Ανάλυση

Τρία τάκλιν στα ποδοσφαιρικά μας συναισθήματα

Εις μνήμην Χρίστου Χαραλαμπόπουλου

Συναίσθημα και αθλητισμός, άρα και ποδόσφαιρο, φαντάζουν έννοιες αλληλένδετες. Και πράγματι αν ανατρέξουμε στην παιδική μας ηλικία και τα πρώτα σκιρτήματα που νιώσαμε όταν κλωτσήσαμε μία μπάλα (τη SELECT λ.χ. που ζύγιζε έναν τόνο) ή όταν βάλαμε τα κλάματα μετά από μία ήττα απέναντι στο «απόλυτο κακό», θα διαπιστώσουμε πως ο αθλητισμός είναι ένας από τους βασικούς παραγωγούς συναισθημάτων. Μα και πιο μετά, στην εφηβεία μας, τότε που ο αγαπημένος μας ποδοσφαιριστής έφυγε από την ομάδα μας και στεναχωρηθήκαμε πιο έντονα και από την πρώτη μας ερωτική απογοήτευση – ή μήπως ήταν αυτή η πρώτη μας ερωτική απογοήτευση; Ακόμα και όταν ξεπεράσαμε την ερωτική απογοήτευση –εάν την ξεπεράσαμε ποτέ– το άγχος μας για το εάν θα παίξει ο τάδε παίχτης στο κρίσιμο επόμενο ματς ή οι φοβίες μας για τον Ψ αντίπαλο δεν σταμάτησαν. Και ούτε πρόκειται.

Ω ναι, θα είναι κάπως ρομαντικό το κείμενο. Για την αγάπη μας, την μπάλα, μιλάμε αφού. Μία αγάπη που δέχεται επίθεση. Το θέμα είναι να βγούμε εμείς σε αντεπίθεση. 1-3 ίσως. Ω ναι, θα είναι ένα κείμενο και με αθλητικοκοινωνικές αναφορές και λογοπαίγνια. Κάπως έξω από το πλαίσιο που συνηθίζει το περιοδικό τόσο στην έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική του εκδοχή.

Η επίθεση προς το ποδόσφαιρο είναι πολύπλευρη, πολυπαραγοντική. Δεν ξεκίνησε σήμερα, ούτε χθες. Δεχόμενοι πως π.χ. η εμπορευματοποίηση του αθλήματος έχει ξεκινήσει -αναπόφευκτα- πριν από δεκαετίες, [i] θα ήμασταν αφελείς να υποστηρίξουμε πως  η επίθεση ενάντια στο ποδόσφαιρο είναι σύγχρονο φαινόμενο. Η επίθεση ωστόσο εντείνεται σήμερα κι αυτό γιατί νέοι παράγοντες προστίθενται διαρκώς. Η πλήρης καταγραφή και ανάλυσή τους μάλλον θα χρειαζόταν ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα ή μερικά εκτενή άρθρα ακόμα. Κάτι τέτοιο δεν θα γίνει, για την ώρα τουλάχιστον. Εν προκειμένω θα αναφερθούμε, συνοπτικά, σε τρεις βασικούς παράγοντες. Γνωστοί-άγνωστοι εχθροί του ποδοσφαίρου, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τον νεοφιλελευθερισμό, την τεχνολογία και την πανδημία.

Μπορεί οι παραπάνω παράγοντες να συμπλέκονται; Μπορεί.

Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως δεν υπάρχει χώρος για συναίσθημα στο ποδόσφαιρο, στον σύγχρονο αθλητισμό; Μπορεί. Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως το ποδόσφαιρο είναι απλά ένα άθλημα στο οποίο 22 ποδοσφαιριστές προσπαθούν να βάλουν γκολ; Μπορεί. Μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση εδώ; Και πάλι μπορεί.

Αλλαγή συστήματος-κατάπτωση συναισθήματος

Αν ανατρέξουμε στη γέννηση του ποδοσφαίρου, θα διαπιστώσουμε πως αυτό, αρχικά, ήταν ένα άθλημα της οικονομικής και όχι μόνο ελίτ. Ένα άθλημα φτιαγμένο και προορισμένο για την αστική και μεγαλοαστική τάξη.

Με την πάροδο του χρόνου αυτό άλλαξε. Ριζικά και ριζοσπαστικά. Το ποδόσφαιρο έγινε ένα «άθλημα από τον λαό, με τον λαό, για τον λαό». Εντάξει, ίσως είμαστε υπερβολικοί στο πρώτο σκέλος, καθώς η γέννησή του εξακολουθεί –και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει– να είναι αστικής εμπνεύσεως.

Η λαϊκότητα του αθλήματος δεν καθυστέρησε όχι μόνο να φανεί αλλά και να κυριαρχήσει. Κρίσιμο ρόλο σε αυτό διαδραμάτισαν οι ομάδες και οι παίχτες που προέρχονταν από τη Σκωτία και εν αντιθέσει με τις αριστοκρατικές ομάδες είχαν ως κυρίαρχο στοιχείο τους την πάσα. Την πιο ομαδική κίνηση που υπάρχει στο άθλημα. Η πάσα ήρθε να αντικαταστήσει την ντρίμπλα και ο ατομικισμός παρέδωσε την κυριαρχία του στο ομαδικό πνεύμα. Σχηματικά, υπήρξε η μετάβαση από το dribbling game στο passing game, το οποίο έφτασε στο απόγειό του με την ύπαρξη του «σοσιαλιστικού/δημοκρατικού ποδοσφαίρου». Αυτό το είδος-μοντέλο ποδοσφαίρου κρύβει από πίσω την ομαδοποίηση του αθλήματος, μία εντελώς διαφορετική φιλοσοφία από αυτήν που είχε αρχικώς το ποδόσφαιρο. Δεν είναι τυχαίο που ομάδες όπως η Εθνική  Ουγγαρίας του Γκουστάβ Σέμπες ή η Εθνική  Αυστρίας του Ματίας Ζίντελαρ έχουν μείνει στην ιστορία για το θέαμα που προσέφεραν αλλά και την «αποστροφή» τους προς το δόγμα της ωφέλειας.

Η έστω βραχύβια κυριαρχία αυτού του τύπου ποδοσφαίρου έναντι λ.χ. του Κατενάτσιο ή υπό ευρεία έννοια του ποδοσφαίρου για το αποτέλεσμα, της σκοπιμότητας, ήταν μία νίκη για τους λάτρεις του αγνού ποδοσφαίρου. Εκτός από το θέαμα, την ελευθερία κινήσεων και την άνεση για δημιουργία κέρδιζε και το συναίσθημα, καθώς εκείνη την περίοδο η θέαση ενός ελευθεριακού μοντέλου παιχνιδιού πρόσφερε μεγάλη χαρά στους οπαδούς. Χαρά που εμείς οι νεότεροι ίσως βρήκαμε στις εμπνεύσεις του Ζιντάν, την αλεγκρία ενός Αϊμάρ ή την «πορτοκαλί επανάσταση» των Ολλανδών και δη του δόγματος Κρόιφ.[ii]

Δυστυχώς το σημερινό ποδόσφαιρο δεν είναι σε τέτοια κατάσταση.

Ως περιοδικό έχουμε προσπαθήσει τόσο στα τελευταία τεύχη μας όσο και μέσω κειμένων στην ηλεκτρονική του μορφή να καταδείξουμε πως ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλά και μόνο ένα σύστημα που καθορίζει την οικονομία, την πολιτική ή την κοινωνία, αλλά αντιθέτως, πως επηρεάζει κάθε πτυχή των κοινωνικών και ανθρώπινων σχέσεων. Το ποδόσφαιρο ήταν αδύνατο να μείνει εκτός αυτής της ρύθμισης. Στις μέρες μας κυριαρχεί ένα αμιγώς οικονομικοκεντρικό μοντέλο διοίκησης, τόσο μέσα στις ομάδες, όσο  και στους οργανισμούς (διεθνείς μα και εγχώριους). Χρήμα (πολύ για λίγους), life style, μία πρέζα ντόπα και τακτικισμός συνθέτουν το κυρίαρχο μείγμα ποδοσφαίρου. Με λίγα λόγια, ό,τι δεν θέλουμε. Τα παραπάνω έχουν αποτυπωθεί στο βιβλίο του Ζαν-Κλοντ Μισεά, Το ομορφότερο γκολ ήταν μία πάσα, στο οποίο[iii] ο συγγραφέας περιγράφει με γλαφυρότητα τους μετασχηματισμούς που έχει υποστεί το ποδόσφαιρο στο πέρασμα του χρόνου. Ο Γάλλος φιλόσοφος, αν και στρατευμένος και ενταγμένος στο «μέτωπο» που δημιούργησε ο Εντουάρδο Γκαλεάνο, παρουσιάζει μέσω αρκετών ιστορικών παραδειγμάτων πως ο κύριος υπαίτιος για την κατάντια του ποδοσφαίρου είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Μία θέση που ενστερνιζόμαστε και εμείς από την πλευρά μας. Είναι όμως τόσο μαύρα τα πράγματα; Ασφαλώς. Ασφαλώς όμως υπάρχουν και ευχάριστες εξαιρέσεις. Πάντα θα υπάρχει μία εθνική Ολλανδίας των δεκαετιών του 1970, κατά κύριο λόγο, και του 1980, κατά δευτερεύοντα λόγο. Πάντα θα υπάρχει χώρος για ένα ακόμα ποδοσφαιρικό θαύμα, για μία ιστορία αξιομνημόνευτη και συγκινητική. Πάντα θα υπάρχει μια ρωγμή. Το σύστημα ωστόσο φαντάζει –και είναι– τόσο καλά δομημένο που θα εξακολουθήσουν να είναι εξαιρέσεις. Ευχάριστες μεν, εξαιρέσεις δε. Ο νεοφιλελευθερισμός, αναπόφευκτα έφερε το ποδόσφαιρο στα μέτρα του.

Προσοχή όμως, δεν υποστηρίζουμε πως το σύγχρονο, εμπορευματοποιημένο, αλλοτριωμένο και σίγουρα όχι του γούστου μας ποδόσφαιρο στερείται συναισθημάτων, συγκινήσεων και του –δομικού συστατικού του– πάθους. Αυτά είναι στοιχεία που υπάρχουν ακόμα –σε μικρό ή ...μικρότερο– βαθμό, και κρατιόμαστε από αυτά.

Και οι διεθνείς οργανισμοί αλλοιώνουν το ποδόσφαιρο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία λαϊκής τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Φωτογραφία: Θανάσης Δημάκας

Τεχνολογία: datοποίηση και VAR εναντίον ποδοσφαίρου

Στην εποχή της νεωτερικότητας η τεχνολογία καταλαβαίνει και καταλαμβάνει, με εκθετική τάση, ολοένα και περισσότερο χώρο στις ζωές μας. Ο αθλητισμός ήταν αδύνατο να μείνει ανεπηρέαστος. Γενικότερα η τεχνολογική «εισβολή» στο ποδόσφαιρο άργησε να πραγματωθεί σε σχέση με άλλα αθλήματα (βλέπε χόκεϊ, αμερικάνικο ράγκμπι, τένις, μπάσκετ...), αναπόφευκτα όμως πραγματοποιήθηκε. Όταν τελικά έγινε, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, είχε χαρακτηριστικά έντονης επίθεσης, επίθεσης που στόχευε την καρδιά του αθλήματος. Δύο είναι οι τεχνολογικοί άξονες που επιδρούν στο ποδόσφαιρο: η επέκταση και σταδιακή κυριάρχηση των στατιστικών και η εισαγωγή και μονιμοποίηση του συστήματος Video Assistant Referee, γνωστότερο ως VAR.

Στον «μαγικό κόσμο του NBΑ» τα στατιστικά καθορίζουν εδώ και χρόνια πολλά στοιχεία του παιχνιδιού: από τις μεταγραφές μέχρι τα συστήματα/τακτικές που ακολουθεί μία ομάδα. Υπάρχουν σε κάθε ομάδα ειδικοί αναλυτές, στατιστικολόγοι θα λέγαμε, ενώ προστίθενται και νέα στατιστικά, νέοι δείκτες όπως η αποδοτικότητα/αποτελεσματικότητα (efficiency), είτε σε συνολικό επίπεδο, είτε ανά 36 λεπτά αγώνα (θεωρώντας πως αυτός είναι ο καθαρός χρόνος που ένας μπασκετμπολίστας μπορεί να αγωνιστεί σε ένα τέτοιο επίπεδο). Δεν μιλάμε για απλή καταγραφή σε ένα εάν θέλετε ορθόδοξο μπασκετικό πλαίσιο των βασικών κατηγοριών (πόντοι, ασίστ, ριμπάουντ κ.λπ.) αλλά για μία κατάσταση διαρκούς αποτύπωσης κάθε κίνησης μέσα στο παρκέ και ερμηνείας/ανάλυσής της πολυπαραγοντικά: ως προς τους υπόλοιπους (συμ)παίχτες, ως προς τους αντιπάλους στον συγκεκριμένο αγώνα, ως προς συνολικά τη λίγκα κ.ο.κ.[iv] Αξιολόγηση και σύγκριση σε υπερθετικό –και υπερεθνικό– βαθμό. Είναι αλήθεια άλλωστε πως τα τεχνολογικά μέσα, ακόμα και η ανάλυση αγώνων στο βίντεο (ή όπως χαρακτηριστικά τις αποκαλούν οι αθλητικές εφημερίδες «βιντεοθεραπεία»), προϋπάρχουν εδώ και δεκαετίες στο άθλημα, αλλά πλέον μιλάμε για εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Πώς όμως επηρεάζει πρακτικά η dato-ποίηση το μπάσκετ; Θέτει, με λίγα λόγια, στο επίκεντρο του αθλήματος, την επιτυχία, την πραγμάτωση του στόχου της νίκης no matter what. Επομένως; Είναι κακό αυτό;

Επομένως, περνάνε σε δεύτερο ή τρίτο πλάνο το ένστικτο, η έμπνευση, η δημιουργία θέτοντας έτσι σε καθεστώς αναμονής ή και αναστολής το δόγμα της χαράς του παιχνιδιού. Αυτό έχει επίπτωση τόσο στους ίδιους τους παίχτες, καθώς δεν μπορούν να ξεδιπλώσουν όλες τις τεχνικές τους αρετές ή καλούνται να ξεδιπλώσουν ακριβώς και μόνο τις αρετές στις οποίες είναι πιο αποδοτικοί και είναι πιο συμβατές με τους στόχους της ομάδας κ.λπ., όσο και εμάς τους οπαδούς/θεατές καθώς κυριαρχεί η σκοπιμότητα έναντι του θεάματος. Στρατηγικοποιείται το άθλημα, χάνεται το ένστικτο. Δεν υποστηρίζουμε πως εξαλείφεται το θέαμα αλλά πως «φιλτράρεται», πως μπαίνει σε καλούπια ή με άλλους όρους –και κάπως πιο προωθημένα– πως ολόκληρο το άθλημα αλγοριθμοποιείται. Αποδίδεις με βάση τα στατιστικά, τους πόντους αξιολόγησης, το efficiency; Μας κάνεις· μπες και παίξε, μπες και κέρδισε.[v]

Το ποδόσφαιρο καθυστέρησε να μπει στον τεχνολογικοστατιστικό χορό, αλλά σήμερα όχι μόνο χορεύει, αλλά χορεύει ολοένα και περισσότερο.[vi] Οι στατιστικές έχουν πληθύνει, οι προπονητές τις λαμβάνουν περισσότερο υπόψιν τους και πια έχουν μπει στις ποδοσφαιρικές συζητήσεις όλων μας. Είναι σε τέτοια έξαρση, θα λέγαμε, που δημιουργούνται νέες κατηγορίες. Ακριβώς δηλαδή όπως έγινε πριν από αρκετά χρόνια στο μπάσκετ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα xGoals,[vii] μία νέα κατηγορία στατιστικών που συνεχώς κερδίζει έδαφος στην ανάλυση των δημοσιολόγων, βαρύτητα στις κρίσεις των ειδικών (προπονητών κ.ά.)[viii] και γενικά της κοινής γνώμης. Τα Expected Goals επί της ουσίας είναι ο τρόπος να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποια ήταν «κλασική/μεγάλη» ευκαιρία, ποια όχι σημαντική κ.λπ. «Ποιοτικοποίηση» δηλαδή; Όχι ακριβώς, γιατί τα xGoals φέρνουν και τα xGoals κατά και τις xAssists κ.ο.κ. Πρακτικά τα xGoals είναι ένας ολοκαίνουργιος κόσμος ανάλυσης του αθλήματος, ο οποίος δεν ξέρουμε ακόμα πόσο θα επηρεάσει το ποδόσφαιρο. Κατά την άποψή μας, είναι μία ακόμη προσπάθεια να μπουν σε καλούπια οι ποδοσφαιρικοί αγώνες και μάλιστα η κορύφωση του παιχνιδιού, το γκολ.

Η καταγραφή κάθε σπιθαμής γης που έτρεξε ή περπάτησε ένας ποδοσφαιριστής, οι θερμικοί χάρτες, τα χιλιόμετρα που διένυσε, οι εύστοχες πάσες (σε απόλυτο αριθμό ή και σε ποσοστό) είναι η τούρτα της ποσοτικοποίησης. Και τα xGoals το κερασάκι. Με λίγα λόγια, μας φορτώνουν πληροφορία, η οποία θεωρητικά θα μας εξηγήσει το παιχνίδι, θα καθορίσει την απόδοση του εκάστοτε παίχτη κ.λπ. Μετρησιμότητα, στατιστικοποίηση και αποτελεσματικότητα (αναπόφευκτα) ολοένα και κερδίζουν έδαφος, η datoποίηση κατέβηκε στο γήπεδο με ένα 4 – 2 – 4 βγαλμένο από το χρονοντούλαπο...

Όσον αφορά το VAR, ένα σύγχρονο φαινόμενο που ήρθε για να μείνει όπως όλα δείχνουν, θεωρούμε πως μας κάλυψαν οι προλαλήσαντες. Στο περιοδικό τόσο στην έντυπη μορφή και συγκεκριμένα το τεύχος 5,[ix] όσο και στο site,[x] το θέμα έχει καλυφθεί εξονυχιστικά. Θα εστιάσουμε ωστόσο λίγο στις επιπτώσεις του συστήματος VAR στα συναισθήματά μας.

Η χρήση του VAR, η οποία συνεχώς κερδίζει έδαφος, έχει μια βασική συνέπεια στον συναισθηματικό μας κόσμο. Μας επηρεάζει,και μας πειράζει, σε μεγάλο βαθμό. Γιατί δεν μας αφήνει να αισθανθούμε, να ζήσουμε το παιχνίδι με τη ροή και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα που αυτό εμπεριέχει. Θέτει τα συναισθήματα σε αναστολή. Ή για να μιλήσουμε σε τεχνολογική αργκό –αν υπάρχει κάτι τέτοιο– σε sleep mode. Είτε μιλάμε για την επίτευξη ενός γκολ της ομάδας μας –και άρα τη χαρά μας– είτε για μία κόκκινη κάρτα εναντίον μας –και άρα τη λύπη, την αγανάκτησή μας– το VAR ορθώνει ένα αόρατο τείχος και μας τα στερεί. Δεν είναι άδικο, στον βωμό της δικαιοσύνης, να στερείται κάποιος το δικαίωμα στο συναίσθημα; Στη χαρά ή τη λύπη;

Συνοπτικά θα λέγαμε πως η τεχνολογία και οι προεκτάσεις του αυξανόμενου ρόλου της έχουν άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα στα συναισθήματά μας. Με τον ένα (VAR) ή τον άλλον (dato-ποίηση) τρόπο, μπορεί –και βασικά το κάνει– να αλλάξει το παιχνίδι και άρα τον τρόπο που το βιώνουμε.

Η πανδημία ως παράγοντας επηρεασμού του ποδοσφαίρου

Η νέα συνθήκη που προκύπτει από την εξάπλωση του ιού Covid-19 έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητά μας, μετασχηματίζοντας πολλές πτυχές της.[xi] Θα ήταν αδύνατο να μην επηρεαστεί και ο χώρος του αθλητισμού –και του ποδοσφαίρου. Άλλωστε μιλάμε για ένα παγκόσμιο φαινόμενο με τεράστια δυναμική και –τουλάχιστον– για τις γενιές μας πρωτόγνωρο.

Το να εστιάσουμε την προσοχή και την ανάλυσή μας στις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας[xii] σε ένα κείμενο για το συναίσθημα είναι άστοχο, όσο και αν στενοχωρούμε τους θιασώτες των happy economics. Προφανώς ο αθλητισμός –επαγγελματικός και μη– «γονάτισε» και θα συνεχίζει να «γονατίζει» λόγω της πανδημίας. Να αιμορραγεί για να είμαστε ακριβείς.

Ένας από τους λόγους είναι η απουσία των οπαδών από τον φυσικό τους χώρο, το γήπεδο. Θα λέγαμε και ζωτικό τους χώρο αλλά μπορεί να πάει ο νους σας στο κακό.

Η κύρια επίπτωση στο ποδόσφαιρο; Η απουσία κόσμου από τα γήπεδα. Η ενσώματη παρουσία –και όχι οι οπαδικές οθόνες όπως παρουσιάστηκαν στα playoff του ΝΒΑ φερ’ ειπείν–[xiii] είναι βασικό συστατικό του αθλητισμού. Η χαρά του να είσαι εκεί, δίπλα στην ομάδα σου, ανάμεσα σε συνοπαδούς και να βιώνεις την πλήρη γηπεδική εμπειρία δεν μπορεί να μεταφερθεί δια μέσου δυαδικών κωδικών. Και όχι μόνο αυτό, το πριν και μετά του γηπέδου –είτε μιλάμε για εντός είτε για εκτός έδρας αγώνα– σε καμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την παρακολούθηση σε μία καφετέρια (στην καλύτερη).

Η φυσική παρουσία γεννά, συντηρεί και μεγεθύνει συναισθήματα. Κι αυτό μας λείπει, οι λύσεις placebo δεν αρκούν σε κανέναν οπαδό. Θα ζήσουμε με αυτό για όσο διαρκέσει η πανδημία αλλά η νοσταλγία μίας γηπεδικής εμπειρίας επανέρχεται όλο και πιο έντονα όσο διαρκεί η απαγόρευση συναθροίσεων.

Αντί επιλόγου ή αλλιώς πώς να βάλουμε γκολ στο 90

Αυτό που θέλαμε να δείξουμε μέσω των συγκεκριμένων παραδειγμάτων είναι πως πλέον εδραιώνεται μία νέα πραγματικότητα στο ποδόσφαιρο, σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο. Είναι ξεκάθαρο πως η συνθήκη αυτή είναι κυρίαρχη και αναμφισβήτητα δεν αμφισβητείται.

Η νέα αυτή συνθήκη για το ποδόσφαιρο, δεν πρέπει να μείνει εκτός της μεγάλης εικόνας, δηλαδή του τι συμβαίνει έξω και πέρα από το ποδόσφαιρο. Κι αυτό γιατί οι δύο κόσμοι είναι αλληλένδετοι, (δια)πλέκονται και μας (δια)πλέκουν. Όπως εύστοχα παρατηρεί η Θάλεια Βιντζηλαίου στο κείμενό της για τη Συναισθηματική Νοημοσύνη,[xiv] ένας από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης και επιχειρηματικής αντίληψης για το συναίσθημα έγκειται στο ότι«[σ]ήμερα πια, οι συναισθηματικά έντονες αντιδράσεις που συνέβαλαν στην επιβίωση του είδους μας (θυμός, άγχος, φόβος, πάθος κ.ά.) είναι λιγότερο χρήσιμες σε σχέση με το παρελθόν. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο να τιθασεύσουμε τα απρόβλεπτα και ακατάστατα συναισθήματα της καθημερινότητάς μας προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε, προσθέτοντας λίγη ενόραση στις αντιδράσεις μας». Η τιθάσευση, ο μετριασμός και η ουδετεροποίηση των συναισθημάτων είναι ένα γενικευμένο φαινόμενο στη σύγχρονη εποχή, το ίδιο υποστηρίζουμε πως συμβαίνει –μέσω τουλάχιστον των τριών παραγόντων που παραθέσαμε– και στο ποδόσφαιρο.

Μπορεί να ακουγόμαστε ηττοπαθείς αλλά δεν είμαστε. Υποστηρίζουμε αντίθετα, πως υπάρχει χρόνος να γυρίσει το ματσάκι. Το πώς δεν το ξέρουμε ακριβώς, μπορούμε ωστόσο να υποστηρίξουμε με πάθος –με οπαδικό πάθος, γεμάτο συναίσθημα άρα– πως η επίγνωση, η κατανόηση του προβλήματος, η συνειδητοποίηση δηλαδή ότι όντως υπάρχει πρόβλημα, είναι το πρώτο βήμα. Από κει και πέρα ο δρόμος είναι μακρύς και δυσκολοδιάβατος. Το να επιστρέψουμε στην καρδιά του αθλήματος, να το επανοικειοποιηθούμε, να το ανανοηματοδοτήσουμε και τέλος να το ζήσουμε ολικά είναι θαρρούμε ο μόνος δρόμος για να σώσουμε όχι μόνο το άθλημα αλλά και την ψυχή μας.

Υ.Γ.: Οι τελευταίες αυτές γραμμές του κείμενου γράφονται μετά τον θάνατο του Ντιέγκο Μαραντόνα. Θεωρούμε πως θα ήταν λάθος να μην πούμε δύο λόγια για Αυτόν, σε ένα κείμενο για τη σχέση συναισθήματος και ποδοσφαίρου. Ο καλύτερος και πιο επιδραστικός ποδοσφαιριστής στην ιστορία ήταν, πέραν όλων των άλλων, δημιουργός συναισθημάτων, αναμνήσεων και εικόνων. Συνυφασμένος με τη χαρά του αθλήματος, τη μαγεία του άγνωστου, του απρόβλεπτου και ταυτόχρονα οδηγός του λαού –γιατί στον λαό απευθυνόταν– στη θλίψη, τη στεναχώρια, την κακώς εννοούμενη έκπληξη. Όλα αυτά σε ένα. Δημιουργός και οδηγός, πρωτοπόρος και παρίας. Ένας τρωτός θεός, ένας ανθρώπινος Ιανός. Πάθος και λάθος, συχνά και πάθος για το λάθος. Ήταν πράγματι όλα αυτά και άλλα τόσα που ήδη ειπώθηκαν ή δεν θα ειπωθούν ποτέ. Ή θα ειπωθούν στο Humba #39. Είναι –προσοχή! όχι ήταν– μία ρωγμή στον χώρο και τον χρόνο.


[i] Με την είσοδο των χορηγών τόσο σε προσωπικό επίπεδο, π.χ. η περιβόητη σκηνή όπου ο Πελέ δένει τα παπούτσια του για να φανεί το λογότυπο γνωστής εταιρείας αθλητικών ειδών, αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, π.χ. η ονοματοδοσία γηπέδων, ομάδων κ.λπ.

[ii] Περισσότερα γύρω από το συγκεκριμένο «φαινόμενο» στο βιβλίο του David Winner, Total Football: Επανάσταση Χρώματος Πορτοκαλί, μτφρ. Χρ. Χαραλαμπόπουλος, επιμ. Μ. Δεληγιαννάκης, Αθήνα: Δίαυλος, 2018.

[iii] Για μία σύντομη βιβλιοπαρουσίαση βλ. εδώ.

[iv] Μεταξύ άλλων μετριούνται πλέον ως ποσοστό οι ασίστ που δίνει ένας παίχτης στους συμπαίχτες του ή τα μπλοκ του σε συνάρτηση με τα συνολικά της ομάδας, όπως φαίνεται π.χ. εδώ.

[v] Ή αλλιώς σκάσε και κολύμπα.

[vi] Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι το πόσο μεγάλη απήχηση-επισκεψιμότητα έχουν εφαρμογές όπως η opta (https://www.optasports.com/) από τους οπαδούς, αλλά και το πόσο επηρεάζουν τους προπονητές.

[vii] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. σχετικά εδώ.

[viii] Π.χ. με εφαρμογές όπως το Wyscout ή την αυξανόμενη συνεισφορά του δημοφιλούς (και αγαπημένου μας) βιντεοπαιχνιδιού Football Manager τόσο σε επίπεδο τακτικής προσέγγισης όσο και στον τομέα αναζήτησης ταλέντων.

[ix] Kaboom 6, Στέφανος Μπατσής, «Ενάντια στο Video Assistant Referee», σ. 207-227.

[x] Βλ. το κείμενο των Γιάννη Κτενά και Στέφανου Μπατσή, VAR: Από το χέρι του θεού στο μάτι του συστήματος.

[xi] Για τις... εξωγηπεδικές -και όχι μόνο- επιπτώσεις της πανδημίας βλ. το σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού.

[xii] Η πανδημία έχει πλήξει έντονα το ποδόσφαιρο, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Όσον αφορά το πρώτο, αναφέρουμε ενδεικτικά πως σύμφωνα με στοιχεία του transfermarkt οι μεταγραφικές δαπάνες στα κορυφαία και πιο εμπορικά πρωταθλήματα της Ευρώπης μειώθηκε κατά 40% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Τώρα, όσον αφορά το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο αλλά και συνολικά τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, το γεγονός και μόνο πως σχεδόν όλα τα πρωταθλήματα έχουν ανασταλεί, πως πληθώρα ομάδων αποσύρεται από τα πρωταθλήματα λόγω οικονομικών προβλημάτων κ.ά. λένε πολλά. Βασικά τα λένε όλα.

[xiii] Λύση γενόσημο; Παρηγοριά στον άρρωστο; Ίσως και τα δύο αλλά το τι είναι τέτοιου είδους κινήσεις είναι θέμα για άλλο κείμενο.

[xiv] Kaboom 7, σ. 123-135.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Θανάσης Δημάκας

Θανάσης Δημάκας