Σημειωματάριο

'Υμνος της Λήμνος

Ο φωτογραφικός όμιλος έχει έκθεση με θέμα το πορτραίτο. Εικόνες από τις αλυκές του νησιού, μια γιαγιά κι ένας κουβάς γεμάτος αλάτι. Αυτήν την εποχή οι αλυκές έχουν νερό και φλαμίνγκο. Είναι κοντά στο Λιβαδοχώρι στο δρόμο που πάει προς το Κοζάκικο νεκροταφείο. Τι έκανε άραγε η ιστορία για να φτάσουν Κοζάκοι και Ρώσοι να θαφτούν στη Λήμνο; Τα φλαμίνγκο στέκουν εκεί, από μακρυά μοιάζουν με τούφες πάνω στην ακύμαντη λιμνοθάλασσα. Η αντανάκλασή τους το ίδιο ευκρινής με το πρωτότυπο. Σα μια ζωντανή φωτογραφία. Η λάσπη του τόπου εμποδίζει τα βήματα να φτάσουν μέχρι την ακτή, προστατεύει τα φλαμίνγκο από τους περίεργους και ενοχλητικούς τουρίστες. Ποιος ξέρει, ίσως να πήρε τα βήματά μου για βήματα Κοζάκων πολεμιστών, άλλωστε η γη δεν ξεχωρίζει πατημασιές. Και τούτη η γη έχει φιλοξενήσει μπόλικες. Από το πρώτο βήμα.

Ο τόπος είναι επίπεδος με σπαρμένους λόφους. Αν παίζεις με τη φαντασία σου φτάνοντας στη Μύρινα από το αεροδρόμιο, θαρρείς πως βρίσκεσαι σε αρχαία στέπα, χρυσές πεδιάδες και τεράστια βράχια ίδια με δεινοσαύρους που κοιμούνται και τεράστιες φραγκοσυκιές να ξεπροβάλουν από μέσα τους σε κάνουν να φαντάζεσαι αχυρένιες μπάλες να κατρακυλούν σιωπηλές πίσω σου. Κρυμμένη πίσω από τις καφετί ταμπέλες της αρχαιολογίας βρίσκεται η Πολιόχνη. Το κορίτσι αυτό είναι προϊστορικό, πάνω από 5000 χρόνων, αφημένο σήμερα στα χέρια των αρχαιολόγων που του κάνουν τις απαραίτητες επεμβάσεις για να διατηρηθεί. Μια πόλη στο λόφο, με φανερή ακόμη τη δομή που είχε κάποτε. Μια τάξη με τον δάσκαλό της την ανακάλυψαν και χώρισαν τις περιόδους της σε χρώματα. Η Μαύρη περίοδος, η Γαλάζια, η Πράσινη, η Κόκκινη, η Κίτρινη, η Καστανή, η Βιολετί. Η χρωματική παλέτα του χρόνου. Με θέα στη θάλασσα που, παρότι νησί των ανέμων, έμενε ακύμαντη και αντανακλούσα το φως, δώρο για ντόπιους και ξένους φωτογράφους.

Μπαίνοντας στη Μύρινα αδυνατώ να πάρω τα μάτια μου από το Κάστρο. Πελώριο με καταπράσινη πλαγιά και ογκώδεις βράχους οδηγεί τη σκέψη σε αναφορές μυθολογικών ταινιών. Έτσι η Μύρινα γίνεται Μύρινας Τίριθ κι εγώ γίνομαι ξωτικό ή χόμπιτ ή άνθρωπος και εξερευνώ τον τόπο ακολουθώντας το φως, τα δέντρα, τα αγριοκάτσικα και τα ελάφια. Ο λόφος φαίνεται να μπορεί να οδηγήσει στην κορφή, σε μια από τις πλευρές του κάστρου. Σιγά σιγά γίνεται απόκρημνος, τα αγριοκάτσικα μασουλώντας με κοιτούν απορημένα να σκαρφαλώνω άχαρο κατσίκι την πλαγιά που είναι πια κάθετη. Με χέρια και με πόδια αγκυροβολημένα στα βράχια, που ομολογουμένως πιο φιλόξενα είναι για βήματα απ’ ό,τι η λάσπη, φτάνω δυόμιση μέτρα πριν το τείχος να αναρωτηθώ αν μπορώ να τα καταφέρω. Κοιτάω κάτω. Λάθος. Και ύστερα σα δώρο έρχεται η σκέψη πως δε θέλω να πάω κάτω, γι' αυτό δεν πρόκειται να πέσω. Οραματίζομαι τον εαυτό μου να έχει κιόλας ανέβει. Με ακολουθώ. Φτάνω στο τείχος. Μια αχανής πλαγιά εκτείνεται κάτω από τα πόδια μου. Πέτρινα τείχη και ογκώδεις λίθοι. Κάτι αρχαίο και ιερό. Τα ελάφια είναι η Άρτεμις και τα κατσίκια ο Πάνας. Τα τείχη αλλού αγέρωχα κι αλλού χτυπημένα. Η πλαγιά είναι μεγάλη. Η αδρεναλίνη της ανάβασης γίνεται μέθη. Ο ήλιος φωτίζει από τη σωστή γωνία. Αρκετά δεκάδες μέτρα κάτω από το βράχο που όρθια στέκω, δυο άνθρωποι. «Χέι», τους φωνάζω πλημμυρισμένη από τη δύναμη του τόπου. Χαιρέτησαν κι αυτοί, τι να κάνουν; Από παντού βλέπεις θάλασσα. Μόνο οι σπηλιές, οι σπηλιές και οι υπόγειες σήραγγες μπορούν να κόψουν κάτι απ' την ορμή που με διαπερνά. Για την ακρίβεια μου κόβουνε τα πόδια. Αρχέγονους φόβους ξυπνούν μέσα μου, μη και κάτι από μέσα πεταχτεί, μη και μέσα τους εγκλωβιστώ. Τεράστια κοράκια ή καρακάξες, δεν ξέρω ακριβώς, συναθροισμένα στις σκιές των βράχων. Φυλούν τον τόπο απ' άκρη σ' άκρη. Πυριτιδαποθήκες και πολεμίστρες. Ένας τόπος φτιαγμένος για μάχη. Εποχές που η μάχη ήταν ξεκάθαρη, ερχόταν απ' τη θάλασσα και οι δυνάμεις αναμετριόνταν. Η δύναμη ενάντια στους πειρατές, στα στοιχεία της φύσης, στον καιρό. Εποχές που οι γέφυρες και οι άκρες δεν είχαν κάγκελα, ούτε φωσφορίζουσες λωρίδες και προειδοποιητικές πινακίδες. Συνήθισα να διαβάζω ταμπέλες και όχι να κρίνω με τα μάτια. Εποχές όπου υπήρχε ακόμη το δικαίωμα να ψάξεις το αχαρτογράφητο. Σήμερα λέμε «Πας γυρεύοντας». Μα πώς αλλιώς μπορείς να πας; Μόνο γυρεύοντας μπορείς να φτάσεις σε κάτι νέο. Αν πας μόνο μέχρι εκεί που ξέρεις, δεν πας πουθενά. Με όσα ξέρω όμως, δεν υποστηρίζω την αφέλεια∙ χρησιμοποιώντας αυτά που ξέρω, μπορώ να δοκιμάσω να πάω πέρα, με βήμα στο άγνωστο και όχι στο κενό. Με βράχους απόκρημνους και πέτρες ασήκωτες από την υπάρχουσα γνώση και πλαγιές μεγάλες, τόσο που το σώμα έχει χώρο να αναπτυχθεί και η σκέψη να τρέξει και θέα που επιτρέπει στο βλέμμα να φαντάζεται και να αναρωτιέται. Έτσι ξύπνησε η Λήμνος τους προγόνους μέσα μου. Κι αυτοί δεν ξέρουν από κεντρικές οδούς, μέτρα ασφαλείας κι απαγορευμένες ώρες. Είναι αγρίμια. Είναι ελάφια. Αγριοκάτσικα. Μου μίλησαν μες από το κοχύλι που βρήκα στην κορφή του λόφου. Πώς θα θελα να βγω μια φωτογραφία μαζί τους εκεί μες στο φως. Είναι όμως αεικίνητοι κι όποτε τους πλησίασα εκείνοι απομακρύνονταν κι έτρεχαν κάτω την πλαγιά. Τα πορτραίτα απαθανατίζουν τους θνητούς. Οι θεοί είναι αθάνατοι.

Πορτραίτα θνητών που παριστάνουν το Φιλοκτήτη. Κάτω από τον ιερό ναό Καβειρίων. Για να φτάσεις εκεί μοιάζει πως κάνεις σαφάρι. Στα δεξιά λιμνοθάλασσα με κόκκινα νερά και φλαμίνγκο, χρυσά χωράφια με δέντρα μοναχικά, ο δρόμος μια μακριά ευθεία. Τα μυστήρια των Καβειρίων κρατούσαν 9 μέρες, έσβηναν όλες τις φωτιές στο νησί και έστελναν αποστολή στη Δήλο να φέρει νέο φως. Και μέναν στο σκοτάδι, στην αναμονή αυτής της φωτεινής αναγέννησης. Με εμπιστοσύνη και με πίστη. Χωρίς αποδείξεις και βεβαιώσεις. Κάτω από το ναό, εκεί που είναι η θάλασσα, στέκεται ακόμη η σπηλιά εκείνου που τον άφησαν μόνο στο σκοτάδι, εκείνου που περίμενε τόσο που έπαψε να περιμένει, του Φιλοκτήτη. Η βασική είσοδος απαιτεί κολύμπι, έτσι μπήκα μέσα από μια σχισμή στο βράχο, μέσα από την επίσημη εναλλακτική είσοδο. Εδώ η γνώση των προγενέστερων διευκόλυνε την εξερεύνησή μου. Κατεβαίνοντας υπάρχει μια ταμπέλα που λέει «Απαγορεύεται, πιθανότητα κατάρρευσης βράχων», που όμως δε λέει την αλήθεια. Πόσο τρομερό. Ο φύλακας μου έδειξε πως να βρω τη σχισμή , μπροστά στην ψευδή πινακίδα. Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ. Κι αυτό το πέρασμα μέσα από τη σχισμή, σα μια επιστροφή μέσα στη μάνα γη, που είναι ήσυχη, η καρδιά της χτυπά στο ρυθμό των κυμάτων.

Στον κινηματοθέατρο Ματούλα, που εγκαινιάστηκε από παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου, δεσπόζουν οι φωτογραφίες εκείνων που αυτό που ήταν πιστοποιούταν από αυτό που έκαναν κι όχι από πιστοποιητικά σπουδών. Αλεξανδράκης, Βέγγος, Καββαδία, Βουγιουκλάκη, Σταυρίδης, Ηλιόπουλος. Όλοι μαζί σε μια εποχή. Σε μια φωτογραφία. Μια εποχή που έκανε τα πρώτα της βήματα σε έναν καινούριο κόσμο, με μέσα άγνωστα. Γιατί τα πρώτα βήματα της εποχής μου μοιάζουν να ψάχνουν να συναντήσουν παλιές πατημασιές; Θέλω να πατήσω λάσπη φρέσκια, κι ας κολλήσει το πόδι μου μέσα. Δικιά μου η ευθύνη. Και δε χρειάζομαι να πάρω ένα λεπτό να δω τις εξόδους κινδύνου, ούτε να μου υπενθυμίσει κανείς να μην πάρω τα προσωπικά μου αντικείμενα σε περίπτωση που το αεροπλάνο γκρεμοτσακιστεί ή το πλοίο βουλιάξει. Κανείς δε σου υπενθυμίζει ανεβαίνοντας το βουνό ότι μπορεί να γκρεμοτσακιστείς. Γιατί δεν ανεβαίνεις το βράχο για να γκρεμιστείς, τουλάχιστον όχι πάντα, και αν μη τι άλλο αν ανέβαινες για να γκρεμιστείς, τι σημασία θα είχε μια πινακίδα που θα 'γραφε προσοχή; Προειδοποιήσεις υπάρχουν εκεί που κάποιος άλλος έχει την ευθύνη σου. Αν θα ξανακατέβεις στη γη ή αν θα μείνεις ξεχασμένος εκεί ψηλά κανείς δε μπορεί να το υποσχεθεί. Τα βράχια δε φέρουν καμία ευθύνη. Η επιβίωσή σου βαραίνει εσένα και μόνο εσένα. Μέτρα τις ικανότητές σου και κρίνε. Ναι, κάποτε οι άνθρωποι είχαν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους. Με τη γνώση των προγενέστερων έκαναν άλμα στο άγνωστο με εμπιστοσύνη στο ένστικτο. Το ένστικτο που κάνει κάποιον να ζει 9 σκοτεινές νύχτες γνωρίζοντας βαθιά πως το φως θα έρθει ξανά, ακόμα κι αν τώρα είναι σκοτεινά, ακόμη και αν η σπηλιά είναι βαθιά, γιατί αυτό που θέλει είναι να βρεθεί στο φως και τίποτα δε μπορεί να σταματήσει κάποιον που θέλει. Που ρωτάει «που θέλω να πάω; Τι έχει πέρα από αυτήν την κορφή;» Σήμερα ρωτάει κανείς «Είναι αποδοτικό; Είναι ασφαλές; Έχει νόημα; Είναι η καλύτερη πιθανή επιλογή;» Ερωτήσεις που περιμένουν κάποιον άλλον να τις απαντήσει. Και καθεμία από αυτές τις ερωτήσεις απαντάται από την υπάρχουσα γνώση, απαντάται με ναι ή όχι. Δεν οδηγεί στη γνώση. Είναι ερωτήσεις κλειστού τύπου εκφρασμένες από τύπους κλεισμένους στα όρια των ασφαλιστικών τους προγραμμάτων. Οι εποχές είναι μαύρες, όχι γιατί δεν έχει φως, αλλά γιατί ο ήλιος ονομάστηκε καρκινογόνος και χρειαζόμαστε ειδική προστασία ενάντια στον ήλιο. Οι πιο επικίνδυνες μέρες είναι εκείνες που παίρνουμε τα περισσότερα μέτρα ασφαλείας. Είμαστε ασφαλείς από το άγνωστο, από το ξάφνιασμα, από την αναμέτρηση με τον εαυτό μας.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Ανθή Φουντά

Ανθή Φουντά