Βιβλίο

Προς μια γενεαλογία του συναισθηματικού καπιταλισμού: για την Ψυχρή τρυφερότητα της Eva Illouz

kaboomzine
από kaboomzine

της Μαριαλένας Παπαβραμίδου

Η Eva Illouz, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, το 2007 γράφει το βιβλίο Ψυχρή Τρυφερότητα: Η άνοδος του συναισθηματικού καπιταλισμού, με κύριο αντικείμενο την εντατικοποίηση των συναισθημάτων στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Μέσα από μια πλούσια μελέτη διανθισμένη με επιχειρήματα από σύγχρονες έρευνες στην ψυχολογία και σε άλλους τομείς, από την πορεία κοινωνικών κινημάτων και τη μελέτη κοινωνιολογικών δικτύων, η Illouz επιχειρεί να αναδείξει την προϊούσαταύτιση της συναισθηματικής και της δημόσιας ζωής των μεσοαστικών στρωμάτων και την εγκατάσταση αυτού του κράματος στην καρδιά της οικονομικής σφαίρας. Η ψυχρή τρυφερότητα έγκειται ακριβώς σε αυτή τη «συγχώνευση μέσα στον 20όαιώνα, των ρεπερτορίων της αγοράς και των γλωσσών πάνω στον εαυτό» (σελ. 165). Τα συναισθήματα αυτονομούνται από τους πομπούς και μπαίνουν σε μια διαδικασία συνεχούς σφυρηλάτησης σύμφωνα με τις ανάγκες συγκεκριμένων οικονομικών στόχων. Ο σύγχρονος «πετυχημένος» μεσοαστός αναγνωρίζεται από την ακόρεστη επιθυμία του για βελτίωση, αλλαγή του εαυτού και αυτοπραγμάτωση, διαδικασίες που οικοδομούνται πάνω στη λογική της δεδομένης ψυχικής του έλλειψης και ανεπάρκειας (σελ. 165). Η δημόσια ζωή όχι μόνο δεν είναι στεγνά ορθολογική και αποκομμένη από συναισθηματικές διαπλοκές, όπως ισχυρίζεται η επικρατούσα καπιταλιστική αυτοαφήγηση , αλλά επιπρόσθετα ανάγει τις προσωπικότητες των πολιτών σε αντικείμενα και υποκείμενα διαρκούς (αυτο)αξιολόγησης, συμπλέκοντας συναισθηματικά ρεύματα, πολιτιστικές εμπειρίες και ηθικοπλαστικούς μηχανισμούς σε διάφορες παραλλαγές.

Το έργο οργανώνεται σε τρία ημιαυτόνομα μέρη-κεφάλαια που μπορούν να διαβαστούν ξεχωριστά, καταφέρνουν όμως συνολικά να περιγράψουν πολυπρισματικά τη σύγχρονη εικόνα του «συναισθηματικού καπιταλισμού». Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας, με αφορμή το την οικονομική πρόοδο που σημειώθηκε με την εισαγωγή ψυχολόγων στους βιομηχανικούς χώρους εργασίας, στις Η.Π.Α. του 20ού αιώνα, διαπιστώνει την εδραίωση ενός ολόκληρου καινούργιου «συναισθηματικού στυλ» της εποχής μας, τουτέστιν μιας συγκεκριμένης λογικής διαχείρισης καταστάσεων, συμπεριφορών, φαινομένων που περιλαμβάνουν την άμεση εμπλοκή συναισθημάτων. Μιλά συγκεκριμένα για την επιρροή της ψυχανάλυσης (επιρροές από τον περασμένο ακόμα αιώνα με τη συμβολή αρχικά του Φρόιντ κ.ά.), και τις απαρχές των πρακτικών εφαρμογών της σε εμπορικές επιχειρήσεις με σκοπό φυσικά, το καθαρό κέρδος.

Οι εργάτριες που παίρνουν μέρος στις θεραπευτικές συνεντεύξεις-πειράματα, βοηθούν στην ουσία άθελά τους να εδραιωθεί αυτή η θεραπευτική κουλτούρα που βασίζεται στη συναισθηματική και ψυχολογική απελευθέρωση του ατόμου, με κρυφή διττή σημασία την κάλυψη των προσωπικών του εσωτερικών αναγκών και την αύξηση της εργασιακής παραγωγικότητάς του. «Από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι μάνατζερς ζητούσαν από τους ψυχολόγους να δώσουν λύσεις για το πρόβλημα της πειθαρχίας και της παραγωγικότητας μέσα στην επιχείρηση» (σελ. 29). Μέσα από την επιστράτευση της ως τότε απευθυνόμενης στο ιατρικό πεδίο ψυχοθεραπευτικής μεθόδου, ανακαλύπτεται προς έκπληξη (;) των ψυχολόγων πως οι εργαζόμενες «κουβαλούν» τα συναισθηματικά τους φορτία στη δουλειά, και συνεπώς, η βελτίωση της ψυχικής τους κατάστασης μεταφράζεται αυτόματα σε αύξηση της παραγωγικότητας. Άρα, μια κοινωνική και συναισθηματική λειτουργία μπαίνει πλέον στο επίκεντρο της οικονομικής ζωής ολόκληρης της κοινωνίας. «Ενώ λοιπόν η βικτωριανή συναισθηματική κουλτούρα διαχώρισε […] τον άξονα της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, η θεραπευτική κουλτούρα του 20ού αιώνα […] μετέστρεψε τη συναισθηματική ζωή σε βασικό στοιχείο του εργασιακού χώρου» (σελ. 35).

Δεν είναι τυχαίο πως όλη αυτή η διαδικασία ξεκινάει μέσα από γυναικείες ζωές, αφού εν τέλει αυτό που επιστρατεύεται ως όχημα οικονομικής και κοινωνικής προόδου είναι συγκεκριμένες –παραδοσιακά θηλυπρεπείς– ιδιότητες. Ο ερμηνευτικός πλούτος του βιβλίου, όμως, έγκειται στο γεγονός πως δεν βασίζεται σε μονοσήμαντες αναγνώσεις των γεγονότων. Λόγου χάρη, η ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος στην αμερικανική κοινωνία φέρεται επίσης ως θεσμός που έθεσε στη φαρέτρα της καπιταλιστικής προόδου τις έννοιες της ατομικής απελευθέρωσης, της ανεξαρτητοποίησης και της συναισθηματικής ελευθερίας (στον βαθμό που συμπίπτουν με την αυτοβελτίωση της επιστήμης της ψυχολογίας). Αξίες όπως η επικοινωνία και η διάθεση για συνεργασία, η συναισθηματική νοημοσύνη και η δυνατότητα ενσυναίσθησης ξεπερνούν, λοιπόν, τα έμφυλα στερεότυπα και τη χρήση τους στην ιδιωτική σφαίρα και προσφέρονται σε «πακέτο-προφορά» μαζικής κλίμακας, ως κριτήρια εργασιακής ανέλιξης και αξιολόγησης.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου θίγει τη διαδικασία της σύγχρονης εννοιολογικής δόμησης και το ιστορικό πλαίσιο μέσω του οποίου αναδείχθηκαν οι έννοιες της αυτοΐασης, της αυτοβοήθειας και της θεραπείας σε κεντρικά δημόσια και οικονομικά ζητήματα. Η βιομηχανία της ψυχολογίας, δημοφιλή talk shows, οι βετεράνοι του Βιετνάμ στην αμερικανική κοινωνία, το φεμινιστικό κίνημα, οι φαρμακευτικές εταιρείες, το ίδιο το κράτος ως θεσμός, διαμορφώνουν αλληλοσυμπληρωματικά την ανάγκη για ένα νέο είδος εσωτερικής υγείας και ευεξίας, συγκροτώντας παράλληλα έναν καταναλωτή για το αντίστοιχο κενό που εντοπίστηκε στην αγορά, τον εργαζόμενο με τα όποια εσωτερικά του προβλήματα.

Η ελληνική έκδοση του βιβλίου, από τις εκδόσεις opposito

Η συγγραφέας δεν διστάζει να καταγγείλει σχεδόν πως οι ίδιοι κύκλοι που προωθούν το αφήγημα της αυτοβοήθειας και της αυτοβελτίωσης είναι συχνά και εκείνοι που επωφελούνται από την εξάπλωση των ψυχικών νοσημάτων: «…[η εξάπλωση του καταλόγου των ψυχικών νοσημάτων] εξυπηρέτησε και τα συμφέροντα μιας μεγάλης κατηγορίας κλινικών εργαζομένων όπως ψυχιάτρων, κλινικών ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, αλλά και ασφαλιστικών εταιρειών που ήθελαν να ελέγχουν στενά τον κλάδο της ψυχικής υγείας, και των φαρμακευτικών εταιρειών, που ήταν πρόθυμες να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά των συναισθηματικών και ψυχικών ασθενειών» (σελ. 97). Η ανάγκη για ενδοσκόπηση, για αναζήτηση της πηγής του προσωπικού κακού, της πορείας προς την αυτοβοήθεια, οι ρίζες των οποίων αναζητούνται γενικά στο δράμα και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και οικογενειακής ζωής, συνοψίζονται από τη συγγραφέα μέσω της κατατοπιστικής ρήσης του Robert Hughes, «η κουλτούρα μας γίνεται ολοένα και πιο εξομολογητική, και κυριαρχεί η δημοκρατία του πόνου» (σελ. 91).

Η Illouz δεν διστάζει να εξετάσει τις δομές εξουσίας και να θέσει τα ζητήματα με όρους κριτικής στον καπιταλισμό, αναφέροντας πως όλη αυτή η κοινωνική τάση δημιουργούσε ανεκμετάλλευτες πηγές πλούτου για τη βιομηχανία της ψυχικής ανάκαμψης – είτε αυτό εξυπηρετεί τις φαρμακοβιομηχανίες, είτε απλά talk shows που αναζητούν το επόμενο δακρύβρεχτο δράμα, είτε τους ανερχόμενους ψυχιάτρους με ανιδιοτελή διάθεση για εργασία. Εν ολίγοις, χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο του Bourdieu, η συναισθηματική ικανότητα αυξάνει το κοινωνικό κεφάλαιο του ατόμου· από ψυχική σκοπιά συνεισφέρει στην εύρεση του πραγματικού εαυτού, ενώ από οικονομική σκοπιά καθιστά τα άτομα πιο ικανά, παραγωγικά, αποτελεσματικά.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου σκιαγραφεί πολύ παραστατικά την κοινωνιολογία του έρωτα στην ψηφιακή εποχή ή τη νεωτερική ψυχολογία του έρωτα ή απλά τον ψηφιακό έρωτα σε σχέση με τη χρήση και δράση συναισθηματικών λειτουργιών. Φαντασιώσεις και απογοητεύσεις, παιχνίδια ψηφιακού εντυπωσιασμού, ή ακόμη η αναζήτηση συντρόφου εντός μιας αλγοριθμικής λογικής αποτυπώνουν τη σύγχρονη τάση εύρεσης του «άλλου μισού» μέσω ψηφιακών πλατφορμών. Στον βωμό της οικονομίας χρόνου αλλά και της αποτελεσματικότητας, τα υποκείμενα καλούνται να ποσοτικοποιήσουν κάθε τους προσόν και (ελκυστικό) χαρακτηριστικό, υποβάλλοντας την ατομικότητά τους σε διαρκή αυτοαξιολόγηση και συνεπώς υποβαθμίζοντάς τη σε προϊόν ενός ερωτικού ψηφιακού σουπερμάρκετ.

Πρόκειται κατά τη γράφουσα για μια διαδικασία η οποία αποστερεί από τον έρωτα τον αστάθμητο παράγοντα της απρόβλεπτης σεξουαλικής-ερωτικής έλξης (δεδομένου ότι η ανθρώπινη ψυχοσύνθεση είναι αδύνατο να αναλυθεί πλήρως στα συστατικά της), δηλαδή για τον πλήρη εξορθολογισμό της διαδικασίας επιλογής συντρόφου μέσω ενός «κειμενοποιημένου» ψηφιακού εαυτού, που φιλτράρει το «ανθρώπινο» και το αντικαθιστά με το αυτόματο. Διαρκής ανταγωνισμός και ψυχοφθόρες διαδικασίες σύγκρισης της αυτοεικόνας και του δυνητικού συντρόφου. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται, ο έρωτας έχει να κάνει με τη φαντασία, με την παραμορφωτική και ασύμμετρη μοναδικότητα αντίληψης της πραγματικότητας, με την εξιδανίκευση και τη διαίσθηση μιας αόριστης γοητείας του άλλου/ης, μηχανισμοί που μπαίνουν σε «λειτουργία πτήσης» όταν η εργαλειακή λογική της αγοράς εισβάλλει στο πεδίο της αγάπης και του σεξ. «Η υπερβολική πληροφορία μειώνει αντί να αυξάνει την ικανότητά μας να λάβουμε μια γρήγορη απόφαση που θα καθορίσει την ερωτική έλξη» (σελ. 160). Όλες αυτές οι συγχωνεύσεις ανάμεσα στον εαυτό και τη λογική της αγοράς είναι ακριβώς ο «συναισθηματικός καπιταλισμός». Μέσα του, η εικόνα του εαυτού εντάσσεται σε ένα λεξιλόγιο και μια λογική της δημόσιας οικονομικής ζωής.

Συνολικά, η Ψυχρή Τρυφερότητα είναι ένα βιβλίο αξιοσημείωτο για τη διεισδυτική του ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση και τις μοναδικές (και φαινομενικά οξύμωρες) νοηματικές συνδέσεις που αναδεικνύει μεταξύ ποικίλων χρονικοτήτων, τόπων και κοινωνικών σφιαρών και δραστηριοτήτων. Ο τρόπος αναφοράς σε πράγματα μικρά και καθημερινά, σε ενδόμυχες σκέψεις, συνδυαστικά με μια συνοπτική σκιαγράφηση της σύγχρονης πολιτικής κοινωνιολογίας του ψυχισμού, προσφέρουν ένα εναλλακτικό ερμηνευτικό πλαίσιο σε φαινόμενα που έχουν φυσικοποιηθεί για την πλειονότητα της σύγχρονης διανόησης. Και μάλιστα το πλαίσιο αυτό, δεν προσφέρεται με τρόπο εκβιαστικό προς αντίθετες αντιλήψεις της κοινωνικής πραγματικότητας από τον αναγνώστη. Αλλά μάλλον η Illouz, πιστή στην εκπαιδευτική της ιδιότητα, επιχειρεί να προσφέρει διάφορες σύγχρονες πολιτικοοικονομικές συνδέσεις στο μυαλό του αναγνώστη, προσφέροντάς του νέα ερμηνευτικά φίλτρα σε μια εποχή που συχνά φαίνονται χρήσιμα.

Ωστόσο, όπως σημειώνει σε μια πυκνή στιγμή του βιβλίου και η ίδια η συγγραφέας, εάν η πρόκληση σε περασμένες καπιταλιστικές κοινωνίες ήταν η ικανότητα διάκρισης –η διατήρηση της κριτικής ικανότητας–, η ανερχόμενη πρόκληση στη σφαίρα των σημερινών πολιτικών δυνατοτήτων είναι η διατήρηση της ίδιας εγρήγορσης και οξυδέρκειας σε έναν κόσμο που οι προηγούμενες διακρίσεις μετακινούνται, μεταλλάσσονται, εξελίσσονται και διεισδύουν σε ερεθίσματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν κρυφά ή μάλλον βαθιά προσωπικά.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine