Θεωρία

Συναισθηματικοί καπιταλισμοί

kaboomzine
από kaboomzine

των Pascale Molinier & Sandra Laugier

μετάφραση: Αργυρώ Φραγκή

Η επιστροφή των αισθημάτων και των συναισθημάτων στο θεωρητικό προσκήνιο («επιστήμες του αισθήματος», κοινωνιολογία των συναισθημάτων, ηθική της φροντίδας…) καθιστά καλύτερα ορατό και κατανοητό το φαινόμενο της εμπορευματοποίησης των συναισθημάτων, τον «συναισθηματικό καπιταλισμό». Η πρόκληση που θέτει μια κοινωνία της φροντίδας αφορά την ικανότητα του καθενός να αντιστέκεται στην εμπορευματοποίηση, όχι μέσω των μορφών ατομικισμού που σχετίζονται με τη σαγήνη της αγοράς, αλλά μέσω της προστασίας και της φροντίδας των άλλων.

***

Η εμφάνιση μιας ηθικής διαμορφωμένης με μια διαφορετική φωνή (Gilligan), που εκφράζεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων από μια θηλυκή φωνή, θέτει εκ νέου το ερώτημα του ρόλου των συναισθημάτων στην καθημερινή ζωή. Η επέκταση των ατομικών υπηρεσιών δίνει μια οικονομική διάσταση στη διαχείριση των συναισθημάτων. Η φροντίδαπροστάζει να κάνουμε για τους άλλους αυτό, που δεν έχουν, ή δεν έχουν πλέον, την ικανότητα να κάνουν και που απαιτείται από μια βαθιά πεποίθηση, αλλά και από την αναζήτηση για τα προς το ζην.

Με αυτή την καθημερινή σύλληψη της ηθικής, το φρόνημα δεν θεμελιώνεται πάνω σε καθολικές αρχές, αλλά αφορμάται από ηθικές εμπειρίες και από συναφή με την καθημερινότητα συναισθήματα, που δεν προκύπτουν μόνο από την πράξη που αρμόζει, αλλά και από το ταιριαστό συναίσθημα. Η ηθική της φροντίδας ενδιαφέρεται να υπονομεύσει καλά εγκατεστημένες ιεραρχίες, πνευματικές και κοινωνικές, και να δείξει ότι τα ηθικά συναισθήματα των γυναικών και γενικά όσων βρίσκονται χαμηλά στην ιεραρχία, αποτελούν έναν αγνοημένο ηθικό πλούτο. Οι ηθικές της φροντίδας προτείνουν να δίνεται τώρα προσοχή σε αχαρτογράφητες λεπτομέρειες της ζωής και σε στοιχεία που φανερώνουν τη σύνδεση ανάμεσα στην έλλειψη προσοχής που δείχνουμε σε αγνοημένες πραγματικότητες και ΄στην έλλειψη θεωρίας που να αφορά (ή, αμεσότερα, τη θεωρητική απόρριψη) αυτά τα «αορατοποιημένων» κοινωνικών πραγματικοτήτων (P. Molinier), που αναμειγνύουν τις συναισθηματικές με άλλες σχέσεις.

Η ιδέα του «συναισθηματικού καπιταλισμού» που πρότεινε η Arlie Hochschild είναι μια δυνατή συνεισφορά στην κοινωνιολογική και πολιτική ανάλυση των λεγόμενων ανεπτυγμένων ή καταναλωτικών κοινωνιών μας. Ο καπιταλισμός δεν παράγει μόνο αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και συναισθήματα και μορφές σχέσεων όπου η συναισθηματικότητα διαπλέκεται με το αγοραίο στοιχείο. Προκύπτουν εμπόδια και τροποποιήσεις στις σχέσεις φροντίδας εξαιτίας της «υπερχείλισης της αγοραίας σκέψης» στην προσωπική σφαίρα. Τα συναισθήματα, με βάση την Arlie Hochschild, δεν προέρχονται από μια εγγενή  βιολογική δομή ή από μια ψυχοσεξουαλική κατασκευή· τα συναισθήματα διαμορφώνονται κοινωνικά εντός των σχέσεων και ανταποκρίνονται σε κανόνες αισθημάτων, εκτός εάν τους παραβιάζουν.

Οι τρόποι να εκφράζουμε τη φροντίδα μας για τους άλλους και για την ευημερία τους στις προσωπικές σχέσεις μεταμορφώνονται με την επίδραση της πολιτιστικής επιρροής της αγοράς και με την διευρυνόμενη κατάτμηση των δραστηριοτήτων στις λεγόμενες ατομικές υπηρεσίες. Το παράδειγμα των ανθρώπων που βγάζουν βόλτα τους σκύλους ως εργασία, που συναντιέται συχνά στο αστικό περιβάλλον, είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικό. Θέλουμε τους σκύλους για να επωφεληθούμε από την τρυφερότητά τους και τη θέρμη τους, αλλά δεν έχουμε τον χρόνο να ασχοληθούμε μαζί τους, να καλύψουμε τις ανάγκες τους για κίνηση, για καθαρό αέρα και για συντροφιά. Έτσι πληρώνουμε ανθρώπους για να τους φροντίζουν αντί για εμάς, με αποτέλεσμα η σχέση που δημιουργούμε με τους σκύλους μας  ταυτόχρονα γίνεται πιο απόμακρη (έχουν λιγότερη οικειότητα μαζί μας) και επικεντρώνεται στις μέρες και τις στιγμές που μας ευχαριστεί να ασχολούμαστε μαζί τους. Η ύπαρξη αυτών των ζώων καθορίζεται έτσι από το πρόγραμμά, τις επιθυμίες και τη διαθεσιμότητά μας συντηρούνται «στην υπηρεσία μας».

Μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον «σκύλο» με το «παιδί», όπως δείχνει και η Arlie Hochschild, κυρίως με το παράδειγμα της εξωτερικής ανάθεσης σε επαγγελματίες διοργανωτές παιδικών γενεθλίων, ή ακόμα με το παράδειγμα όπου οι καταναλωτές που προέρχονται από πλούσιες χώρες μπορούν να προπληρώσουν μια εγκυμοσύνη και ένα ετοιμοπαράδοτο μωρό σε γυναίκες από φτωχές χώρες. Χρησιμοποιούμε την έκφραση «προπληρωμένη» γιατί έτσι λέγονται στην Κολομβία οι νέες γυναίκες (prepagos), οι οποίες,χρηματοδοτούν για παράδειγμα τις σπουδές τους προπωλώντας σεξουαλικές υπηρεσίες (μπορεί κανείς να τις τηλεφωνήσει κάθε στιγμή σε ένα κινητό τηλέφωνο). Όλες αυτές οι πρακτικές είναι στην πραγματικότητα συνηθισμένες ή ασήμαντες στις κοινωνίες μας και είναι το γεγονός της αναφοράς τους ή της καταγραφής τους που τους δίνει αυτή τη χροιά ανοικειότητας, «ανοικειότητας του συνηθισμένου» (S. Laugier). Καταναλώνουμε συναισθήματα και τα συναισθήματά μας καταναλώνονται.

Ο συναισθηματικός καπιταλισμός, λέει η Arlie Hochschild, μας παρασέρνει σε μια κουλτούρα αποσύνδεσης που κάνει τη σταδιακή εξαφάνιση των σχέσεων και των αισθημάτων να μοιάζει σαν αποτέλεσμα ενός ορθολογικού υπολογισμού κόστους και οφέλους. Η κουλτούρα της αγοράς αποτελεί μια δοκιμασία για την ανάπτυξη μιας κοινωνίας της φροντίδας και για την ικανότητα του καθενός να αντιστέκεται στην εμπορευματοποίηση, όχι μέσω των μορφών ατομικισμού που σχετίζονται με τη σαγήνη της αγοράς, αλλά μέσω της προστασίας της ατομικότητας και της πραγματικής προσοχής προς τον Άλλο.

Πέρα από αυτή την οπτική, ή για να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της, είναι σημαντικό να διερωτηθούμε ποιοι τύποι καινούργιων σχέσεων δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους που προσφέρουν συναισθηματική εργασία και σε εκείνους που τη λαμβάνουν, κατά πόσο αυτή βλάπτει την αυθεντικότητά τους, τροποποιεί τους κανόνες των συναισθημάτων, ποιον ρόλο παίζουν τα χρήματα σε αυτόν τον τύπο σχέσης, πώς να προστατευθεί η φροντίδα από την εμπορευματοποίησή της: πρόκειται για ερωτήματα που θέτει η κοινωνιολογία των συναισθημάτων (Patricia Paperman). Η ηθική της φροντίδας μάς επιτρέπει να παρατηρήσουμε τις συνθήκες της κυκλοφορίας της φροντίδας, ανάμεσα στη δημιουργία πολιτειότητας [citoyenneté] μέσω των δεσμών φροντίδας (Tronto) και στον καπιταλισμό των συναισθημάτων (Hochschild). Η φροντίδα επιτρέπει έτσι να αναμετρηθούμε με τα ηθικά και εννοιολογικά όρια της αγοραίας αξιολόγησης των συναισθημάτων. Δείχνει πως η φροντίδα [souci] προς τους άλλους είναι αδιαχώριστη από τη φροντίδα προς τον εαυτό.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine