Θεωρία

Και τί σημαίνει «πυκνός πολιτικός χρόνος»;

Τελευταία, η φράση «πυκνός πολιτικός χρόνος», που εκφέρεται συνήθως με κάποια δυσφορία ή αμηχανία, κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλισέ, σε μόνιμη επωδό που όλοι έχουμε χρησιμοποιήσει και φθείρει, σε σημείο που ενίοτε παγιώνει αντί να εγκαλεί τη δύσκολη πραγματικότητα της ενσώματης δημοκρατίας. Η προέλευση και η μοίρα τέτοιων κοινά αποδεκτών φράσεων δεν πρέπει να μας αφήνουν ασυγκίνητους. Αποτελούν καθοριστικές στιγμές στη δημιουργία –συλλογικού- νοήματος και ως τέτοιες συμπυκνώνουν και καθορίζουν το πολιτικό πράττειν με τρόπους πολύ συχνά αφανείς και γι’ αυτό ακόμη σημαντικότερους. Ας ξαποστάσουμε λοιπόν για λίγο να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που λέμε.

Η έννοια του χρόνου μπορεί να αναλυθεί υπό δύο κυρίαρχες οπτικές. Πρώτον, ως «αντικειμενικός», ποσοτικοποιημένος, μετρήσιμος χρόνος, ως ο χρόνος μέτρο της κίνησης κατά τον Αριστοτέλη, ως «σημειακό και ομοιογενές continuum». Και δεύτερον, ως υποκειμενικός χρόνος, ως Καιρός κατά τους στωικούς, όπως ορίζεται από το υποκείμενο και την κοινωνία, καιρός δηλαδή της σποράς, του θερισμού, της εξέγερσης κλπ, ως ιστορικός χρόνος «όπου η πρωτοβουλία του ανθρώπου αδράχνει την ευνοϊκή ευκαιρία κι αποφασίζει παραχρήμα για την ελευθερία του». Την εμπειρία αυτού του χρόνου την έχει αναπαραστήσει ο Μπένγιαμιν, γράφοντας για τα ρολόγια που πυροβολούσαν οι εξεγερμένοι στο Παρίσι το 1830, «παγώνοντας» έτσι τον «αντικειμενικό» χρόνο. Την έχουμε ωστόσο ζήσει κι εμείς, όταν στον δικό μας Μάη πυρπολήθηκε ένα σύμβολο του περάσματος του χρόνου, το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου Αθηναίων. Πέρα από την πυρπόληση του καταναλωτισμού και της υποκρισίας, πέρα από την ακύρωση της εορταστικής ατμόσφαιρας ενώπιον μιας δολοφονίας, η πυρπόληση ενός συμβόλου του νέου έτους απηχούσε την εμπειρία όλων όσων βγήκαν στους δρόμους εκείνες τις μέρες: ότι ο ίδιος ο χρόνος είχε σταματήσει, διασταλεί ή συμπυκνωθεί, για να χωρέσει όλες αυτές τις πράξεις που ζητούσαν έξαφνα και ταυτόχρονα να τοποθετηθούν και να τοποθετήσουν την Ιστορία. Αυτή λοιπόν, η συμπυκνωμένη ή διεσταλμένη, είναι η εκκωφαντική αίσθηση του χρόνου που βιώνουμε κάθε φορά που γράφουμε Ιστορία.

Με βάση τα παραπάνω, η φράση «πυκνός πολιτικός χρόνος» μπορεί να σημαίνει δύο τινά. Εάν αναφέρεται στον «αντικειμενικό» χρόνο, τότε είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος να πούμε ότι συμβαίνουν πάρα πολλά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ότι τα γεγονότα εξελίσσονται τόσο γρήγορα που δυσκολευόμαστε να τα παρακολουθήσουμε. Πρόκειται δηλαδή για μια κομψή παραδοχή αδυναμίας. Ωστόσο, σπανίως γίνονται δημοφιλείς οι παραδοχές αδυναμίας, γι’ αυτό και τη γοητεία της φράσης –την πρόθεσή της- θα πρέπει να την αναζητήσουμε στη δεύτερη σημασία της, που προκύπτει από τη δεύτερη εννοιολογική σύλληψη του χρόνου, την υποκειμενική. Με βάση τη σημασία αυτή, ο Καιρός θα μπορούσε να νοηθεί και ως πυκνός χρόνος, υπό την έννοια ότι συμπυκνώνει πολλούς διαφορετικούς χρόνους.

Στο σημείο αυτό διαπιστώνουμε την ταυτολογία, που είναι, σε κάθε περίπτωση, μια ένδειξη αληθείας. Διότι -εξ ορισμού- η πολιτική είναι κάτι που κάνουμε μαζί με τους άλλους (με μερικές εξαιρέσεις όπως ο Σαρτρ ίσως). Συνεπώς, ο πολιτικός χρόνος συμπυκνώνει -εξ ορισμού- τους χρόνους πολλών υποκειμένων και είναι –εξ ορισμού- πυκνός. Εδώ νομίζω οφείλεται η δύναμη της φράσης, ο λόγος για τον οποίο έχει καθιερωθεί: βρίσκεται στο κατώφλι της συνειδητοποίηση μιας θεμελιώδους αλήθειας, που ωστόσο δεν είναι δεδομένη, ότι κόμμα και κοινωνία είναι πλουραλιστικά και τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε για να το αλλάξουμε αυτό. Ή τουλάχιστον τίποτε το αποδεκτό από μια πολιτική κουλτούρα που αποστρέφεται τις ολοκληρωτικές λογικές.

Προς τι λοιπόν η δυσφορία των ομιλητών που καταγράφεται με την επίκληση της φράσης «πυκνός πολιτικός χρόνος», αν πρόκειται περί ταυτολογίας; Θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά, θα μπορούσε μήπως ο πολιτικός χρόνος να μην είναι πληθυντικός, να μην περιλαμβάνει τον χρόνο πολλών υποκειμένων, να μην περιλαμβάνει πολλά υποκείμενα; Για κάποιους, ίσως.

Ακολουθώντας μια τυπική προσέγγιση, ας δούμε το πλαίσιο της εκφώνησης. Νομίζω δεν είναι τυχαίο που ακούμε αυτή τη φράση σε συγκεντρώσεις της Αριστεράς. Μπορούμε να κάνουμε διάφορες υποθέσεις. Αλλά θα επικεντρωθώ σε μία, που είναι μάλλον η σημαντικότερη σε αυτή τη συγκυρία. Υποθέτω λοιπόν ότι η τόσο πυκνή χρήση της φράσης «πυκνός πολιτικός χρόνος» μπορεί να οφείλεται σε μια ορισμένη αντίληψη περί πολιτικής ηγεμονίας, που αναζητεί να πετύχει την ομοιογένεια στο επίπεδο του συλλογικού ηγεμόνα, ενώ η μελέτη του Μακιαβέλι μας δείχνει αντιθέτως ότι, στην πραγματικότητα, ο ηγεμόνας επιβάλει την (ομογενοποιητική) κυριαρχία διά της δικής του ετερογένειας. Πρόκειται δηλαδή για μια δυσφορία απέναντι στις αντιστάσεις τριβής των υποκειμένων εντός και εκτός κόμματος, γιατί δεν ακολουθούν την ατζέντα και το χρονοδιάγραμμά μας. Ενώ, να το πούμε καθαρά, αυτή η ετερογένεια υποκειμένων και χρόνων είναι στην πραγματικότητα αναγκαία προϋπόθεση της άσκησης πολιτικής ηγεμονίας. Ο (συλλογικός) ηγεμόνας καταχτά και διατηρεί την εξουσία μόνο στον βαθμό που είναι και παραμένει ετερογενής, μόνο στον βαθμό που είναι και τεχνικός και προφήτης και άνθρωπος και θηρίο και δρόμος και Βουλή, και Σκουριές και ομιλίες στα υπερατλαντικά ινστιτούτα.

Σε δεύτερο επίπεδο, αυτή η –κατασκευαστική- αντίληψη της πολιτικής επιχειρεί να εργαλειοποιήσει τις επιμέρους ταυτότητες για να οικοδομήσει το κόμμα. Αγνοεί έτσι τη μοιραία σχέση μεταξύ homo faber και animal laborans, οδηγεί δηλαδή τυφλά όλες μας τις προσπάθειες σε μία κυκλικότητα από την κατασκευή στην κατανάλωση και είναι κατά συνέπεια θεμελιωδώς αντιπολιτική, θεμελιωδώς αντιδραστική, όπως αποδείχτηκε τον προηγούμενο αιώνα. Να το πούμε καθαρά: τα κινήματα δεν εργαλειοποιούνται, είναι ζωντανά και θα επιβάλουν πάντα τους δικούς τους χρόνους, τον δικό τους Καιρό. Όταν σταματούν να το κάνουν, απονεκρώνονται και μαζί τους απονεκρώνεται και ο «συλλογικός ηγεμόνας». Η προσπάθεια εργαλειοποίησης των κινημάτων αποτελεί συνεπώς το ισοδύναμο του αυτοκτονικού ιδεασμού για τα κόμματα της Αριστεράς. Σχετικά πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η συγκέντρωση που επιχείρησε ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στη Βουλή, συγκέντρωση που αδίκησε τόσο την πλατιά στήριξη της ΕΡΤ από την ελληνική κοινωνία όσο και την ευρεία κοινωνική απήχηση του λόγου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

Σε τρίτο επίπεδο –που ευτυχώς αφορά πολύ λιγότερους στην εποχή μας- αυτή η ίδια καταραμένη αντίληψη τείνει να αρνείται ευθέως το πραγματολογικό θεμέλιο του πλουραλισμού, να αρνείται δηλαδή ότι η ύπαρξη διαφορετικών θέσεων σε διαμάχη αποτελεί καταστατική συνθήκη κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Ισχυρίζεται αντιθέτως ότι οι ουσιαστικές διαφορές –που άπτονται της σεξουαλικότητας π.χ.- θα εξαφανιστούν από μόνες τους στην αταξική κοινωνία. Αυτό που διαφεύγει του ισχυρισμού αυτού είναι πως οι ισχυρισμοί μας μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην κοινωνική πραγματικότητα. Αν ας πούμε οι διαφορές προορίζονται να εξαφανιστούν έτσι κι αλλιώς, γιατί να περιμένουμε και να μην τις εξαφανίσουμε από τώρα, ενισχύοντας για παράδειγμα τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς στο κόμμα και την κοινωνία.

Καταληκτικά, επειδή έχουμε υπερεπαρκή ιστορική εμπειρία του πού οδηγεί ο άλλος δρόμος, επειδή η προσπάθεια εργαλειοποίησης των επιμέρους υποκειμένων μοιραία αποτυγχάνει, επειδή η ετερογένεια του συλλογικού ηγεμόνα αποτελεί προϋπόθεση της αποτελεσματικής άσκησης πολιτικής ηγεμονίας, οφείλουμε στη σύγχρονη Αριστερά να καταφάσκουμε την ετερογένειά μας. Όπερ σημαίνει, εν προκειμένω, ότι τη φράση «πυκνός πολιτικός χρόνος» καλό είναι να τη λέμε μόνο με χαμόγελο. Διότι, όσο ο πολιτικός χρόνος παραμένει πυκνός, παραμένει πολιτικός και πάμε καλά. Άμα αρχίσει να αραιώνει, τότε πρέπει να ανησυχήσουμε μήπως κάτι κάνουμε λάθος, πολύ, μα πάρα πολύ λάθος.

 

 

  Agamben Giorgio, «Tempo e storia. Critica dell'istante e del continuo», στο Infanzia e storia. Distruzione dell'esperienza e origine della storia, Τορίνο, Einaudi, 1979 = Χρόνος και Ιστορία, Κριτική του στιγμιαίου και του συνεχούς, μτφρ. Δημήτρης Αρμαίος, Αθήνα, Ίνδικτος, 2003, σ. 14.

 Ibid., σσ. 34-35.

 Ibid., σ. 42.

 Είναι σημαντικό να μην υπάρξει η παρανόηση ότι αυτό συμβαίνει μόνο όταν ασκείται βία. Πολύ ωραία το επισημαίνει η Άρεντ: «Είναι, ωστόσο, αποστολή κάθε πράξης, κατ’ αντιδιαστολή προς την απλή συμπεριφορά, να διακόπτει αυτό που θα είχε προχωρήσει αυτόματα και συνεπώς προβλέψιμα.» (On Violence, Νέα Υόρκη. Harcourt, Brace and World, 1970 = Περί Βίας, μτφρ Νικολαΐδου-Κυριανίδου Βάνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 93).

 Agamben Giorgio, op.cit., σ. 35. Το κείμενο του Σενέκα στο οποίο γίνεται αναφορά μπορείτε να το βρείτε και στο διαδίκτυο: http://www.forumromanum.org/literature/seneca_younger/brev.html. 

 Σιαμανδούρας Σωτήρης, Η έννοια της ελευθερίας στον Machiavelli,  HYPERLINK "http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&lang=el&pid=iid:5549" http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&lang=el&pid=iid:5549, βλ. ιδιαίτερα σσ. 285-287.

 

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Σωτήρης Σιαμανδούρας