Θεωρία

Resonance: η ιδέα του συντονισμού ως κοινωνιολογική έννοια

από kaboomzine

του Hartmut Rosa

μτφρ. Ανδρέας Γαλατσάνος

Είναι γεγονός ότι οι τρέχουσες εξελίξεις έχουν διακόψει τη συνηθισμένη ροή των πραγμάτων, αμβλύνοντας την ικανότητα του προσανατολισμού μας· βρισκόμαστε μεταξύ αφηγήσεων.

Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, το συμβάν που βιώνουμε κινείται ταυτόχρονα προς αντιθετικές κατευθύνσεις: οι εξελίξεις επιταχύνονται εκθετικά, ενώ η καθημερινότητα και η αντίληψή της επιβραδύνονται μέχρι το σημείο της απόλυτης στάσης.

Κι εμείς βρισκόμαστε παγιδευμένοι σε έναν διπλό δεσμό μεταξύ κρατικής λογικής και πραγματικής ανάγκης, αδυνατώντας συχνά να αποφασίσουμε ποια είναι η ορθή στάση, σε πολιτικό, ηθικό και υπαρξιακό επίπεδο. Ο ίδιος ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός έχει σε τεράστιο βαθμό κατεβάσει ταχύτητα, περιορίζοντας την ασταμάτητη κυκλοφορία αγαθών, ανθρώπων και κεφαλαίων, πράγμα πρωτοφανές, αφού αυτή η κυκλοφορία είναι τα πνευμόνια του, και η ιδεολογία της βρίσκεται στο επίκεντρο του φαντασιακού του· όπως επίσης είναι πρωτοφανής η συνεχιζόμενη μονοπώληση τόσο των τοπικών όσο και του παγκόσμιου πεδίου του λόγου από μία και μόνο θεματική.

Οι περισσότερες/οι κουραστήκαμε ήδη να διαβάζουμε αναλύσεις για την πανδημία, να γελάμε με τα σχετικά memes και να εξετάζουμε τα σκληρά δεδομένα, αποκτώντας από τη μια νύχτα στην άλλη μπακαλίστικες γνώσεις επιδημιολογίας, στατιστικής, σινολογίας, συλλογικής ψυχολογίας, εξελικτικής βιολογίας, μεσαιωνικής ιστορίας – όπως άλλωστε συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια επί παντός επιστητού.

Και τα προβλήματα, όπως οι κίνδυνοι, έρχονται πάντα σε ζεύγη: το πρακτικό κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα της αντιμετώπισης μιας πανδημίας, τα χαρακτηριστικά της οποίας παραμένουν ασαφή, φέρνει στην επιφάνεια το παράλληλο, συνολικότερο πρόβλημα του προσανατολισμού στο επίπεδο του νοήματος.

Ακολουθώντας το νήμα αυτών των σκέψεων, αποφασίσαμε να προβούμε στη δημοσίευση της μετάφρασης του παρακάτω κειμένου του γερμανού κοινωνιολόγου Hartmut Rosa. Η αρχική πρόθεση μας ήταν να παρουσιαστεί ως συνέχιση της προβληματικής του τρέχοντος τεύχους μας, με έμφαση στο ζήτημα μια άλλης ανθρωπολογίας. Ωστόσο, οι εξελίξεις μάς πρόλαβαν, παγώνοντας την προγραμματισμένη ανάρτηση. Η θεματική του κειμένου μπορεί να φανεί εκ πρώτης όψης μακρινή προς τα όσα επείγοντα βιώνουμε και τη συνακόλουθη, εύλογη ανάγκη για ανάλυση και σκέψη πάνω σε αυτά. Ωστόσο, επιλέγουμε να τη δημοσιεύσουμε σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, για δύο κυρίως λόγους: αφενός γιατί η έμμεση συνάφεια και η λοξή σχέση του κειμένου με την παρούσα συνθήκη μπορεί να μας βοηθήσει να πάρουμε τις κατάλληλες αποστάσεις από τη χειμαρρώδη επικαιρότητα, ώστε να την προσεγγίσουμε με έναν πιο νηφάλιο τρόπο. Και αφετέρου διότι η προβληματική που αναπτύσσει ο συγγραφέας περί «συντονισμού», ως μια άλλου τύπου σχέση πέρα από την αλλοτρίωση, μπορεί να συμβάλει σε έναν ευρύτερο και πιο μακρόπνοο αναστοχασμό για τη ζωή μετά την πανδημία. Και αυτό όχι μόνο γιατί αναδεικνύει τις δομικού χαρακτήρα πολιτικές και ανθρωπολογικές καταβολές πολλών από τα σημερινά μας δεινά, αλλά και γιατί διερευνά άλλους, πιθανούς τρόπους ύπαρξης και συσχετισμού με τους ανθρώπους, τη φύση, τα πράγματα και τον κόσμο· σε τι μπορεί να συνίσταται το «άλλο» της αλλοτρίωσης, μια μη αλλοτριωμένη ζωή. 

Ο Hartmut Rosa είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Friedrich-Schiller στην πόλη της Ιένας. Στο έργο του έχει ασχοληθεί με την κοινωνιολογική ανάλυση των δομών του χρόνου στη νεωτερικότητα, με έμφαση στις διαδικασίες της κοινωνικής επιτάχυνσης και της αλλοτρίωσης και στα χρονικά παράδοξα και υπαρξιακά αδιέξοδα στα οποία οδηγούνται οι μοντέρνες κοινωνίες. Αντλεί από ποικίλες θεωρητικές παραδόσεις όπως την Κριτική Θεωρία, το έργο του Μαξ Βέμπερ, τη φαινομενολογία, τον υπαρξισμό.

Στο πιο πρόσφατο έργο του προσπαθεί να επεξεργαστεί τρόπους διεξόδου από τα ανωτέρω παράδοξα και αδιέξοδα, σκιαγραφώντας σημεία αναφοράς ή πιθανά περιγράμματα της «καλής ζωής».

Μεταξύ άλλων έχει συγγράψει τα βιβλία Alienation and Acceleration: Towards a Critical Theory of Late-Modern Temporality (Aarhus University Press, 2010), Social Acceleration: A New Theory of Modernity (Columbia University Press, 2015) και Resonance: A Sociology of Our Relationship to the World (Polity, 2019).

~

Ποια θα μπορούσε να είναι μια μη-αλλοτριωμένη μορφή του υπάρχειν στον κόσμο; Ποιο είναι το άλλο της αλλοτρίωσης; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει το ακόλουθο κείμενο, θεμελιώνοντας την έννοια του συντονισμού ως κοινωνιολογική έννοια.

Θέλω να υποστηρίξω ότι η αλλοτρίωση είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος του σχετίζεσθαι με τον κόσμο των πραγμάτων, με τους ανθρώπους και με τον εαυτό μας, ένας τρόπος στον οποίο δεν υπάρχει αποκρισιμότητα [responsivity], δηλαδή μεστή νοήματος εσωτερική σύνδεση. Είναι μια συσχέτιση χωρίς γνήσια σχέση. Σε αυτόν τον τρόπο συσχέτισης υπάρχουν σίγουρα αιτιακές και εργαλειακές συνδέσεις και διαδράσεις, αλλά το υποκείμενο δεν μπορεί να οικειοποιηθεί τον κόσμο (με όλες του τις ποιότητες), δεν μπορεί να κάνει τον κόσμο να «μιλήσει», ο κόσμος εμφανίζεται άηχος και άχρωμος. Η αλλοτρίωση λοιπόν είναι μια συσχέτιση που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μιας αληθινής, ζωηρής ανταλλαγής και σύνδεσης: ανάμεσα σε έναν σιωπηλό και γκρίζο κόσμο και ένα απαθές υποκείμενο δεν υπάρχει ζωή, αμφότερα εμφανίζονται εξίσου «παγωμένα» ή βαθιά χαοτικά και σε κατάσταση αμοιβαίας αποστροφής. Ως εκ τούτου, στην κατάσταση της αλλοτρίωσης, ο εαυτός και ο κόσμος φαίνονται να συσχετίζονται κατά τρόπο εντελώς αδιάφορο ή ακόμα και εχθρικό.

Έχει ενδιαφέρον ότι η αληθινή σημασία της αλλοτρίωσης καθίσταται περισσότερο κατανοητή όταν σκεφτόμαστε την εναλλακτική της. Το «άλλο» της αλλοτρίωσης είναι ένας τρόπος του σχετίζεσθαι με τον κόσμο κατά τον οποίο το υποκείμενο αισθάνεται να το αγγίζουν, να το συγκινούν ή να του απευθύνονται οι άνθρωποι, τα τοπία, τα αντικείμενα που συναντά. Μιλώντας φαινομενολογικά, όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει να μας αγγίζει το βλέμμα ή η φωνή κάποιου, ένα κομμάτι μουσικής που ακούμε, ένα βιβλίο που διαβάζουμε ή ένας τόπος που επισκεπτόμαστε. Έτσι, η ικανότητα να νιώθουμε ότι κάτι μας επηρεάζει και ακολούθως να αναπτύσσουμε ένα εγγενές ενδιαφέρον για το τμήμα του κόσμου που επιδρά πάνω μας, είναι πυρηνικό στοιχείο οποιουδήποτε θετικού τρόπου συσχέτισης με τον κόσμο. Και όπως γνωρίζουμε από ψυχολόγους και ψυχιάτρους, η έντονη απουσία αυτής της ικανότητας είναι ένα κεντρικό γνώρισμα των περισσότερων μορφών της κατάθλιψης και του burn out. Ωστόσο, η επήρεια αυτή δεν αρκεί για να ξεπεράσουμε την αλλοτρίωση. Αυτό που απαιτείται επιπροσθέτως είναι η ικανότητα να «απαντάμε» στο κάλεσμα: όταν αισθανόμαστε ένα άγγιγμα με τον τρόπο που περιγράψαμε προηγουμένως, συνήθως αποκρινόμαστε διά του σώματος, εμφανίζοντας συμπτώματα όπως η ανατριχίλα, η αύξηση των καρδιακών παλμών, η αλλαγή της αρτηριακής πίεσης, της αντίστασης του δέρματος[1] κ.ο.κ. Ο συντονισμός –όπως ονομάζω αυτή τη διττή κίνηση του επηρεασμού[2] (κάτι μας αγγίζει από έξω) και της συγκίνησης[3] (απαντάμε με μια απόκριση και συνεπώς εγκαθιδρύοντας μια σύνδεση)– έχει λοιπόν πάντοτε και αναπόφευκτα σωματική βάση. Ωστόσο, η απόκρισή μας ενέχει φυσικά επίσης και μια ψυχολογική, κοινωνική και γνωσιακή πλευρά· βασίζεται στην εμπειρία ότι μπορούμε να φτάσουμε το κάλεσμα και να το απαντήσουμε, ότι μπορούμε να εγκαθιδρύσουμε μια σύνδεση διαμέσου της δικής μας –εσωτερικής ή εξωτερικής– αντίδρασης. Μέσω της αντίδρασης αυτής κινητοποιείται η διαδικασία της οικειοποίησης. Βιώνουμε αυτό το είδος συντονισμού, για παράδειγμα, στο πλαίσιο ερωτικών ή φιλικών σχέσεων, αλλά και σε έναν αυθεντικό διάλογο, όταν παίζουμε ένα μουσικό όργανο, στα αθλήματα, μα επίσης πολύ συχνά στον εργασιακό χώρο. Αυτή η δεκτική και την ίδια στιγμή ενεργητική σύνδεση προκαλεί μια διαδικασία σταδιακού μετασχηματισμού του εαυτού και του κόσμου.

Συνεπώς, ο συντονισμός δεν στηρίζεται απλώς στην εμπειρία του αγγίγματος ή του επηρεασμού, αλλά επίσης στην αντίληψη αυτού που μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτεπάρκεια [self-efficacy]. Όσον αφορά στην κοινωνική της διάσταση, η αυτεπάρκεια βιώνεται όταν συνειδητοποιούμε ότι είμαστε πράγματι ικανοί να επικοινωνούμε και να επηρεάζουμε άλλους, τη στιγμή που κι εκείνοι με τη σειρά τους μας ακούνε ειλικρινά, συνδέονται μαζί μας και ανταπαντούν. Αλλά η αυτεπάρκεια μπορεί φυσικά επίσης να βιωθεί όταν παίζουμε ποδόσφαιρο ή πιάνο, όταν γράφουμε ένα κείμενο με το οποίο παλεύουμε (και το οποίο αναπόφευκτα μιλάει με τη δική του φωνή), ακόμα και όταν στεκόμαστε στην ακτογραμμή του ωκεανού και «συνδεόμαστε» με τα κύματα, το νερό και τον άνεμο. Ο εαυτός και ο κόσμος συνδέονται με τον τρόπο της οικειοποίησης μονάχα εντός μιας τέτοιας σχέσης δεκτικού επηρεασμού και ανταποκρινόμενης αυτεπάρκειας· η συνάντηση μεταμορφώνει και τις δύο πλευρές, τόσο το υποκείμενο όσο και τον βιωμένο κόσμο. Φυσικά, το περιβόητο πρόβλημα αυτού του ισχυρισμού είναι ότι προκαλεί αμέσως την ένσταση πως, ενώ το υποκείμενο θα μπορούσε ενδεχομένως να μεταμορφωθεί μέσω της αλληλεπίδρασης με το βιολί ή τον ωκεανό, τα τελευταία μετά βίας αλλάζουν. Αλλά ενώ αυτό το επιχείρημα στην πραγματικότητα στηρίζεται σε μια ίσως όχι-και-τόσο-αθώα επιστημολογία, σύμφωνα με την οποία τα μόνα πράγματα που έχουν την ικανότητα να αποκρίνονται είναι τα ανθρώπινα όντα –με άλλα λόγια, σε μια «ασύμμετρη ανθρωπολογία»–, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο βιωμένος κόσμος επηρεάζεται πράγματι από τέτοιες συναντήσεις. Το ότι οι συντονισμοί αυτού του είδους είναι στοιχεία ζωτικής σημασίας για οποιαδήποτε συγκρότηση ταυτότητας μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ισχυρισμοί όπως «αφότου διάβασα αυτό το βιβλίο/αφότου άκουσα αυτή τη μουσική/αφότου γνώρισα αυτή την ομάδα/αφότου ανέβηκα αυτό το βουνό, έγινα διαφορετικός άνθρωπος» αποτελούν σταθερά συστατικά όλων σχεδόν των (αυτο)βιογραφικών αναφορών που δίνονται, για παράδειγμα, σε συνεντεύξεις. Είναι σημαντικό να τονίσουμε σε αυτό το σημείο ότι τα μετασχηματιστικά αποτελέσματα του συντονισμού βρίσκονται πέραν του ελέγχου του υποκειμένου: όταν κάτι μας αγγίζει πραγματικά, δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ή να προβλέψουμε πώς θα διαμορφωθούμε ως αποτέλεσμα αυτού του αγγίγματος.

Συνοψίζοντας, ο συντονισμός ως το άλλο της αλλοτρίωσης ορίζεται από τέσσερα κομβικά στοιχεία: πρώτον, από τον επηρεασμό, με την έννοια της εμπειρίας του να μας αγγίζει ή να μας συγκινεί κάτι αληθινά· δεύτερον, από τη συγκίνηση, ως την εμπειρία μιας αυτεπάρκειας που αποκρίνεται σε κάτι (και δεν είναι καθαρά εργαλειακή)· τρίτον, από τη μετασχηματιστική του ποιότητα· και τέταρτον, από μια εγγενή στιγμή απρόβλεπτου, δηλαδή από έναν χαρακτήρα ανεξέλεγκτο, που δεν μας είναι ελεύθερα διαθέσιμος. Δεν μπορούμε ποτέ απλά να εγκαθιδρύσουμε έναν συντονισμό κατά τρόπο εργαλειακό ή να τον προκαλέσουμε όποτε θέλουμε· πάντοτε διαφεύγει. Για να το θέσουμε διαφορετικά, το κατά πόσο θα «ακούσουμε το κάλεσμα» είναι πέραν της βούλησης και του ελέγχου μας. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι ο συντονισμός δεν είναι ένας αντίλαλος[4] – δεν σημαίνει να ακούμε τον εαυτό μας ενισχυμένα ή να αισθανόμαστε απλώς καθησυχασμένοι, αλλά ενέχει τη συνάντηση με έναν πραγματικό «άλλο» ο οποίος παραμένει πέρα από τον έλεγχό μας, μιλάει με τη δική του φωνή ή τονικότητα που είναι διαφορετική από τη δική μας και παραμένει έτσι «ξένος» για εμάς.

Ακόμα περισσότερο, αυτός ο «άλλος» πρέπει να βιωθεί ως πηγή μιας «ισχυρής αξιολόγησης», με τη σημασία που δίνει στον όρο ο Charles Taylor: μόνο όταν αισθανόμαστε ότι αυτός ο άλλος (που μπορεί για παράδειγμα να είναι ένα πρόσωπο, όπως επίσης και ένα κομμάτι μουσικής, ένα βουνό ή ένα ιστορικό συμβάν) έχει κάτι σημαντικό να πει ή να διδάξει, ανεξαρτήτως από το αν θέλουμε να το ακούσουμε ή όχι, είμαστε σε θέση να νιώσουμε ένα αληθινό «γράπωμα» ή άγγιγμα. Ο συντονισμός, συνεπώς, αναπόφευκτα απαιτεί μια στιγμή αυθυπέρβασης. Δεν απαιτεί, εντούτοις, να έχουμε μια σαφή γνωσιακή σύλληψη ή μια προηγούμενη εμπειρία του άλλου. Εντελώς ξαφνικά δύναται να μας αγγίξει ή να μας ταρακουνήσει κάτι το οποίο φαίνεται πέρα για πέρα ξένο.

Επομένως, ο συντονισμός δεν είναι απλώς μια συμφωνία (consonance) ή μια αρμονία· αντιθέτως, προαπαιτεί τη διαφορά και ορισμένες φορές την αντίθεση και την αντίφαση ώστε να καταστήσει εφικτή μια πραγματική συνάντηση. Συνεπώς, σε έναν κόσμο σε πλήρη αρμονία ή συμφωνία, δεν θα υπήρχε καθόλου συντονισμός, διότι θα ήμασταν ανίκανοι να διακρίνουμε τη φωνή ενός «άλλου» – και κατά συνέπεια να αναπτύξουμε και να διακρίνουμε τη δική μας. Ωστόσο, ούτε ένας κόσμος στον οποίο υπάρχει μόνο διαφωνία (dissonance) και σύγκρουση θα επέτρεπε εμπειρίες συντονισμού: ένας τέτοιος κόσμος θα βιωνόταν αποκλειστικά και μόνο ως απωθητικός. Εν ολίγοις, ο συντονισμός απαιτεί τη διαφορά, η οποία αφήνει χώρο στη δυνατότητα μιας αυτομετασχηματιστικής οικειοποίησης, και μια σχέση απόκρισης, η οποία συνεπάγεται έναν σταδιακό, αμοιβαίο μετασχηματισμό και προσαρμογή. Ο συντονισμός είναι λοιπόν μια κατάσταση μεταξύ της συμφωνίας και της αμετάκλητης διαφωνίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, είμαι πεπεισμένος ότι η έννοια μπορεί να παράσχει το κλειδί για να ξεπεράσουμε το παραδοσιακό αδιέξοδο μεταξύ θεωριών και φιλοσοφιών που βασίζονται στην ταυτότητα και εννοιολογήσεων που τοποθετούν στο κέντρο τους τη διαφορά. Ο συντονισμός δεν προαπαιτεί την ταυτότητα, αλλά τη μετασχηματιστική οικειοποίηση της διαφοράς.

Το ότι ο συντονισμός δεν μας είναι ελεύθερα διαθέσιμος και έχει έναν στιγμιαίο χαρακτήρα δεν σημαίνει ότι είναι εντελώς τυχαίος ή ενδεχομενικός. Διότι ενώ η ίδια η πραγματική εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να ελεγχθεί πλήρως και να προβλεφθεί, υπάρχουν δύο στοιχεία που εμπλέκονται σε αυτήν, τα οποία εξαρτώνται από κοινωνικές συνθήκες και κατά συνέπεια μετατρέπουν τον συντονισμό σε έννοια που δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο κοινωνικής κριτικής. Πρώτον, συνήθως τα υποκείμενα βιώνουν ατομικά και συλλογικά τον συντονισμό κατά μήκος συγκεκριμένων «αξόνων» συντονισμού. Έτσι, για κάποιους η μουσική παρέχει έναν τέτοιο άξονα και κάθε φορά που πάνε σε μια συναυλία, στην όπερα ή σε κάποιο φεστιβάλ, έχουν καλές πιθανότητες να ζήσουν μια τέτοια εμπειρία. Για άλλους αυτός ο άξονας θα είναι το μουσείο, η βιβλιοθήκη, ή ο ναός, το δάσος ή η ακτογραμμή. Επιπλέον, καλλιεργούμε κοινωνικές σχέσεις οι οποίες μας παρέχουν έναν λίγο-πολύ αξιόπιστο άξονα συντονισμού – μπορούμε να αναμένουμε στιγμές συντονισμού όταν βρισκόμαστε με τους ερωτικούς συντρόφους μας, με τα παιδιά μας ή με τους φίλους μας, ακόμη και αν όλοι γνωρίζουμε ότι πολύ συχνά αυτές οι συναντήσεις παραμένουν αδιάφορες ή ακόμα και απωθητικές. Επίσης, όπως γνωρίζουμε από στοιχεία που μας παρέχει η κοινωνιολογία της εργασίας, δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που αναπτύσσουν έντονες σχέσεις συντονισμού με την εργασία τους, όχι μόνο με τους συναδέλφους τους στον εργασιακό χώρο, αλλά και με τα υλικά με τα οποία εργάζονται και με τα καθήκοντα με τα οποία αναμετρώνται. Έτσι, το ζυμάρι «αποκρίνεται» στον φούρναρη, όπως το μαλλί στον κουρέα, το ξύλο στον μαραγκό, το φυτό στον κηπουρό ή το κείμενο στον συγγραφέα. Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις βρίσκουμε μια αληθινά αμφίδρομη σχέση, η οποία περιλαμβάνει εμπειρίες αυτεπάρκειας, αντίστασης, αντίφασης, οικειοποίησης, όπως και αμοιβαίου μετασχηματισμού.

Εάν παρατηρήσουμε τους άξονες αυτούς με μεγαλύτερη προσοχή, ανακαλύπτουμε ότι μπορούμε να διακρίνουμε συστηματικά τρεις διαφορετικές διαστάσεις συντονισμού: την κοινωνική, την υλική, και την υπαρξιακή διάσταση του συντονισμού. Οι κοινωνικοί άξονες είναι αυτοί που μας συνδέουν και μας συσχετίζουν με άλλα ανθρώπινα όντα. Στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες, η αγάπη, η φιλία, αλλά και η δημοκρατική ιδιότητα του πολίτη εννοιολογούνται ως «συντονιστικές» σχέσεις αυτού του τύπου. Οι υλικοί άξονες είναι αυτοί που εγκαθιδρύουμε με συγκεκριμένα αντικείμενα – φυσικά ή τεχνητά, έργα τέχνης, φυλαχτά ή εργαλεία και υλικά με τα οποία εργαζόμαστε ή τα οποία χρησιμοποιούμε στα αθλήματα. Την ίδια στιγμή, έχω την πεποίθηση –μαζί με φιλοσόφους όπως ο Karl Jaspers, ο William James και ο Martin Buber– ότι τα ανθρώπινα υποκείμενα αναζητούν και ανακαλύπτουν υπαρξιακούς «άξονες συντονισμού», οι οποίοι τα συνδέουν και τα συσχετίζουν με την ίδια την ζωή, την ύπαρξη ή το σύμπαν. Όπως αποπειράθηκαν να δείξουν με αρκετά πειστικό τρόπο αυτοί οι συγγραφείς, οι άξονες αυτoί είναι που προκαλούν θρησκευτικές εμπειρίες και που καθιστούν εύλογο το θρησκευτικό φαινόμενο. Το κεντρικό στοιχείο της Βίβλου, του Κορανίου ή των Ουπανισάδων είναι η αντίληψη ότι στη ρίζα της ύπαρξής μας, στην καρδιά του είναι μας, δεν υπάρχει ένα σιωπηλό, αδιάφορο ή απωθητικό σύμπαν, νεκρή ύλη ή τυφλοί μηχανισμοί, αλλά μια διαδικασία συντονισμού και απόκρισης. Υφίστανται, φυσικά, και άλλοι άξονες υπαρξιακού συντονισμού που δεν εξαρτώνται από θρησκευτικές ιδέες. Η φύση, συγκεκριμένα, βιώνεται ως μια έσχατη, συμπεριληπτική πραγματικότητα, που μας αποκρίνεται.. Το να ακούμε τη φωνή της φύσης έχει γίνει κεντρική ιδέα όχι μόνο στην ιδεαλιστική φιλοσοφία, αλλά πολύ περισσότερο σε διάφορες καθημερινές συνήθειες και πρακτικές. Με σχεδόν ίδιο τρόπο, η τέχνη και η μουσική διανοίγουν έναν ανάλογο άξονα για τον αποδέκτη. Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, ο συντονισμός δεν χρειάζεται να είναι μια ευχάριστη και αρμονική εμπειρία, αλλά μπορεί να κρύβει και ουσιωδώς δυσάρεστες πλευρές.

Τώρα, ενώ θεωρώ ότι τέτοιοι συγκεκριμένοι άξονες συντονισμού δεν είναι ανθρωπολογικά δεδομένοι, αλλά μάλλον πολιτισμικά και ιστορικά κατασκευασμένοι, η εδραίωση κάποιων τέτοιων αξόνων είναι παρ’ όλα αυτά απολύτως αναγκαία για μια καλή ζωή, μιας και παρέχουν πλαίσια μέσα στα οποία τα υποκείμενα είναι προδιατεθειμένα να ανοιχτούν σε εμπειρίες συντονισμού. Η μετατόπιση σε μια κατάσταση προδιάθεσης για συντονισμό απαιτεί να αναλάβουμε το ρίσκο τού να καταστήσουμε τους εαυτούς μας ευάλωτους. Αυτό συνεπάγεται εννοιολογικά ότι επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να αγγιχθούν, ακόμα και να μεταμορφωθούν, κατά τρόπο μη προβλέψιμο και μη ελέγξιμο. Συνεπώς, όταν φοβόμαστε, πιεζόμαστε, παλεύουμε ή επικεντρωνόμαστε στο να πετύχουμε ένα ορισμένο αποτέλεσμα, ούτε αναζητούμε ούτε και επιτρέπουμε τον συντονισμό· αντιθέτως, το να το κάνουμε θα ήταν επικίνδυνο και επιβλαβές. Με αυτό ως δεδομένο, καθίσταται προφανές ότι θα ήταν ανόητο να έχουμε την απαίτηση να είμαστε ανά πάσα στιγμή ανοιχτοί στον συντονισμό. Η ικανότητα να εγκαταλείπουμε αυτή την κατάσταση, να παίρνουμε μια απόσταση από τον κόσμο ή να διατηρούμε μια ψυχρή, εργαλειακή, αναλυτική στάση απέναντί του, συνιστά προφανώς ένα πολιτισμικό επίτευγμα, αναγκαίο όχι μόνο για τη συνέχιση του έργου της νεωτερικής επιστήμης και τεχνολογίας, αλλά και για την παροχή και τη διασφάλιση μιας μορφής ζωής που καθιστά δυνατό τον ανθρώπινο συντονισμό στις τρεις διαστάσεις που αναφέραμε.

Με αυτή τη αντίληψη στην εργαλειοθήκη μας, πιστεύω ότι μπορούμε να ξεκινήσουμε να χρησιμοποιούμε τον συντονισμό ως σημείο αναφοράς για την κριτική κοινωνιολογία, με την έννοια μιας κριτικής των κυρίαρχων κοινωνικών συνθηκών. Το σημείο εκκίνησής της είναι η άποψη ότι μια καλή ζωή προϋποθέτει την ύπαρξη αξιόπιστων και βιώσιμων αξόνων συντονισμού σε καθεμία από τις τρεις διαστάσεις. Ισχυρίζομαι ότι ένα υποκείμενο θα έχει μια καλή ζωή εάν ανακαλύπτει και διατηρεί κοινωνικούς, υλικούς και υπαρξιακούς άξονες συντονισμού, οι οποίοι επιτρέπουν την επαναλαμβανόμενη και περιοδική διασφάλιση της υπαρξιακής αποκρισιμότητας και σύνδεσης, δηλαδή έναν συντονισμένο τρόπο ύπαρξης. Η δυνατότητα για μια τέτοια καλή ζωή βρίσκεται λοιπόν σε κίνδυνο εάν οι συνθήκες που σχετίζονται με τους άξονες αυτούς, όπως και με την κατάσταση προδιάθεσης για συντονισμό, υπονομεύονται κατά δομικό ή συστηματικό τρόπο.

Η κυρίαρχη θεσμική λειτουργία της δυναμικής σταθεροποίησης [dynamic stabilization], η οποία απαιτεί συνεχή ανάπτυξη, επιτάχυνση και καινοτομία για την αναπαραγωγή της κοινωνικής δομής και του θεσμικού status quo, συνεπάγεται αναπόφευκτα την τάση και τη δυνατότητα μιας τέτοιας συστηματικής υπονόμευσης, διότι οδηγεί τα υποκείμενα να είναι προδιατεθειμένα για την αλλοτρίωση: ωθούνται σε έναν πραγμοποιητικό, εργαλειακό τρόπο συσχέτισης με τα αντικείμενα και τα υποκείμενα, με σκοπό να αυξήσουν και να διαφυλάξουν τους πόρους τους, να επιταχύνουν και να βελτιστοποιήσουν τα εφόδιά τους. Ιδιαίτερα η διάχυτη λογική του ανταγωνισμού υπονομεύει τη δυνατότητα να εισέλθουμε σε μια λειτουργία συντονισμού – δεν είναι δυνατό να ανταγωνιζόμαστε και να συντονιζόμαστε ταυτόχρονα. Επιπλέον, όπως γνωρίζουμε από έρευνες πάνω στην ενσυναίσθηση και από νευρολογικές μελέτες, η χρονική πίεση στην πραγματικότητα λειτουργεί με βεβαιότητα ως αποτρεπτικός παράγοντας του συντονισμού. Το ίδιο ισχύει, βεβαίως, όταν καθοδηγούμαστε από φόβο. Ο φόβος μάς αναγκάζει να ορθώσουμε τείχη και να φορέσουμε παρωπίδες, μας μετατοπίζει σε μια λειτουργία στην οποία επιχειρούμε ακριβώς να μη μας αγγίξει «ο κόσμος». Συνεπώς, οι συνθήκες του συντονισμού είναι τέτοιες που απαιτούν πλαίσια αμοιβαίας εμπιστοσύνης και έλλειψης φόβου· και τα πλαίσια αυτά με τη σειρά τους απαιτούν ως υπόβαθρο χρόνο και σταθερότητα. Τέλος, οι διάχυτες γραφειοκρατικές απόπειρες για πλήρη έλεγχο των διαδικασιών και των αποτελεσμάτων με σκοπό τη διασφάλιση της αποδοτικότητας και της διαφάνειάς τους, οι οποίες χαρακτηρίζουν τις συνθήκες στους χώρους εργασίας της ύστερης νεωτερικότητας, είναι εξίσου προβληματικές για τις σχέσεις συντονισμού, διότι είναι ασύμβατες με την έλλειψη προβλεψιμότητας και τις μετασχηματιστικές δυνατότητες των τελευταίων. Αυτό που χρειάζεται, συνεπώς, είναι μια επιστάμενη κριτική των συνθηκών του συντονισμού.


[1] Ο βαθμός αντίστασης του δέρματος στο ρεύμα που το διαπερνά χρησιμοποιείται σε μελέτες ψυχολογίας ως ένδειξη του βαθμού συναισθηματικής και ψυχικής διέγερσης – Σ.τ.Μ.

[2] af-fection. Ο συγγραφέας χωρίζει στο πρωτότυπο με παύλα την πρόθεση af (ad) από την υπόλοιπη λέξη για να τονίζει αυτή την επίδραση που κατευθύνεται προς εμάς – Σ.τ.Μ.

[3] e-motion. Κατά αντίστοιχο τρόπο, ο συγγραφέας χωρίζει το δεύτερο συνθετικό της λέξης για να δώσει έμφαση στο ενεργητικό, κινητικό στοιχείο της δικής μας απόκρισης – Σ.τ.Μ.

[4] Λογοπαίγνιο του συγγραφέα, καθότι resonance σημαίνει και συνήχηση. Συνεπώς, η φράση θα μπορούσε να αποδοθεί και ως «η συνήχηση δεν αποτελεί αντήχηση» – Σ.τ.Μ.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine