Ανάλυση

Μετα-αποκαλυπτική εποχή

από kaboomzine

του Shahram Khosravi

Μετάφραση & εισαγωγή: Μάνος Παπαγεωργίου

Εισαγωγή

Το κείμενο «Μετα-αποκαλυπτική εποχή» του Σαχράμ Χοσραβί δημοσιεύθηκε στο blog των εκδόσεων Verso στις 6 Μαρτίου του 2026, λίγες μέρες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ ενάντια στο Ιράν. Αντί να αναλύσει τις αιτίες της στρατιωτικής επέμβασης ή τους οριενταλιστικούς λόγους που αναπαράγονται από την πλευρά των δυτικών κοινωνιών, ο ανθρωπολόγος επιλέγει να στρέψει τον φακό στις διαδικασίες της ιρανικής κοινωνίας και στις αφηγήσεις των ίδιων των κατοίκων της. Σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζεται ένα κοινωνικό και φαντασιακό αδιέξοδο που προηγήθηκε του πολέμου, αναδεικνύοντας ότι οι γεωπολιτικές επιλογές και συγκρούσεις δεν υλοποιούνται ανεξάρτητα από τις κοινωνικές αναταράξεις και τον ευρύτερο κατακερματισμό που βιώνει η ιρανική κοινωνία.

Ο συγγραφέας φαίνεται να επιχειρεί να κατανοήσει κι όχι απλώς να καταδικάσει ή να επιδοκιμάσει τις αιτίες για τις οποίες η πολιτική φαντασία μέρους των Ιρανών αρχίζει να στρέφεται με νοσταλγία προς την εποχή του Σάχη, ή ακόμη και να αναφέρεται στον πόλεμο ως μια έσχατη λύση απελπισίας. Ο Χοσραβί δεν αντιμετωπίζει αυτές τις επικλήσεις ως μια μορφή πάγιας πίστης στις υποσχέσεις που κομίζει ο γιος του Σάχη ή στους δυτικούς πολέμους που έχουν υλοποιηθεί στο όνομα της δημοκρατίας ή της «απελευθέρωσης από αυταρχικά καθεστώτα», αλλά ως μια τακτική ανάδειξης μιας εξωτερικής λύσης προκειμένου να απωθηθεί η έλλειψη εναλλακτικής εντός μιας πραγματικότητας που περιγράφεται συχνά ως ένας ορίζοντας δίχως μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, η φιγούρα του κληρονόμου του Σάχη έρχεται να βοηθήσει στην κατασκευή μιας νοσταλγίας για ένα υποτιθέμενο παραδεισένιο παρελθόν πριν την Ισλαμική Δημοκρατία.

Ανθρωπολογικές έρευνες έχουν αναδείξει επανειλημμένα τις κοινωνικές και συνάμα εθνικιστικές χρήσεις της νοσταλγίας ως μέσο απόδοσης νοήματος σε στιγμές κρίσης, ως τρόπο υποστήριξης συλλογικών ταυτοτήτων και ως απόπειρα χρονικής επανανοηματοδότησης ραγδαίων κοινωνικών αλλαγών, ενώ παράλληλα η επίκληση ενός ιδανικού παρελθόντος έχει αναδειχθεί και ως μια πολιτισμική στρατηγική που διαπραγματεύεται ή αμφισβητεί τις επίσημες εθνικές αφηγήσεις. Τέτοιες λεπτές αποχρώσεις της ιρανικής ανθρωπογεωγραφίας μάς καλεί να αντικρίσουμε μέσα από τη γραφή του ο Χοσραβί, οι οποίες τοποθετούν τα συναισθήματα, τη μνήμη και την απελπισία των ανθρώπων ως κομβικούς οδοδείκτες για τη διαμόρφωση των ιστορικών μετασχηματισμών της διακυβέρνησης, της κοινωνικής και της γεωπολιτικής πραγματικότητας. Και αξίζει να μείνει καταγεγραμμένη η σημασία αυτών των καθημερινών φωνών ακόμα και στους καιρούς όπου απέναντι στις διαδηλώσεις βρίσκονται οι κάνες των όπλων, ακόμα και στους καιρούς όπου έχουν αρχίσει να πέφτουν ξανά οι βόμβες των υποτιθέμενων σωτήρων, οι οποίες οφείλουμε να θυμόμαστε ότι υποστηρίζονται έμμεσα και άμεσα από θεσμικούς εκπροσώπους του ελληνικού κράτους ως μια «απαραίτητη συνθήκη για τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή».

Ο Σαχράμ Χοσραβί σήμερα είναι καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Γεννήθηκε το 1966 στο Ισφαχάν και μετανάστευσε παράνομα προς την Ευρώπη το 1988, εμπειρία που έχει αναδείξει πολλαπλώς μέσα από έρευνες για τη μετανάστευση, τα σύνορα και την επισφάλεια. Επιπροσθέτως, έχει μελετήσει επανειλημμένα την κοινωνική πραγματικότητα του Ιράν μέσα από εθνογραφικές έρευνες στην Τεχεράνη. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί το βιβλίο του Παράνομος ταξιδιώτης: Μια αυτο-εθνογραφία των συνόρων και ο συλλογικός τόμος υπό την επιμέλειά του με τίτλο Το διαπεραστικό βλέμμα των ακτίνων Χ: Ένα αρχείο βίας, που εκδόθηκαν αμφότερα από τις εκδόσεις Νησίδες με μεταφράστρια την Κατερίνα Τομανά.

~

I.

«Πώς καταλήξαμε σε αυτή την κόλαση;» είναι το ερώτημα που θέτει κάθε Ιρανός που γνωρίζω. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, την πέμπτη ημέρα της εισβολής των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, δεν είμαι πλέον βέβαιος τι έχει απομείνει από τη χώρα στην οποία μεγάλωσα.

Εβδομάδες νωρίτερα, όταν μιλούσα με φίλους και συγγενείς μέσα στο Ιράν, έμεινα άναυδος ακούγοντας ότι κάποιοι εξέφραζαν την επιθυμία για πόλεμο ως τον μόνο τρόπο που απομένει για να αλλάξει το καθεστώς. Ήταν ιδιαίτερα σοκαριστικό ότι άκουσα αυτή την άποψη από δύο φίλους απ’ το χωριό μου. Είναι άνθρωποι που παλεύουν να βγάλουν το ψωμί τους, των οποίων τα παιδιά κάνουν μάθημα σε παγωμένες αίθουσες διδασκαλίας και που πρέπει να οδηγήσουν είκοσι χιλιόμετρα απλώς για να επισκεφτούν έναν νοσηλευτή. Όταν ο Χαμίντ, παιδικός φίλος που ως νεαρός στρατιώτης έχασε το πόδι του στον πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ιράκ, μου είπε ότι θέλει να απαλλαγεί από την Ισλαμική Δημοκρατία με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε έναν νέο πόλεμο, ένιωσα έναν βαθύτερο φόβο.

Περισσότερο από την απειλή ενός επερχόμενου πολέμου, με τρόμαξε η κενότητα που ένιωσα. Με συγκλόνισε το γεγονός ότι η παρατεταμένη στέρηση και η οργανωμένη εγκατάλειψη είχαν οδηγήσει τους ανθρώπους σε ένα σημείο όπου ο πόλεμος μπορούσε να αρχίσει να μοιάζει με λύτρωση.

Ο Χαμίντ γνωρίζει ακριβώς τι είναι ο πόλεμος. Τον έχει υπομείνει. Το ότι δεν τον νοιάζει πλέον αν θα ξεσπάσει άλλος ένας πόλεμος αποκαλύπτει πόσο βαθιά έχουν ωθηθεί οι άνθρωποι σε μια μετα-αποκαλυπτική κατάσταση, όπου ακόμη και οι βόμβες παύουν να γίνονται αισθητές ως βία.

Η λέξη που χρησιμοποιούν πολλοί άνθρωποι στο Ιράν για να περιγράψουν αυτή την κατάσταση είναι estisal, μια κατάσταση ανημποριάς και απελπισίας, το αίσθημα του να είσαι παγιδευμένος σε ένα πρόβλημα χωρίς καμία νοητή λύση.

Η Ισλαμική Δημοκρατία κυβερνά το Ιράν εδώ και σαράντα επτά χρόνια. Σχεδόν μισός αιώνας διαρκούς πολιτικής καταστολής δεν έχει μόνο παραμορφώσει τη δημόσια ζωή. Έχει διαβρώσει και την ίδια την ικανότητα για πολιτική δράση που στηρίζεται στο όραμα και στην οικοδόμηση του κόσμου. Στη διάρκεια όλων αυτών των δεκαετιών, κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης ή εξωστρέφειας έχει αποτύχει. Η επαναλαμβανόμενη ήττα έχει παράγει έναν διαλυτικό τρόπο πολιτικής συμπεριφοράς· αντανακλαστικό αντί παραγωγικό, κατακερματισμένο αντί συλλογικό και καθοδηγούμενο περισσότερο από την εξάντληση παρά από κάποιου είδους στρατηγική.

Όταν η ελπίδα για πολιτικό μετασχηματισμό υποχωρεί, άλλες δυνάμεις σπεύδουν να καλύψουν το κενό. Θεοί, ιδεολογίες και φαντασιώσεις σωτηρίας αντικαθιστούν την πολιτική σκέψη και δράση.

Όταν το παρόν μοιάζει απόν και το μέλλον φαίνεται να έχει κλαπεί, η πολιτική συμμετοχή αποσύρεται από τη δημόσια σφαίρα και στρέφεται προς το εσωτερικό. Εκρήγνυται ως ιδιωτική αγανάκτηση, ως εκτόνωση θυμού και ως άρθρωση της απέχθειας. Τέτοιες εκφράσεις μπορεί να προσφέρουν συναισθηματική ανακούφιση, αλλά δεν οικοδομούν έναν κοινό κόσμο.

Ο κατακερματισμός και οι συγκρούσεις έχουν επίσης αναδιαμορφώσει τα δίκτυα της διασποράς και τις πολιτικές πρακτικές. Φιλίες έχουν διαλυθεί. Οικογένειες έχουν καταπονηθεί από εντάσεις που ξεπερνούν τα όρια των γενεών και των πολιτικών τοποθετήσεων. Αντί να διαμορφώνονται ανθεκτικές συμμαχίες, οι αντιπολιτευτικές ενέργειες έχουν διασπαστεί σε αντίπαλες φράξιες, καθεμία από τις οποίες διεκδικεί ηθική ή στρατηγική ανωτερότητα.

Αυτή η απουσία συντονισμένης πολιτικής οργάνωσης φαίνεται να έχει δημιουργήσει χώρο για την επανεμφάνιση της μοναρχίας ως πιθανής εναλλακτικής.

Στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι η αυταρχική κατάληψη της εξουσίας από τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη με το πραξικόπημα του 1851 κατέστη δυνατή όχι λόγω της δύναμής του, αλλά εξαιτίας του κατακερματισμού, των ανταγωνισμών και της πολιτικής ανωριμότητας των ρεπουμπλικανικών δυνάμεων. Οι διαιρέσεις τους άνοιξαν τον δρόμο για μια μορφή που μπορούσε να παρουσιαστεί ως ενοποιητικός σωτήρας και ως η μοναδική εναλλακτική.

Ο ιστορικός παραλληλισμός είναι ανησυχητικός. Ο αυτοανακηρυγμένος Σάχης που έχει την υποστήριξη του Ισραήλ, όπως και ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, δεν αναδύεται λόγω κάποιας εξαιρετικής ικανότητας αλλά λόγω των περιστάσεων. Ο Μαρξ περιέγραψε τον Βοναπάρτη ως έναν άνθρωπο που χαρακτηριζόταν από μετριότητα, μια καρικατούρα που ανυψώθηκε στην εξουσία χάριν των αποτυχιών των αντιπάλων του. Ο κίνδυνος σήμερα βρίσκεται λιγότερο στην αποκατάσταση της μοναρχίας και περισσότερο στο κενό που δημιουργείται από τον συγκεκριμένο κατακερματισμό. Μέσα σε αυτό το κενό, ακόμη και ομογενείς μορφές όπως «ο γιος του Σάχη» (ανακαλώντας τον Μαρξ που περιέγραφε τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη απλά ως «ο ανιψιός» του Ναπολέοντα) δύναται να παρουσιάσουν τον εαυτό τους ως πεπρωμένο.

II.

Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνάς μου στο Ιράν πριν από μία δεκαετία, άκουγα συχνά ένα χωρατό: «Μετά την Επανάσταση, τα περσικά έχουν πλέον τέσσερις χρόνους: παρελθόν, παρόν, μέλλον και τον καιρό του Σάχη».

«Ο καιρός του Σάχη» αναφέρεται σε μια νοσταλγική, φαντασιακή εποχή πριν από την Επανάσταση, ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στη δεκαετία του 1970. Πρόκειται για μια περίοδο που συνδέεται με την οικονομική ασφάλεια, την παγκοσμιοποίηση και ένα φαινομενικά πολλά υποσχόμενο μέλλον. Για πολλούς νέους ανθρώπους εμφανίζεται ως μια εποχή χαράς, όπου η ζωή φάνταζε αληθινή.

Η αναζωπύρωση μοναρχικών αισθημάτων σε ορισμένους Ιρανούς αναδύεται από αυτή την κατάσταση χρονικής αποδιάρθρωσης, από αυτή την αίσθηση ότι έχουν αποβληθεί από την ιστορία. Όταν το παρόν μοιάζει κενό και το μέλλον προδιαγεγραμμένα κλειστό, το παρελθόν καθίσταται πολιτικά διαθέσιμο με νέους τρόπους. Η μοναρχία εμφανίζεται όχι απλώς ως πολιτική εναλλακτική αλλά ως χρονικό καταφύγιο. Υπόσχεται την αποκατάσταση της συνέχειας και την επανένταξη σε μια ιστορική τροχιά που θεωρείται ότι διακόπηκε.

Η μόνη νοητή ζωή φαίνεται να υπάρχει έξω από τη συνηθισμένη χρονικότητα, είτε σε ένα λυτρωμένο μέλλον που θα προκύψει μέσα από ρήξη είτε σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν που θα ανακτηθεί μέσω της αποκατάστασης. Παγιδευμένοι ανάμεσα στην ελπίδα για διάσωση σε κάποιο μακρινό αύριο και στην ευχαρίστηση ενός ανακατασκευασμένου χθες, πολλοί νέοι χάνουν την αίσθηση του παρόντος ως πεδίου δράσης.

Η πολιτική καταστολή από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει αυτή τη μετα-αποκαλυπτική συνθήκη. Οι σκληρές και εκτεταμένες κυρώσεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ έχουν επίσης διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Οι κυρώσεις δεν έχουν μόνο καταστρέψει την υλική ζωή. Έχουν αναδιαμορφώσει και την εμπειρία του χρόνου. Η βιωμένη πραγματικότητα των κυρώσεων είναι αυτή της αναστολής και της διαγραφής, τα επιτεύγματα του παρελθόντος ξεθωριάζουν από την παγκόσμια αναγνώριση και οι μελλοντικές δυνατότητες παρεμποδίζονται συστηματικά.

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2024 ο Αμπάς Ακχούντι (Abbas Akhoundi), καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, παρατήρησε: «Το Ιράν έχει βρεθεί εκτός της ιστορίας».

Το να βρίσκεται κανείς εκτός της ιστορίας δεν σημαίνει απλώς να αποκλείεται από τα γεγονότα. Σημαίνει να χάνει την αίσθηση ότι οι πράξεις του μπορούν να διαμορφώσουν ένα κοινό μέλλον. Σε μια τέτοια συνθήκη η πολιτική συρρικνώνεται, η νοσταλγία επεκτείνεται και ακόμη και ο πόλεμος αρχίζει να εμφανίζεται ως μια βίαιη μορφή επανεισχώρησης στην ιστορία.

III.

Η απελπισία του Χαμίντ διαρκεί δεκαετίες αλλά εντάθηκε κατά τη διάρκεια της βίαιης καταστολής των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2026. Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στο Παζάρι της Τεχεράνης, αρχικά τροφοδοτούμενες από την οργή για την οικονομική κρίση, την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος και την εκτίναξη των τιμών. Ό,τι ξεκίνησε ως διαμαρτυρία με οικονομικά κίνητρα επεκτάθηκε γρήγορα σε ένα πανεθνικό κίνημα που απαιτούσε το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ο Χαμίντ συμμετείχε στις διαδηλώσεις. Τον χτύπησε η αστυνομία. Κρατώντας το προσθετικό του πόδι στο χέρι τον έσπρωξαν μέσα σε ένα αστυνομικό βαν και τον μετέφεραν σε ένα κέντρο κράτησης, όπου παρέμεινε για αρκετές ημέρες. Όταν σήκωσε το πρόσθετο του μέλος και είπε «Θυσιάστηκα για αυτή την Επανάσταση», ένας νεαρός αξιωματικός, γεννημένος μετά το 1979, απάντησε: «Δεν μας νοιάζει».

Ο Χαμίντ κάποτε ανήκε σε μια γενιά που γιορταζόταν ως η ηθική ραχοκοκαλιά και το μέλλον του έθνους. Τώρα στέκεται εγκαταλελειμμένος από το ίδιο το κράτος για το οποίο θυσιάστηκε, ένας πολίτης χωρίς αναγνώριση και χωρίς μέλλον.

Μία από τις κεντρικές υποσχέσεις της Επανάστασης του 1979 ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη για τους φτωχούς. Ο επίσημος λόγος εξυμνούσε τον mahroum (αυτόν που έχει στερηθεί τα δικαιώματά του) και τον mostazaf (τον αποστερημένο, τον καταπιεσμένο): φιγούρες που παρουσιάζονταν ως θύματα του εκσυγχρονιστικού σχεδίου του Σάχη, το οποίο ήταν επικεντρωμένο στις μεγάλες πόλεις. Λογίζονταν ως οι ανειδίκευτοι εργάτες, οι μικροί αγρότες, οι νομάδες, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι που θα αποτελούσαν πλέον το θεμέλιο μιας δίκαιης ισλαμικής τάξης.

Αυτή η ηθική οικονομία άρχισε να υποχωρεί μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Χομεϊνί (Ayatollah Khomeini) και το τέλος του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ιράκ. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Χασεμί Ραφσαντζανί (Hashemi Rafsanjani) από το 1989 έως το 1997, η ιδεολογική κινητοποίηση έδωσε τη θέση της στον οικονομικό πραγματισμό. Υπό το σύνθημα της «Εποχής της Ανασυγκρότησης», το κράτος προχώρησε σε ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση και μείωση επιδομάτων. Η συλλογική προστασία της εργασίας αποδυναμώθηκε. Η εργασιακή ασφάλεια διαβρώθηκε. Ο πληθωρισμός και η ανεργία εκτινάχθηκαν.

Σταδιακά, το επαναστατικό κράτος πρόνοιας της δεκαετίας του 1980 αντικαταστάθηκε από ένα μετακοινωνικό κράτος, περισσότερο προσανατολισμένο στη λογική της αγοράς παρά στην αναδιανομή. Η χρόνια ανεργία και η υποαπασχόληση, σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών, δημιούργησαν νέες μορφές περιθωριοποίησης. Οι διεθνείς κυρώσεις επιδείνωσαν περαιτέρω την εγχώρια οικονομία, εντείνοντας την επισφάλεια σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Όπως συνέβη και στην περίπτωση άλλων νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών ανά τον κόσμο, η φτώχεια στο Ιράν άρχισε ολοένα και περισσότερο να αποδίδεται σε ατομικές αιτίες. Οι δομικές ανισότητες επαναπλαισιώθηκαν ως προσωπικές αποτυχίες. Οι πολίτες καλέστηκαν να υπερβούν τα συστημικά εμπόδια μέσω της υπομονής, της ανάληψης του ρίσκου, της αυτοπειθαρχίας και της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Από αυτή τη μετατόπιση αναδύθηκε και ένα νέο ιδεώδες ανδρισμού.

Η ηρωική μορφή του φτωχού έχει αντικατασταθεί από τον επιτυχημένο επιχειρηματία. Ο εξιδανικευμένος mostazaf της δεκαετίας του 1980 έχει δώσει τη θέση του στον εξυμνημένο moafaq, τον «επιτυχημένο» άνθρωπο. Εκεί όπου οι πολίτες κάποτε καλούνταν να θυσιάσουν τη ζωή τους για την Επανάσταση, σήμερα καλούνται να αποδείξουν την οικονομική τους επιτυχία. Ο επίσημος λόγος εξυμνεί τον αυτοδημιούργητο, παραγωγικό και κοινωνικά ανερχόμενο πολίτη ως κανονιστικό πρότυπο.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, πολυτελή εμπορικά κέντρα έχουν πολλαπλασιαστεί στις ιρανικές πόλεις, μεταμορφώνοντας το αστικό τοπίο. Ο καταναλωτισμός έχει μετατρέψει την καθημερινή ζωή σε θέαμα ανισότητας. Οι επιδείξεις πλούτου έρχονται σε έντονη αντίθεση με τη διάχυτη οικονομική δυσχέρεια.

Οι κυρώσεις και η πολιτική καταστολή δεν έχουν μόνο αποδυναμώσει την οικονομία. Έχουν καλλιεργήσει τη θεσμοποιημένη διαφθορά και έχουν εντείνει την ταξική πόλωση. Η υπόσχεση δικαιοσύνης, που κάποτε αποτελούσε θεμέλιο λίθο της Επανάστασης, έχει δώσει τη θέση της σε ένα σύστημα όπου ο αποκλεισμός κανονικοποιείται και η ανισότητα επιτελείται δημόσια.

IV.

Μέχρι το τέλος της πέμπτης ημέρας του πολέμου στο Ιράν, οι ειδήσεις απεικόνιζαν μια μαζική καταστροφή. Πτώματα το ένα πάνω στο άλλο, διαλυμένες γειτονιές και καταστροφή της βιομηχανικής υποδομής της χώρας.

Ωστόσο, μια μετα-αποκαλυπτική κατάσταση δεν ορίζεται μόνο από την υλική καταστροφή. Χαρακτηρίζεται από μια υπαρξιακή ρήξη. Για τον Χαμίντ και για πολλούς άλλους σαν κι αυτόν, ο κόσμος που κάποτε οργάνωνε το νόημα έχει διαλυθεί.

Όταν το παρόν γίνεται αφόρητο και το μέλλον αδιανόητο, ο χρόνος δεν ξεδιπλώνεται πλέον ως δυνατότητα. Εμφανίζεται αντίθετα ως επανάληψη ή καταστροφή.

Στους Ιρανούς έχει στερηθεί, τόσο από την Ισλαμική Δημοκρατία όσο και από τις κυρώσεις των ΗΠΑ, η δυνατότητα να κατοικούν εντός της ιστορίας που μπορεί να γίνει αντιληπτή: Η πολιτική καταστολή περιορίζει τον εσωτερικό μετασχηματισμό και οι κυρώσεις αποκλείουν την εξωτερική ενσωμάτωση· από κοινού συμπιέζουν την ιστορική δράση.

Κι όμως, μια μετα-αποκαλυπτική κατάσταση δεν αποτελεί μόνο ένα τέλος. Μπορεί επίσης να αποτελέσει τόπο ρήξης με μια άλλη έννοια, ένα σημείο ανάφλεξης όπου η συνέχεια της κυριαρχίας αρχίζει να τρίζει.

Ακόμη και σε μια μετα-αποκαλυπτική κατάσταση, η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Όχι ακόμη.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine