτός, κι ό,τι κι αν ήταν αυτό, θαρρείς πως θα μ’έπαιρνε μαζί του. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό. Έβλεπα τον αέρα να ξεχύνεται σε κύματα πάνω στη χλόη. Έβλεπα το χορτάρι στα χωράφια να λυγίζει στο φύσημα του αέρα και ύστερα να ορθώνεται πάλι. Το δεύτερο χωράφι κατέληγε στον αυτοκινητόδρομο κι ο άνεμος σκαρφάλωνε κατά κύματα στους λόφους πέρα απ’αυτόν. Στεκόμουν εκεί και περίμενα βλέποντας το χορτάρι να λυγίζει στον άνεμο. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει. Κάπου στο πίσω μέρος του σπιτιού το νερό στο μπάνιο έτρεχε. Η Τέρι εξακολουθούσε να κλαίει. Με βαριά διάθεση και κόπο γύρισα να την κοιτάξω. Είχε το κεφάλι της σκυμμένο πάνω στο τραπέζι και κοίταζε προς τη μεριά του φούρνου. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά, μα κάπου κάπου ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα διώχνοντας κάποια δάκρυα. Η Λόρα είχε τραβήξει μια καρέκλα δίπλα της και την κρατούσε απ’τον ώμο. Μουρμούριζε συνεχώς, με τα χείλη της μες στα μαλλιά της Τέρι.

«Ναι, ναι» είπε η Τέρι. «Μίλησέ μου γι’ αυτό».

«Τέρι, αγάπη μου» της είπε τρυφερά η Λόρα. «Όλα θα πάνε καλά. Θα δεις, όλα θα πάνε καλά».

Η Λόρα έστρεψε τότε τα μάτια της προς το μέρος μου. Το βλέμμα της ήταν διεισδυτικό και η καρδιά μου ηρέμησε. Με κοίταζε βαθιά στα μάτια για μια ατέλειωτη στιγμή, όπως μου φάνηκε, και ύστερα κούνησε το κεφάλι της. Ήταν το μόνο που έκανε, το μόνο σημάδι που έδειξε, αλλά ήταν αρκετό. Ήταν σαν να μου έλεγε: μην ανησυχείς, θα το ξεπεράσουμε αυτό, όλα θα είναι εντάξει μεταξύ μας, θα δεις. Με το μαλακό. Έτσι ερμήνευσα εγώ τη ματιά της τέλος πάντων, αν και μπορεί να έκανα λάθος.

Το ντους σταμάτησε να τρέχει. Σε λίγο άκουσα ένα σφύριγμα καθώς ο Χερμπ έβγαινε απ’το μπάνιο. Συνέχιζα να κοιτάζω τις γυναίκες στο τραπέζι. Η Τέρι εξακολουθούσε να κλαίει και η Λόρα της χάιδευε τα μαλλιά. Γύρισα ξανά προς το παράθυρο. Η γαλάζια λωρίδα στον ουρανό είχε πια χαθεί και είχε γίνει κι αυτή σκοτεινή. Είχαν βγει τ’άστρα. Διέκρινα την Αφροδίτη κι ακόμα πιο πέρα και πλάγια, όχι τόσο φωτεινά αλλά αναμφισβήτητα εκεί στον ορίζοντα, τον Άρη. Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Κοίταζα τι έκανε στα έρημα χωράφια. Σκέφτηκα χωρις λόγο ότι κακώς οι Μακ Γκίνις δεν είχαν πια άλογα. Ήθελα να φαντάζομαι άλογα να καλπάζουν μέσα σ’αυτά τα χωράφια στο μισοσκόταδο ή να στέκονται απλώς με τα κεφάλια τους κόντρα στον άνεμο κοντά στον φράχτη. Στεκόμουν στο παράθυρο περιμένοντας. Ήξερα πως έπρεπε να μείνω ακίνητος λίγο ακόμα, με τα μάτια μου καρφωμένα εκεί έξω, έξω απ’το σπίτι, μέχρι που να μην υπάρχει τίποτα πια να διακρίνω.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Εύα Πλιάκου