Δημιουργία

Νεκρώσιμη ακολουθία

Όταν ήμουν  10 και περνούσα για πρώτη φορά την καθοδήγηση το πρώτο πράγμα που μας είπε ο υπεύθυνος ήταν το εξής: Να είστε περήφανοι στη μάχη. Να μην φοβάστε το θάνατο. Ο θάνατος είναι λύτρωση. Επιτρέπει στην ψυχή, να αφήσει αυτό το ανίερο σακί με αίμα που αποκαλούμε σώμα και να ανέλθει σε ένα ανώτερο πνευματικό επίπεδο. Εκεί όπου κατοικεί ο δημιουργός μας και ο προφήτης του. Εκεί όπου κατοικούν αυτοί που πέσαν ηρωικά στη μάχη πριν από εμάς και εκεί που θα κατοικήσουν όσοι θα τους ακολουθήσουν. Οι εχθροί μας δεν το ξέρουν αυτό. Φοβούνται τον θάνατο επειδή ο πλούτος έχει διαφθείρει τις ψυχές τους και τα μυαλά τους. Ο ρόλος μας λοιπόν είναι διπλός. Αφενός να κηρύξουμε τον λόγο του Θεού μας και αφετέρου να θυμίσουμε στους ανθρώπους πως ήταν ο κόσμος πριν τον μολύνουν τα πλούτη.

Ποτέ μου δεν ξέχασα τα λόγια του. Κάθε φορά που έβγαινα στη μάχη προσπαθούσα να κάνω αυτό ακριβώς που μας έλεγε. Να λυτρώσω τους ανθρώπους. Λύτρωσα πολλούς. Προσπάθησα να μετριάσω το μίσος που ένιωθα για τους εχθρούς μας με την ευσπλαχνία που έβαλε στη ψυχή μου ο Κύριος. Αλλά μάταια. Κάθε φορά που έβλεπα έναν αντίπαλο, στα μάτια του αντίκριζα τις κραυγές των άμαχων αδελφών μου που έπεφταν νεκροί κατά καιρούς σε βομβαρδισμούς, σε πυρές και σε απαγχονισμούς. Και αναρωτιόμουν αν ο αγώνας μας είναι δίκαιος. Αναρωτιόμουν επίσης αν οι εχθροί μας πίστευαν σε κάποιο θεό. Αν άραγε και πίστευαν από  μια δική τους οπτική γωνία πως μας λυτρώνουν.

Ένας παλιός αδελφός μας έλεγε αστειευόμενος πως ο κόσμος έχει δημιουργηθεί από 2 θεούς. Τον δικό μας Θεό και τον θεό των εχθρών μας. Μας έλεγε πως ο κόσμος που ζούμε είναι μια απέραντη σκακιέρα στις κορυφές της οποίας κάθονται οι 2 θεοί και τοποθετούν τα πιόνια τους, ο ένας εναντίον του άλλου, ποντάροντας πάνω στις ζωές των ζωντανών και των νεκρών με απώτερο σκοπό να κερδίσει φυσικά ο ένας απ’ τους 2. Ήταν καλός άνθρωπος. Θα μου λείψει. Τα αστειάκια του έφτασαν στα αυτιά των ανωτέρων και φυσικά αυτοί έδωσαν και την ανάλογη εντολή. Θυμάμαι και τις τελευταίες του λέξεις. Μου είπε : « Έχω αρχίσει να νομίζω πως η ζωή μας είναι ένα τεράστιο αστείο. Μια μεγάλη αστεία παράσταση. Τα άκρα μας είναι δεμένα με σκοινιά και είμαστε αναγκασμένοι να χορεύουμε σαν γελοίοι για να γελάει ένα ψυχωτικό και άρρωστο κοινό. Χαίρομαι που έστειλαν εσένα για να με λυτρώσεις. Τελευταία δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου ακούω φωνές και ουρλιαχτά. Και φυσικά τα φάρμακα δεν με βοηθάνε καθόλου. Βάλε με για ύπνο, αλήθεια, το έχω ανάγκη.

Δεν ένιωσα τίποτα όταν τράβηξα την σκανδάλη. Ούτε πολυκατάλαβα τα λόγια του. Αυτό ήταν τότε. 20 χρόνια στο πεδίο της μάχης νομίζω είναι πολλά για μένα. Τώρα έχω αρχίσει να ακούω και γω τις φωνές που έλεγε. Αναρωτιέμαι αν είναι οι ίδιες. Αναρωτιέμαι αν είμαστε ίδιοι. Νομίζω πως κουράστηκα και γω. Και θέλω αλήθεια να πέσει η αυλαία σε αυτή την παράσταση. Δεν ξέρω πλέον αν ο Θεός μας με αγαπάει. Αν με αγαπούσε θα είχε διώξει τις φωνές. Μήπως δεν Τον υπηρέτησα καλά? Μήπως έχει θυμώσει μαζί μου? Μήπως με έχει ξεχάσει? Προσπαθώ να Τον βρω, να Του μιλήσω αλλά μάταια…..

Πλέον δεν ξέρω τίποτα. Το μόνο που ξέρω είναι πως είναι ώρα να πέσει η αυλαία. Το μόνο που ξέρω είναι πως η κάνη του όπλου μου είναι κρύα καθώς ακουμπά στο στόμα μου.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Shaggie Rogers