Βιβλίο

Προδημοσίευση: Το φως αναλύεται σε χρώματα

από kaboomzine

Ο Γιάννης Καμπουράκης, ο συνεργάτης μας που μας χάρισε την πολύ όμορφη σειρά κειμένων Ταξιδιωτικά Ημερολόγια, εκδίδει αυτές τις μέρες το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο Το φως αναλύεται σε χρώματα από τις εκδόσεις Κέδρος.

«Το φως αναλύεται σε χρώματα» πειραματίζεται με τις έννοιες του χρόνου, της ιστορίας, του μοιραίου και του απραγματοποίητου.  Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τη ζωή ενός φοιτητή στο Παρίσι, με κεντρομόλο δύναμη την καλειδοσκοπικού τύπου ενδοσκόπηση του αφηγητή.  Όπως το φως, μέσα από το πρίσμα, αναλύεται σε χρώματα, έτσι και ο βασικός χαρακτήρας αναλύεται μέσα από αληθινές και πλασματικές ιστορίες στα συστατικά του στοιχεία.

Η αναζήτηση μιας νίκης ενάντια στην προσωρινότητα μας μεταφέρει στη Ρωσία του 19ου αιώνα και στο μυστικό του μυστηριώδους Ιβάν.  Στην ταραγμένη Αθήνα, η επαναλαμβανόμενη μορφή της Δανάης ενσαρκώνει την ανάγκη για δικαιοσύνη σε μια κοινωνία φόβου και καταπίεσης.  Στον ηλιόλουστο γαλλικό νότο, η Κατερίνα ξεκινά μια δύσκολη πορεία αυτογνωσίας που καθρεφτίζει τον αγώνα για ενηλικίωση και ασυμβίβαστο αυτοπροσδιορισμό.

Ιστορίες που συνδέονται συνειρμικά κι αποτελούν το όχημα για τη δημιουργία μιας νωπογραφίας της εποχής μας, ιδωμένης μέσα από τα μάτια αυτών που καλούνται να τη δαμάσουν.  Γιατί αυτό είναι και το κλειδί του βιβλίου: είναι μια χαρτογράφηση των αδιεξόδων της γενιάς που μοιάζει να συνθλίβεται ανάμεσα στο φόβο και την έλλειψη ελπίδας.  «Το φως αναλύεται σε χρώματα» ακολουθεί μια ριζοσπαστική δομή και μια ρηξικέλευθη αντιμετώπιση του χώρου, του χρόνου και των προσώπων ως εσωτερικευμένα είδωλα.

Πρόκειται για ένα έργο πολυεπίπεδο που καλεί τον αναγνώστη να είναι ανοιχτός σε μια συναισθηματική-μυσταγωγική ανάγνωση κι όχι απλώς σε μια ορθολογική εμπειρία.

Ας δούμε μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο, για να πάρουμε μια ιδέα:

Τα αεροδρόµια είναι χώροι αινιγµατικοί. Συγκεντρώνουν ανθρώπους απ’ όλο τον κόσµο, καθώς και συναισθήµατα έντονα και, µε µια πρώτη µατιά, αντιφατικά. Η λύπη του αποχαιρετι- σµού, η χαρά της επιστροφής, η αγωνία µιας µελλοντικής πρό- κλησης, η µελαγχολία της επιστροφής, η αποφασιστικότητα του γυρισµού, τα δάκρυα, τα γέλια, τα τελευταία λόγια, τα λόγια που µένουν εν τέλει κρεµάµενα και δε λέγονται ποτέ. Οι τεράστιοι χώροι που περπατάς και σκέφτεσαι πού πας ή από πού έρχεσαι αποτελούν τις πρώτες εικόνες µετά τους αιθέρες, κάτι σαν µια πρώτη φωλιά ύστερα από τη γέννηση. Θα µπορούσε ίσως κάποιος να πει, µε µια δόση υπερβολής, είναι αλήθεια, πως τα µεγάλα ταξίδια είναι σαν τη γέννηση: ένας καινούργιος άνθρωπος θα επιστρέψει κάποτε στο αεροδρόµιο απ’ όπου ξεκίνησε χρόνια πριν, ένα ξηµέρωµα δύσπεπτο και ανεµοδαρµένο. Η πτήση είναι ο τοκετός σε αυτή τη διαδικασία εσωτερικής µεταστροφής και τα συναισθήµατα είναι έντονα ακριβώς επειδή, ενδόµυχα, όλοι έχουµε υπόψη µας ότι αυτόν που φεύγει δε θα τον ξαναδούµε ποτέ. Γι’ αυτό όµως και τα συναισθήµατα δεν είναι τόσο αντιφατικά. Το υπόστρωµα είναι κοινό και οι αντιθέσεις του αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας ουσίας, της δραµατικής και συνάµα επικής στιγµής του θανάτου του παλιού και της βεβαιότητας της γέννησης του νέου.

***

Υπάρχουν στιγµές που οι ζωές µοιάζουν ακατάληπτες. Λες και είναι βγαλµένες από άλλο πλανήτη, λες και δεν είναι οι δικές µας αυτές που ζούµε και ξέρουµε. Οι αποφάσεις γίνονται στιλέτα που µπήγονται στο παρελθόν και οι άνθρωποι συνεχίζουν να προχωρούν τρεκλίζοντας, προσπαθώντας να βρουν εκ νέου το βηµατισµό τους. Και όλη αυτή η διαδικασία ονοµάζεται ωρίµανση ή ενηλικίωση και όσοι την έχουν βιώσει δεν την ξεχνούν ποτέ γιατί είναι βάναυση και σκληρή και χαράσσεται στο κορµί τους σαν ουλή. Η στιγµή που ο Ιβάν Πέτροβιτς έφυγε ήταν µια τέτοια στιγµή. Γιατί δεν ήταν µόνο ο θάνατος των γονιών του, δεν ήταν µόνο ένα τέλος που τον ώθησε να ξεκινήσει αυτόν τον κύκλο οµόκεντρων ιστοριών που µας έχουν οδηγήσει εδώ – και ίσως συνεχίσουν να επεκτείνονται στο µέλλον σαν δαχτυλίδια στην επιφάνεια του νερού –, ήταν και µια ασίγαστη ορµή για εξερεύνηση, ήταν µια ενδιάθετη τάση να ανακαλύψει τον κόσµο και να φτιάξει έναν δικό του κόσµο από το µηδέν, έναν κόσµο που έµελλε εν τέλει να καλύψει µερικώς και το δικό µου κόσµο, αποδεικνύοντας έτσι πως µια απόφαση, οσοδήποτε µικρή, καθορίζει την ανθρώπινη ιστορία.

***

[…] Έτσι κι εκείνο το βράδυ, περπατώντας και πάλι στα βρώµικα απόνερα που αράδιαζαν µικρές κηλίδες απόγνωσης στο ανάγλυφο της Πανεπιστηµίου, απέναντι απ’ τα Προπύλαια, πηγαίνοντας σ’ ένα άλλο είδος γιορτής αυτή τη φορά, σταυρώσαµε τα χέρια και προσπαθήσαµε να κοιτάξουµε τον ουρανό στην απόκοσµη σιωπή του. ∆εν είχε περάσει τόσος καιρός από εκείνο το Σάββατο του ∆εκέµβρη, ήταν µόλις λίγα χρόνια [...]

Σαν σκοτεινό ποτάµι κινούµασταν στα αυλάκια της αρχαίας πόλης µας. Η πόλη είχε γίνει και δική µου πλέον, κάθε πόλη ήταν πατρίδα µου. Από πάνω µας φέγγιζε ο Παρθενώνας κι από κάτω ο Ηριδανός και τα αρχαία ρεύµατα µετάγγιζαν στάλες του χθες. Μια πορεία, πιο σύντοµη απ’ όσο θα περίµενε κανείς, οδήγησε, σαν τους δείκτες του ρολογιού, σ’ αυτό τον σύγχρονο Επιτάφιο, όπου µαζί µε τον νεκρό περιφέραµε τις ελπίδες και τις προσευχές µας για έναν αλλιώτικο κόσµο. Σαν νεκρώσιµη ακολουθία, οι ψευδαισθήσεις µας κατέρρεαν αφήνοντας ένα κενό, µια µαύρη τρύπα έτοιµη να καλυφθεί από την οργή και τη βία.

***

Η Κατερίνα Αντρέγιεβνα ήταν η αινιγµατική γυναίκα του Ζαν Μαρέ, του υψηλόβαθµου στρατιωτικού του γαλλικού στρατού, γόνο παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας, που δολοφονήθηκε εκείνο το σιωπηρό βράδυ του Φλεβάρη. Ένας φόνος που προκάλεσε αναταραχή και ποικίλα σχόλια, καθώς το θύµα έχαιρε αξιοσηµείωτης εκτίµησης και σεβασµού. [...]

Η ζωή τους κυλούσε αρµονικά, δίχως ευτράπελα και τσακωµούς. Υπήρχε µονάχα ένα πρόβληµα, µια µελανή κηλίδα στον κατά τ’ άλλα αξιοζήλευτο βίο τους: η Κατερίνα Αντρέγιεβνα δεν ήταν ευτυχισµένη.

---

«Πίστευα πως η ιστορία θα συνεχίσει να πηγαίνει προς τα µπροστά. Πως η πρόοδος είναι η φυσική εξέλιξη, κάτι σαν ένα δέντρο που µεγαλώνει σταθερά, εκπληρώνοντας το σκοπό που η φύση του έχει ορίσει. Αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είµαστε προορισµένοι για κάτι. Όλα διακυβεύονται. Αυτή είναι µια δραµατική συνειδητοποίηση».

Ο καπνός απ’ το τσιγάρο του και η βραχνιασµένη φωνή του, στις τελευταίες προσπάθειες του ήλιου να συγκρατήσει τη γη που περιστρεφόταν ελεύθερα. «∆εν είµαστε προορισµένοι για κάτι;» επανέλαβε εκείνη χαµηλόφωνα.

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 15 Απριλίου,  στις 19.00 στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει στην Ακαδημίας. Περισσότερες πληροφορίες στο event.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine