Βιβλίο

Όταν λέμε Σαίξπηρ και Θερβάντες εννοούμε Ποίηση: 400 χρόνια απ’ τον θάνατο του Βάρδου και του Δον Κιχώτη

Τετρακόσια χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Σαίξπηρ διατηρεί μια αίγλη που ελάχιστοι συγγραφείς έχουν. Αυτό θα πει αθανασία, δηλαδή όχι η σωματική αθανασία που ίσως να σε κάνει να απελπίζεσαι με την αιώνια μοναξιά, αλλά αυτή της ψυχής, μέσω της υστεροφημίας. Και να φανταστεί κανείς πως όσο ζούσε δεν ήταν και ο δημοφιλέστερος συγγραφέας. Ναι, ήταν σημαντικός, αλλά όχι ο ξεχωριστός θεμέλιος λίθος της αγγλικής λογοτεχνίας. Μόνο αφού αποτραβήχτηκε ήσυχα στο Stratford upon Avon, την γενέτειρά του, και αφού πέθανε εκεί στη σχετικά μικρή ηλικία των πενήντα δύο χρόνων, ο κόσμος στο Λονδίνο, αλλά και όπου υπήρχε θέατρο, άρχισε να επανεκτιμά τα έργα του. Η δημοφιλία βέβαια δεν είναι απόδειξη αξίας, ωστόσο μπορεί να πει κάποιος πως είναι μια ένδειξη. Ειδικά παλιότερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το αναγνωστικό κοινό ως πιο περιορισμένο ήταν και πιο απαιτητικό, είχε άλλες προσδοκίες από τους συγγραφείς και καλύτερο γούστο. Αν ο Σαίξπηρ καταπιανόταν να γράψει τις «50 αποχρώσεις του γκρι», όχι μόνο δεν θα πούλαγε εκατομμύρια, αλλά θα τον είχαν περιφρονήσει όλοι οι λογοτεχνικοί και θεατρικοί κύκλοι, θα τον είχαν χεσμένο. Γιατί είναι πολύ εύκολο να γράφεις τις σεξουαλικές σου φαντασιώσεις, να καταφεύγεις στην περιγραφή του σεξ και να περιγράφεις σκέψεις και καταστάσεις με στερεοτυπικές εκφράσεις ροζ λογοτεχνίας.

Το όνομα Σαίξπηρ ισοδυναμεί με την δημιουργία και την Ποίηση και τη ζωή, μόνο επειδή έγραψε με μια ποιότητα που παρόμοια της η ανθρωπότητα βλέπει μια φορά τα πεντακόσια χρόνια. Πόσο εύκολο είναι να περιγράψεις τον πραγματικό έρωτα που σου τρώει τα σωθικά και ταυτόχρονα σε γεμίζει με ένα νόημα που ξεπερνά όλες τις δυσκολίες που σου επιφέρει, όπως ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα; Μπορείς να κλείσεις τον κόσμο της πολιτικής και των κοινωνικών προβλημάτων μέσα σε ένα θεατρικό έργο εκατό σελίδων, όπως ο Κοριολανός; Μπορείς να φιλοσοφήσεις τόσο δυνατά που να συζητάνε γι’ αυτό όλοι ύστερα από σένα, να κάνεις το κυρίως πρόσωπο του έργου σου σύμβολο υπαρξιακών προβληματισμών και να μείνει σε όλες τις γλώσσες μια φράση πασίγνωστη “Να ζει κανείς ή να μη ζει”, όπως γίνεται με τον Άμλετ; Μπορείς να καταδείξεις τη σκοτεινιά της ζήλιας που φωλιάζει στον έρωτα, όπως ο Οθέλλος, να σπρώξεις τη φιλοδοξία ως εκεί που δεν υπάρχει γυρισμός για τις επιλογές σου όπως ο Μάκβεθ και ο Ριχάρδος ο Γ’;

Και αν μιλήσουμε πρώτα για τα θέματα και όχι για τα ονόματα, τι να πει κανείς για την πατρική αγάπη απέναντι στα παιδιά του, για τη συμπεριφορά του απέναντι σε αυτούς που τον υπακούνε, για την τρέλα που αρχίζει να καλπάζει όταν όλα ήξερες ότι ήσουν αμφισβητούνται και εκμηδενίζονται; Ο Βασιλιάς Ληρ είναι το μεγαλύτερο έργο του Βάρδου, γιατί συμπυκνώνει όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας, όλα τα θέλω και όλα τα μπορώ, τα παράπονα, τις δόξες και τις πτώσεις. Είναι ένα έργο που μιλάει πολιτικά, για την κατάχρηση της εξουσίας, που μιλάει για όλους.

Ληρ: Έχεις δει μαντρόσκυλο να γαβγίζει ζητιάνο;

Γλόστερ: Μάλιστα αφέντη μου.

Ληρ: Και να τρέχει ο φουκαράς και ο σκύλος να τον κυνηγάει;

Ε, τότε είδες την επίσημη εικόνα της εξουσίας. Κι

Ένας σκύλος ακούγεται άμα είναι της υπηρεσίας-

Ε, συ, βρωμιάρη χωροφύλακα,

Κράτα το χέρι σου το ματωμένο!

Τι τη βαράς αυτή την πόρνη με τον βούρδουλα;

Δείρε τη ράχη σου, γιατί σε καίει λαχτάρα,

Γι’ αυτό που τη βαράς, να το ‘κανες μαζί της.

Το τι είναι η εξουσία και το τι δεν είναι, το ξέρει καλύτερα απ’ όλους ο Ληρ, που έχει βρεθεί και στις δύο πλευρές της ζωής. Και στην κορυφή και στον πάτο. Απ’ τη μέση του έργου κυλιέται στα σκατά της αδιαφορίας των αγαπημένων του, στην απόρριψη και τον χλευασμό. Το πείσμα του σκάει και γάιδαρο. Και γι’ αυτό κάποιος του λέει: “Αχ, καημένε Ληρ, δεν θα ‘πρεπε να ‘χες γεράσει προτού βάλεις μυαλό.” Αυτός είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας στο σαιξπηρικό Σύμπαν.

Τι χαρακτηρίζει το έργο τέχνης και του δίνει την αξία που του αξίζει; Για πολλούς, η διαχρονικότητα. Όχι οι προθέσεις, όχι το μήνυμα που θέλει να περάσει αλλά δεν καταφέρνει να το κάνει, όχι ο ακαταλαβίστικος συμβολισμός. Αν κάποιος αναρωτιέται “τι θέλει να πει ο ποιητής” διαβάζοντας κάτι που φαίνεται πολύ ψαγμένο αλλά δεν βγάζει νόημα, τότε καλύτερα να αφήσει αυτόν τον ποιητή και να πιάσει έναν άλλον. Μάλλον ο ποιητής απέτυχε να εκφράσει αυτό που ήθελε να πει. Ο ελιτισμός των ιδεών δεν επιβιώνει ποτέ, γιατί πάντα θα μένουν πολλοί παραλήπτες έξω από τα όρια της κατανόησης. Στη σύγχρονη εποχή, πολλοί κάνουν ποίηση σκόπιμα ακαταλαβίστικη. Οι ίδιοι δικαιολογούν τον εαυτό τους με την αστεία δήλωση πως καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ τους άλλους, πως είναι πιο ευαίσθητοι και εκφραστικοί, λένε πως πρέπει πρώτα να μορφώσουν τον αναγνώστη, και μετά να βρουν οι ίδιοι τα νοήματα. Ένα κρυφτούλι δηλαδή μεταξύ πρόθεσης, έκφρασης, μετάδοσης και κατανόησης.

Ο Σαίξπηρ, αλλά και ο κάθε μεγάλος συγγραφέας, γίνεται κατανοητός απ’ όλους. Έγραφε τα έργα του απευθυνόμενος κυρίως στον μέσο θεατή της εποχής του, όχι αποκλειστικά στους μορφωμένους γαλαζοαίματους. Και μιλάμε για τον μέσο άνθρωπο του 1600, όχι του 2000, που έχει βγάλει λύκειο, πολύ πιθανό να έχει και μια περαιτέρω ειδίκευση ή ένα μορφωτικό επίπεδο ακόμα μεγαλύτερο. Το 1600 στην Αγγλία ήξεραν να διαβάζουν οι πενήντα απ’ τους εκατό. Μόνον η ελίτ πήγαινε στα πανεπιστήμια. Ο ίδιος ο Σαίξπηρ δεν είχε βγάλει το πανεπιστήμιο. Και γινόταν γι’ αυτόν τον λόγο στόχος των “σπουδασμένων” και των “μορφωμένων”, όλων δηλαδή των σύγχρονων συναδέλφων του, που του αμφισβητούσαν το “δικαίωμα στη σκέψη και την έκφραση” επειδή δεν είχε τα εφόδια και τις περγαμηνές των ακαδημιών.

Όλοι έβρισκαν το χρυσάφι των λόγων που υπάρχει στα έργα του. Οι ψαράδες και οι οπωροπώλες στην αρένα του θεάτρου, οι γαλαζοαίματοι και οι κόμηδες στα μπαλκόνια που βρίσκονταν στον πρώτο και στο δεύτερο όροφο. Όλοι καταλάβαιναν. Κι ας καταλάβαινε ο καθένας μέχρι εκεί που μπορούσε. Γιατί άλλα επίπεδα ανάγνωσης και κριτικής έχει ο μορφωμένος και άλλα ο σχετικά άσχετος με τα θέματα που αναπτύσσονται. Κι όμως, την ελληνορωμαϊκή μυθολογία δε νομίζω να την ήξεραν καλά ούτε οι μισοί από τους θεατές. Αυτός τους τη μάθαινε με ιστορίες που μένουν, και χαρακτήρες που στιγματίζουν μια για πάντα. Ήταν δάσκαλος για τους απλούς και καθηγητής για τους γνώστες.

Δεν έχει μεγάλη σημασία το να αναρωτιέται κάποιος αν όντως ήταν ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ αυτός που έγραψε τα έργα που κυκλοφορούσαν με το όνομά του. Γιατί να μην ήταν δηλαδή; Επειδή κάποιοι βλέπουν ειδικές γνώσεις που δεν είχε λόγω της έλλειψης σπουδών; Και τι μ’ αυτό; Όλοι ξέρουν πως οι λογοτεχνικοί κύκλοι είναι ένα μελίσσι διακίνησης γνώσεων, απόψεων, πληροφοριών. Είναι τόσο απίθανο να είχε μάθει από εκεί ό, τι του στερούσε η ταπεινή του καταγωγή; Αλλά κι απ’ την άλλη, κι αν δεν ήταν αυτός που τα έγραψε; Μήπως αυτό μειώνει την αξία των γραπτών τους; Για κάθε μεγάλη προσωπικότητα υπάρχει ο μύθος της σκοτεινιάς γύρω απ’ την ταυτότητα του, από τον Όμηρο, τον Σωκράτη, τον Ιησού, τον Απολλώνιο τον Τυανέα, μέχρι τον Σαίξπηρ. Είναι δελεαστικό να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες που θα μείνουν μια για πάντα ανολοκλήρωτες και αναπάντητες.

Ο Σαίξπηρ είναι επίκαιρος γιατί ανήκει σε όλους τους καιρούς, η ποίησή του είναι επίκαιρη γιατί εκφράζεται με επιτυχία σε διαχρονικά θέματα. Έρωτας, θάνατος, εξουσία, ζήλια, αλαζονεία, αγάπη, κυριαρχία, συντροφικότητα, φιλία, παρελθόν, μέλλον. Αν δεν εκφραζόταν με παγκοσμιότητα και συμπυκνωμένο αφηρημένο αλλά και συγκεκριμένο λόγο, θα ήταν άλλο ένα όνομα στην ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας. Από αυτά που τα μαθαίνουμε παπαγαλία μαζί με άλλα πενήντα, και ύστερα από μισή ώρα τα ξεχνάμε. Αλλά ακόμα και τα καλύτερα πράγματα, τα πιο χρήσιμα και ουσιώδη, γίνονται ανυπόφορα όταν επιβάλλονται με το στανιό, ειδικά σε μικρές ηλικίες. Και αυτό γινόταν με το εκπαιδευτικό σύστημα στην Αγγλία, που δίδασκε Σαίξπηρ σε δωδεκάχρονα παιδιά. Έργα που θέλουν τον χρόνο τους για να τα απολαύσεις και να τα σκεφτείς, πιέζονταν σε μερικές ώρες γρήγορης ανάγνωσης και σχολαστικής κριτικής από τους δασκάλους της Βικτωριανής εποχής. Τα παιδιά εννοείται μίσησαν τον πιο σπουδαίο συγγραφέα τους. Και δεν είχαν άδικο. Έτσι όπως γινόταν το μάθημα, ήταν φυσικό επόμενο να γίνει αυτό. Έτσι όπως όταν επιβάλλεις σε έναν νέο να κρατήσει τις σεξουαλικές του ορμές· από φυσική αντίδραση θα αυνανίζεται πέντε φορές τη μέρα όπου σταθεί κι όπου βρεθεί.

Έτσι μίσησαν τον Σαίξπηρ γενιές και γενιές άγγλων μαθητών. Γιατί τους τον επέβαλλαν με την πιο λανθασμένη προσέγγιση. Έτσι όπως εμείς εν πολλοίς μισούμε τα  αρχαία ελληνικά. Και έτσι όπως σε άλλες χώρες μισούνε τον κομμουνισμό, ή τον χριστιανισμό ή τον καπιταλισμό και πάει λέγοντας. Και φτάνουμε στο σημείο να μην ξέρουμε τίποτα, από αντίδραση σε κάποιους τιποτένιους που ήθελαν να μας μεταδώσουν κάτι ασύγκριτα υψηλότερο απ’ τον εαυτό τους. Που επειδή δεν μπορούσαν να το καταλάβουν ούτε οι ίδιοι, το διαστρέβλωναν στη δική τους μικρότητα και το σέρβιραν κομματιασμένο και άχαρο.

θερβ

Κλείνοντας αυτό το άρθρο που αφιερώνεται στον Σαίξπηρ, θα ήθελα να πω επίσης πως μία μέρα πριν τον Σαίξπηρ, στις 22 Απριλίου δηλαδή, πέθανε σε μια άλλη χώρα, ο πρώτος, αλλά ίσως και ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες άφησε την τελευταία του πνοή στη Μαδρίτη της Ισπανίας στις 22 Απριλίου του 1616 σε ηλικία εξήντα εννέα ετών. Ό, τι ήταν ο Σαίξπηρ για το θέατρο και την ποίηση και τη λογοτεχνία μιας γλώσσας, της αγγλικής, ήταν και ο Θερβάντες για την ισπανική. Κρίμα που ποτέ δεν κατάφεραν να συναντηθούν αυτά τα κορυφαία πνεύματα, να κάτσουν να ανταλλάξουν τον κόσμο με τις λέξεις τους. Τους φαντάζομαι να συζητούν με ελάχιστες λέξεις σε μια βόλτα κοντά στη θάλασσα· με ελάχιστες, γιατί θα καταλαβαίνονταν απόλυτα μέσω της σιωπής. Θα περπάταγαν μαζί και θα άκουγαν τους ήχους των κυμάτων. Ό, τι εμπόδια θα τους έβαζε η γλώσσα θα τα κάλυπτε η σιωπή των σοφών. Δύο παράλληλοι κόσμοι στις δύο άκρες της Ευρώπης.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Π.Βρεττάκος

Π.Βρεττάκος