Ανάλυση

Flexicurity: ευελιξία και ασφάλεια εις σάρκαν μίαν (;)

Αυτό που έρχεται σαν εξέλιξη στις εργασιακές σχέσεις, ίσως είναι κάτι άγνωστο, πέρα από την κατανόησή μας. (…) Τα παιδιά που θα γεννηθούν θα μεγαλώσουν σε μια άλλη πραγματικότητα, που ίσως εμείς δεν θα μάθουμε ποτέ.

Αντώνης

Η πραγματική ατζέντα που κρύβεται πίσω από το μοντέλο flexicurity είναι η αποδόμηση της προστασίας της εργασίας, δίνοντας στους εργοδότες ακόμα μεγαλύτερη δυνατότητα να πιέζουν για χαμηλότερους μισθούς και να περιορίσουν την ευελιξία την εργαζομένων.

(R. Janssen, 2007)

Δεν γνωρίζουμε εάν ο Σταύρος Τσιώλης, σε ήρωα του οποίου ανήκει το πρώτο από τα παραπάνω παραθέματα, είχε ασχοληθεί επισταμένα με το θέμα της ελαστικοποίησης του εργασιακού πλαισίου, τον μετασχηματισμό της εργατικής πραγματικότητας και νομοθεσίας ή πιο συγκεκριμένα με την έννοια του flexicurity. Θα μπορούσε όμως.

Το flexicurity είναι μία από τις βασικές διαδικασίες μετασχηματισμού του εργασιακού πλαισίου, με την οποία θα ασχοληθούμε στο παρόν σημείωμα, αναλύοντας τις βασικές πτυχές της, το ιστορικό της πλαίσιο, καθώς και τις προεκτάσεις της. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, θα συσχετίσουμε το flexicurity υπό ευρεία έννοια με τις σημερινές συνθήκες (πανδημία), όπως και με την κεντρική θεματική του επικείμενου τεύχους μας (Kaboom 7), που δεν είναι άλλη από τα συναισθήματα στη σύγχρονη εποχή. Άλλωστε, μια τόσο σημαντική για την κοινωνία σχέση, όπως είναι η εργασία, δεν μπορεί να μην επηρεάζει τα συναισθήματά μας.

Τις τελευταίες δεκαετίες διάφορες λέξεις και έννοιες επανέρχονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο κεντρικό πολιτικό πλαίσιο, την κοινωνία αλλά και τη ρητορική των κομμάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα μπορούν να θεωρηθούν η ατομική ευθύνη, η αριστεία, η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια κ.ά. Έννοιες που ανάλογα με τις συνθήκες της εποχής ή την πολιτική τοποθέτηση του ομιλητή, του πολιτικού, των κόμματων/θεσμών διαφοροποιούνται και χρησιμοποιούνται αναλόγως.

Μία από αυτές τις έννοιες είναι και το flexicurity. Η λέξη είναι σύνθετη και προκύπτει από τη «σύμπτυξη» των λέξεων flexibility και security, ή αλλιώς στα ελληνικά της ευελιξίας (ή ευ-μεταβλητότητας) και της ασφάλειας. Σχηματίζεται με αυτόν τον τρόπο μια νέα, υβριδική λέξη η οποία εμπεριέχει, αν όχι ολοκληρωτικά και τις δύο παραπάνω έννοιες, τότε στοιχεία και των δύο. Τουλάχιστον στα χαρτιά. Παρά το γεγονός ότι ο όρος flexicurity δεν είναι τόσο γνωστός και πολυχρησιμοποίημενος όσο οι άλλοι που αναφέραμε στον ελλαδικό χώρο, δεν σημαίνει πως δεν μας επηρέασε ή δεν έπαιξε (και δεν παίζει ακόμα) σημαντικό ρόλο στο κοινωνικό και εργασιακό –κυρίως– γίγνεσθαι.

Ιστορικά η λέξη flexicurity δημιουργήθηκε για να περιγράψει ένα νέο φαινόμενο, μια καινούργια συνθήκη που χρονολογείται στο τέλος της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές της δεκαετίας του 1990, συνοδεύοντάς μας μέχρι και σήμερα. Άλλωστε, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, το flexicurity είναι σίγουρα ελαστικό ως έννοια και καταφέρνει, μέσω των ευέλικτων μετατροπών του, να επιβιώνει μέχρι τις ημέρες μας.

Ο όρος στην πραγματικότητα δημιουργήθηκε όχι εκ του μηδενός αλλά εξαιτίας της αλλαγής της εργατικής πολιτικής στις Σκανδιναβικές και τις Κάτω Χώρες, όπου και πρωτοεμφανίστηκε. Η εφαρμοζόμενη εργατική και κοινωνική πολιτική στις παραπάνω χώρες μετασχηματίστηκε τα τελευταία χρόνια του προηγούμενου αιώνα. Το μείγμα της πολιτικής περιελάμβανε κοσμογονικές αλλαγές (στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια) και ως εκ τούτου το νέο πλαίσιο έπρεπε –για λόγους πολιτικού μάρκετινγκ– κάπως να ονομαστεί. Η λύση στο πρόβλημα της ονοματοδοσίας της καινούργιας συνθήκης δόθηκε λοιπόν μέσω του «ακίνδυνου», «μοντέρνου» και «επικοινωνιακά ασφαλούς» όρου flexicurity. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο νέος όρος χρησιμοποιήθηκε τόσο σε στενό πολιτικό πλαίσιο όσο και ευρύτερα σε κοινωνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Θα χρησιμοποιήσουμε αναφορές, ορισμούς και παραδείγματα και από τους δύο πόλους για να φωτίσουμε καλύτερα το μοντέλο του flexicurity.

Πέραν της καθαρά ετυμολογικής ερμηνείας που είδαμε συνοπτικά παραπάνω, μπορούν να δοθούν αρκετοί ορισμοί, έστω και με μικρές διαφοροποιήσεις, στη συγκεκριμένη έννοια. Κατά τους Wilthagen και Tros (2004: 169), «το flexicurity είναι μια πολιτική στρατηγική η οποία στοχεύει στη βελτίωση της αγοράς εργασίας, των εργασιακών σχέσεων και της ευελιξίας των εργασιακών οργανισμών (εργασιακή κινητικότητα, συμβάσεις ορισμένου χρόνου) από τη μία, και στην ενίσχυση της εργασιακής και εισοδηματικής ασφαλείας από την άλλη (ειδικότερα των κοινωνικών στρωμάτων που βρίσκονται στο μεταίχμιο τόσο της εργασίας όσο και της ζωής συνολικά)». Οι δύο μελετητές δίνουν έναν ακόμα συμπεριληπτικό ορισμό: «Το flexicurity στοχεύει στο να ενδυναμώσει τη θέση αδύναμων κοινωνικών ομάδων (ανειδίκευτων εργατών, γυναικών, μεταναστών, μειονοτήτων κ.ά.) στην αγορά εργασίας, προσφέροντάς τους –μέσω της ελαστικοποίησης του εργασιακού πλαισίου αλλά και των «πυλώνων» του– τη δυνατότητα να είναι “ανταγωνιστικοί” προς τους άλλους εργαζομένους». Ο ορισμός αυτός φαίνεται πιο πολιτικός και μοιάζει όπως θα δούμε στη συνέχεια σε μεγάλο βαθμό με τη θέση που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρατηρούμε στους παραπάνω παρεμφερείς ορισμούς να δίνεται ισοβαρής σημασία στους δύο άξονες: την ευελιξία και την ασφάλεια. Πρέπει ωστόσο να κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι οι ορισμοί αυτοί αφενός είναι πολιτικοί (έχουν δηλαδή πολιτικό χρωματισμό) και αφετέρου θεωρητικοί-ακαδημαϊκοί (κρατούν ουδέτερη θέση). Υπό την έννοια αυτή, δεν έχουν σαφή στοιχεία εξειδίκευσης της προτεινόμενης πολιτικής και ηθελημένα δεν αναφέρονται πουθενά οι κίνδυνοι, οι αστοχίες ή οι παγίδες του μοντέλου.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η ασφάλεια εντός flexicurity περιλαμβάνει τέσσερις διαφορετικές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες προεκτάσεις. Συνοπτικά, οι υποκατηγορίες αυτές είναι: α) η ασφάλεια της διατήρησης εργασίας, με λίγα λόγια η δυνατότητα να παραμείνει κάποιος στο εργασιακό –αλλά ελαστικοποιημένο πλέον– εργασιακό περιβάλλον, β) η δυνατότητα εύρεσης πανομοιότυπης εργασίας, επί της ουσίας υπάρχει «ομαδοποίηση» και «σύγκλιση» των εργασιακών κλάδων (που οδηγεί στο δόγμα: όλοι για όλες τις δουλειές), γ) η εισοδηματική ασφάλεια, πρόκειται επί της ουσίας για το πάγωμα των μισθών στο ίδιο επίπεδο, πρακτικά δηλαδή ο εργαζόμενος μπορεί να βρει εργασία με πάνω κάτω τα ίδια χρήματα και, δ) η συνδυαστική ασφάλεια να βρει κάποιος εργασία διατηρώντας τις κοινωνικές εισφορές αλλά και υποχρεώσεις του.[1]

Κατά τους Bredgaard και Madsen,[2] το σύστημα flexicurity συνδύαζε το «φιλελεύθερο» σκέλος της ελεύθερης αγοράς εργασίας (και όχι μόνο) και το «σοσιαλδημοκρατικό» αίτημα για κοινωνική προστασία ενταγμένη σε ένα μοντέλο κρατικής πολιτικής όπως αυτό που έγινε ευρύτερα γνωστό ως σκανδιναβικό. Με άλλα λόγια, φάνταζε ως ο ιδανικός και αποτελεσματικός «τρίτος δρόμος» για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, καθότι θεωρητικά τουλάχιστον, εγκολπώνει όπως προαναφέρθηκε τα «καλά σημεία» των δύο πόλων. Το παραπάνω μοντέλο όπως θα δούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια πρωτοθεσμίστηκε και εφαρμόστηκε με επιτυχία σε χώρες με αναπτυγμένο κράτος δικαίου ή αλλιώς κοινωνικά δίκαιο κράτος. Η Δανία και η Ολλανδία είναι δύο τέτοιες χώρες. Όπως δε αναφέρεται χαρακτηριστικά: «πουθενά δεν είχε εφαρμοστεί καλύτερα από την Δανία, κάνοντας τη Δανία το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του εγχειρήματος».[3] Με αυτό ως δεδομένο, θεωρούμε πως αξίζει να εστιάσουμε λίγο παραπάνω στη συγκεκριμένη χώρα, καθώς αποτέλεσε το paradigm του μοντέλου.

Το μοντέλο flexicurity της Δανίας βασίστηκε σε τρεις πυλώνες. Οι πυλώνες αυτοί, γνωστοί και ως «χρυσό τρίγωνο» (golden triangle) είναι: α) ένα ευέλικτο εργασιακό καθεστώς, με χαμηλό δείκτη ασφαλείας, β) πλουσιοπάροχα –σε συγκριτικό επίπεδο με άλλα κράτη– επιδόματα ανεργίας[4] και, τέλος, γ) ισχυρό/πολυδάπανο δημόσιο τομέα όσον αφορά την εκπαίδευση και άλλους κοινωνικούς τομείς (Jorgesen and Madsen, 2007· OECD, 2004). Το χρυσό τρίγωνο έγινε συνώνυμο των επιδόσεων της δανέζικης οικονομίας, η οποία τοποθετούνταν ασφαλώς πολύ πάνω από τον μέσο όρο αρκετών χώρων και αυτό έχει τη σημασία του (Βregdaard et al, 2005). Το γεγονός αυτό οδήγησε, ίσως εύλογα αλλά σίγουρα αφελώς, στο συμπέρασμα πως η επιτυχία της δανέζικης οικονομίας οφειλόταν αποκλειστικά στο flexicurity, παρόλο που κάτι τέτοιο είναι αρκετά δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια (Auer, 2000· Βregdaard et al, 2005· European Commission, 2006).

Αξίζει θεωρούμε να δούμε έστω ένα παράδειγμα, το πιο χαρακτηριστικό, του πώς εφαρμόστηκε-πραγματώθηκε το flexicurity στην Ολλανδία. Η σύμβαση 0 ωρών (zero hour contract) αποτελεί μια σύμβαση στην οποία πρακτικά ο εργαζόμενος εργάζεται μόνο εάν τον καλέσει κατά περίπτωση ο εργοδότης. Στο συγκεκριμένο είδος σύμβασης δεν υπάρχει ελάχιστο όριο όσον αφορά τις εργάσιμες ώρες. Πρακτικά λοιπόν ένας εργαζόμενος μπορεί να δουλέψει από 0 έως 40 ώρες, ανάλογα με τον φόρτο εργασίας της επιχείρησης, τον προγραμματισμό, την εμπορική κίνηση, την εποχή ή και –εντελώς υποθετικά βρε αδερφέ– τις ορέξεις του εργοδότη. Και αν αυτό το σκέλος της σύμβασης καταδεικνύει την ευελιξία, μην απελπίζεστε, υπάρχει και το σκέλος της ασφάλειας. Η ασφάλεια λοιπόν έγκειται στο ότι ακόμα και εάν κάποιος δουλέψει 1 ώρα, θα πληρωθεί για 3. Υπάρχει δηλαδή το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ως ασπίδα ασφαλείας, η οποία ωστόσο ενισχύεται καθώς στην Ολλανδία οι ελαστικές εργασίες τέτοιου είδους, είτε είναι ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, έχουν την ίδια εργασιακή προστασία. Δεν θα επεκταθούμε σε άλλες μορφές ευέλικτης εργασίας στη συγκεκριμένη χώρα, και θα κλείσουμε με μία διαπίστωση και μία ερώτηση.

Η διαπίστωση: σε θεωρητικό πλαίσιο, όπως είδαμε, το flexicurity εμπεριείχε τα «καλά» στοιχεία των δύο εννοιών που εγκόλπωνε, πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση βλέπουμε πως όντως όσον αφορά την ευμεταβλητότητα της δυνατότητας για εργοδοτική ευελιξία με τέτοιου είδους συμβάσεις, η ολλανδική οικονομία παρέμεινε ανταγωνιστική (χαμηλοί δείκτες ανεργίας, υψηλά εισοδήματα, τεχνολογική ανάπτυξη, εξαγωγές κ.λπ.). Ωστόσο, κατά την άποψή μας, οι αυξητικές τάσεις των ευέλικτων εργαζομένων πρακτικά σημαίνουν τη γιγάντωση, την κυριαρχία και ασφαλώς την κανονικοποίηση της επισφάλειας. Ασφαλής δεν γίνεται να είναι κάποιος που ενδεχομένως να μην εργαστεί –και πληρωθεί– πάνω από 3 ώρες την εβδομάδα. Και η ερώτηση: δεν συμφωνείτε;

Η Δανία και η Ολλανδία, εξίσου πολυδιαφημισμένη ως success story του εγχειρήματος αν και με ορισμένες διαφοροποιήσεις,[5] ανήκαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 στις δυνατές οικονομίες (μισθολογικά, σε δείκτες ανεργίας κ.λπ.) χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Το ίδιο και η Γερμανία, η οποία επί της ουσίας είναι η ισχυρότερη οικονομικά και πολιτικά χώρα της Ευρώπης. Η χαρακτηριστικότερη γερμανική εκδοχή του flexicurity ονομάζεται mini jobs και πρακτικά είναι ένα εργασιακό πλαίσιο αρκετά κοντά στον πυρήνα των προαναφερθεισών πολιτικών. Το μοντέλο mini jobs επί της ουσίας περιλαμβάνει: μερική και επισφαλή εργασία χαμηλής κατάρτισης, π.χ. στον χώρο της εστίασης ή του τουρισμού, με μέγιστο μισθό τα 450 ευρώ/μήνα αλλά παράλληλα τη δυνατότητα οι mini jobers να λαμβάνουν προνόμια που αναλογούν στα 360 ευρώ/μήνα (αντίστοιχα με τα επιδόματα των ανέργων όπως επίδομα θέρμανσης, ιατροφαρμακευτική ασφάλιση κ.ά.) και όλα αυτά αφορολόγητα. Το μοντέλο αυτό, το οποίο πλέον γράφει δεκαετίες εφαρμογής, βοήθησε σε μεγάλο βαθμό να φανεί πως η Γερμανία πέτυχε ένα μικρό οικονομικό θαύμα. Χαρακτηριστικό της επιτυχίας που γνώριζε και γνωρίζει ακόμα είναι ότι το 2013 περίπου 7 εκατομμύρια άνθρωποι εντάσσονταν σε αυτό το πλαίσιο.

Καλά όλα αυτά, όμως τι γίνεται με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης; Και δη τις πιο αδύναμες οικονομίες, όπως αυτές του ευρωπαϊκού νότου; Γεννάται επομένως το ερώτημα εάν μπορούσε το εγχείρημα αυτό να λειτουργήσει τόσο αποτελεσματικά και αλλού, σε λιγότερο «ανταγωνιστικές» οικονομίες.

Υπάρχει καλύτερος τρόπος να επιβεβαιωθεί εάν ένα πετυχημένο πείραμα μπορεί να είναι αποτελεσματικό παντού, από το να εφαρμοστεί παντού; Αυτό πιθανόν να αναρωτήθηκαν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καθώς, όπως ίσως μαντέψατε, υπήρξε η θέληση το flexicurity να αποτελέσει κεντρικό πολιτικό πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο επίπεδο των εργασιακών πολιτικών. Πιο συγκεκριμένα από το 1997, με ήπιους και ίσως υπόρητους τρόπους αλλά κυρίως μέσω της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το flexicurity έχει αναχθεί σε βασικό, αν όχι στο βασικότερο, πλαίσιο εργατικής πολιτικής των κρατών μελών.[6] Με άλλα λόγια, είτε έχει γίνει αντιληπτό είτε όχι, ζούμε με αυτό, ζούμε εντός του.

Επειδή ήμασταν κάπως απότομοι και αφού ζητήσουμε συγγνώμη, ας δούμε αναλυτικότερα την ευρωπαϊκοποίηση του μοντέλου flexicurity. Ήδη από τον Μάρτιο του 2000, το «διευθυντήριο» της ΕΕ μαζί με τα κράτη μέλη ήρθαν σε συμφωνία ώστε να καταστεί η ΕΕ «η πιο ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία στον κόσμο, βασισμένη σε εξειδικευμένους, μορφωμένους και καταρτισμένους εργαζόμενους, ικανή να συντηρήσει την οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες δουλειές και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή».[7] Οι τότε στόχοι της Ευρώπης φαντάζουν αστείοι αν δούμε πώς κινούνται οι πραγματικά ισχυροί οικονομικοί πόλοι του κόσμου, οι Η.Π.Α. και η Κίνα δηλαδή. Η Ευρώπη σε μια τέτοια κούρσα έρχεται τρίτη και καταϊδρωμένη. Αν έρχεται τρίτη κιόλας…

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2006 κάλεσε τα κράτη μέλη να «επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή στην πρόκληση του flexicurity» και ταυτόχρονα τα προσκάλεσε να υιοθετήσουν πολιτικές σχετικά με την εργασία –στο κλίμα και τη φιλοσοφία του flexicurity– αλλά με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκάστοτε κράτους. Με άλλα λόγια, να προσαρμοστούν στις πολιτικές flexicurity και να (τις) προσαρμόσουν στο εθνικό τους πλαίσιο, φτάνοντας αισίως στο 2007 και την υιοθέτηση με πανηγυρικό, θεσμικό τρόπο από την Κομισιόν κοινών αρχών. H ΕΕ με τον πλέον επίσημο τρόπο έθεσε ως προτεραιότητά της την εφαρμογή πολιτικών που εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο του flexicurity, από όλα τα κράτη μέλη. Στην πραγματικότητα η Κομισιόν έδωσε κατευθυντήριες γραμμές (pathways) ώστε να προσαρμοστούν τα κράτη αναλόγως. Μιλάμε δηλαδή για ευελιξία μέσα στην ευελιξία.

Ο «οδικός χάρτης» της ΕΕ περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τις εξής κατευθυντήριες γραμμές: «η εντός εργασίας ευελιξία είναι εξίσου σημαντική με την εκτός εργασίας…», «το μοντέλο flexicurity πρέπει να είναι ισορροπημένο με τα δημοσιονομικά στοιχεία…», «το flexicurity πρέπει να υποστηρίζει την έμφυλη ισότητα επιβραβεύοντας την ισότιμη είσοδο στην αγορά εργασίας ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες και να προσφέρει μέτρα προκειμένου να συμφιλιωθούν η εργασία, η οικογένεια και η προσωπική ζωή».[8] Τίθεται έτσι το πλαίσιο αλλά κυρίως η στόχευση ενός σχεδίου που η εκάστοτε χώρα μπορεί να προσαρμόσει αναλόγως των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της.

Η Κομισιόν άλλωστε, σχεδόν αφοπλιστικά θα λέγαμε, ορίζει την εργασιακή ασφάλεια ως εξής: «να προσφέρονται στον κάθε πολίτη οι απαραίτητες δεξιότητες που θα τον βοηθήσουν είτε να εξελιχθεί στην υφιστάμενη εργασία του είτε να διεκδικήσει μια νέα θέση εργασίας. Επίσης να προσφέρονται κλιμακούμενα επιδόματα ανεργίας για να διευκολύνεται η αλλαγή εργασίας. Αυτό συμπεριλαμβάνει σεμινάρια για όλους τους εργαζόμενος αλλά κυρίως για εκείνους με χαμηλά προσόντα (σ.σ. ανειδίκευτους)» (Ευρωπαϊκή Κομισιόν 2007a: 5). Από τα παραπάνω, σε μια πρώτη και επιφανειακή ανάλυση, προκύπτει ότι η ασφάλεια της εργασίας εν μέσω μοντέλου flexicurity τελεί σε καθεστώς ανασφάλειας. Με την ίδια λέξη μπορεί να περιγράψει κανείς και το συναίσθημα των «ευέλικτων/επισφαλών εργαζομένων». Στο συγκεκριμένο θα επανέλθουμε στη συνέχεια του σημειώματός μας.

Στόχος της ΕΕ όπως είδαμε ήταν η καθολική εφαρμογή του μοντέλου από τα κράτη-μέλη. Πέτυχε αυτόν τον στόχο της; Εκ πρώτης όψεως όχι, κι ας δούμε κάποιους από τους λόγους της αποτυχίας. Η ανισότητα των οικονομιών[9] και η ετερονομία των κρατών μελών, ωστόσο, δυσκόλεψαν το flexicurity να εφαρμοστεί ολιστικά και να είναι κατ' επέκταση αποτελεσματικό. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Πορτογαλία, η οποία λόγω του «κλειστού» Συντάγματός της ήταν σχεδόν αδύνατο να υιοθετήσει πρακτικές που θα ελαστικοποιούσαν την εργασία σε τέτοιο βαθμό χωρίς συνταγματική αναθεώρηση. Μάλιστα, το γεγονός ότι εντέλει η συγκεκριμένη χώρα δεν εισήλθε σε έντονη flexico-ποίηση και η αποτυχία ανάσχεσης της κρίσης σε άλλες χώρες οδήγησαν τους Vilele, Gomes και Silva να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «το γεγονός πως η ρύθμιση τύπου flexicurity δεν πραγματοποιήθηκε στην Πορτογαλία [ήταν] σοφή επιλογή».

Το εγχείρημα «κοινού εργασιακού πλαισίου με τις αρχές του flexicurity», βρήκε στο απρόσωπο πρόσωπο της οικονομικής κρίσης ένα ακόμα εμπόδιο. Υποστηρίζεται πως το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης τορπίλισε τον εργασιακό μετασχηματισμό. Τυπικά ναι, πρακτικά όχι. Από το 2008 και μετά η ΕΕ και οι εμπλεκόμενοι θεσμοί (ΕΚΤ, ΔΝΤ) επικεντρώθηκαν στη λύση ή και «λύση» πιο επίκαιρων και έκτακτων ζητημάτων όπως η κρίση χρέους, τα διογκωμένα ελλείμματα κ.λπ. χωρών όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Ωστόσο, στις χώρες που με τον έναν (μνημόνια σε Ελλάδα, Κύπρο κ.ά.) ή τον άλλο (αυστηρή δημοσιονομική επιτήρηση στην Ιταλία) τρόπο βίωσαν πιο έντονα την κρίση, θεσμοθετήθηκαν αρκετά μέτρα βασισμένα στο πνεύμα του flexicurity. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε τη μείωση τόσο της αποζημίωσης όσο και του χρόνου προειδοποίησης πριν από την απόλυση που καθιερώθηκαν στην Ελλάδα εν μέσω μνημονίων.[10]

Η ελαστικοποίηση της εργασίας επομένως μόνο στα χαρτιά έμεινε στον πάγ(κ)ο. Είχε έστω αποτέλεσμα; Αν κρίνουμε από την αύξηση των ποσοστών ανεργίας στην πολύπαθη Ελλάδα αλλά και την άλλοτε χώρα-«παράδειγμα προς μίμηση» Δανία, όχι.[11] Η περίοδος εισόδου στην κρίση αλλά και τα χρόνια που αυτή διήρκεσε, πλήγωσε το κύρος του flexicurity καθώς από τη μία υπάρχει η αμφισβήτηση της υποτιθέμενης ανωτερότητάς του (Auer, 2007) και από την άλλη η, όταν πλέον ξεσπά η κρίση, πλήρης επικέντρωση των εγχώριων και υπερεθνικών πολιτικών στην αντιμετώπιση της τελευταίας (Bregdaard, 2013). Η κρίση, με άλλα λόγια, ξεγύμνωσε και το μοντέλο flexicurity, ειδικότερα όσον αφορά το αίτημα του εργαζόμενου για ασφάλεια – και, φυσικά, τα συναισθήματα που το συνοδεύουν.

Γιατί δεν μπορεί ένας εργαζόμενος σε καταφανές καθεστώς επισφάλειας, με μείωση μισθού, περιορισμό δικαιωμάτων, πληρωμή μέσω κουπονιών για super market, να θεωρηθεί ασφαλής. Με λίγα λόγια δεν εκπληρώνεται το ένα από τα δύο σκέλη του εγχειρήματος, δηλαδή το να νιώθει ασφαλής, ή και «χαρούμενος» ένας εργαζόμενος που βρίσκεται σε ένα τόσο ανασφαλές εργασιακό περιβάλλον. Άλλωστε, μεταξύ μας, εν μέσω κρίσης ποια ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί εξασφαλισμένη;

Και αν η κριτική μας φαίνεται στοχευμένη και κάπως μεροληπτική –ίσως γιατί είναι–, ας δούμε τι λέει ο ίδιος ο ΟΟΣΑ. Ένας θεσμός υπερεθνικός, με σαφή πολιτική θέση και στόχευση. Στην έκθεση του 2004 ο οργανισμός «προμοτάρει» τις πρακτικές flexicurity στη Δανία, ενώ χρόνια μετά, και πιο συγκεκριμένα το 2016, αναφέρει χαρακτηριστικά: «πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση το συγκεκριμένο σύστημα (σ.σ. δηλαδή το μοντέλο Δανίας) απέδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα αναφορικά με την αγορά εργασίας, ενώ πρόσφατα φαίνεται να χωλαίνει» (ΟΟΣΑ 2016: 11). Το παραπάνω κατά την άποψή μας καταδεικνύει πως μοντέλα όπως αυτό μπορούν να έχουν συγκεκριμένη ή και περιορισμένη/παροδική επιτυχία. Επί το λαϊκότερον «έχουν κοντά ποδάρια», δεν αποτελούν πανάκεια.

Στα χρόνια που ανθίζει το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα (TINA) ανθίζει και το αφήγημα «εξορθολογισμού», με την ταυτόχρονη κυριαρχία πολιτικών πρακτικών όπως το flexicurity. Υπό την έννοια αυτή, ο λόγος για «ανάπτυξη», «ασφάλεια» κ.λπ. συγκαλύπτει, εάν δεν εξαφανίζει εντελώς, αντιθέσεις και συγκρούσεις για το ίδιο το περιεχόμενο των όρων «ανάπτυξη», «επιτελικότητα» κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, όπως θα καταφανεί και σε συγκεκριμένα κείμενα του τεύχους, υπάρχει μια συνειδητή παραποίηση της αλήθειας, μια διαχείριση του θέματος με όρους επικοινωνιακούς.

Πώς εκφράζονται τα παραπάνω από τα «επίσημα χείλη»; Στον καιρό του Covid-19, οι εργασιακές αλλαγές ή προσαρμογές –όπως και άλλα μέτρα– επικρατούν, επιβάλλονται πιο εύκολα, υιοθετούνται χωρίς αντιστάσεις από τις κοινωνίες, χωρίς αυτές έστω να ενημερώνονται. Δικαιώματα καταστρατηγούνται, ευέλικτες μορφές εργασίας θεσμοθετούνται (βλέπε τηλεργασία, και δη χωρίς τήρηση ωραρίων κ.λπ.), υπερωρίες μένουν απλήρωτες και πάει λέγοντας. Όλα στον βωμό της ασφάλειας. «Πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας», δηλώνει η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην παρουσίαση του προγράμματος SURE/ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ, το οποίο αν είμαστε ειλικρινείς δεν είναι τίποτα άλλο από μια επιδοτούμενη ανάσα ζωής σε ορισμένες –και μόνο– θέσεις εργασίας. Γιατί, και αυτό μένει να φανεί, ούτε λογικές και πολιτικές τύπου flexicurity, ούτε προγράμματα ενδοσυστημικά μπορούν να ανατρέψουν το οικονομικό τσουνάμι που έρχεται λόγω της πανδημίας.

Σε άλλες δηλώσεις υπευθύνων: ο Βλάντις Ντομπρόβσκιτς, εκτελεστικός αντιπρόεδρος για μια Οικονομία στην Υπηρεσία των Ανθρώπων (όντως;), τόνισε: «Οι εργαζόμενοι υφίστανται σήμερα τεράστια ανασφάλεια και πρέπει να τους υποστηρίξουμε για να ξεπεράσουν αυτήν την κρίση». Κατά την άποψή μας η ανασφάλεια αυτή δεν είναι παροδική, δεν είναι απόρροια της κρίσης, ούτε σύμπτωμα κάποιας πανδημίας. Είναι αντίθετα με ό,τι λένε, συστημική επιλογή. «Επιλέγουμε», εν μέσω της συνθήκης Covid-19, να μη χαθεί κάποια θέση εργασίας και ας πάνε περίπατο δικαιώματα, μισθοί, συναισθηματική και εργασιακή ασφάλεια. Ενώ ξέρουμε πια πως αυτός ήταν ο στόχος.

Τι τελικά είναι όμως το flexicurity;[12] Το μοντέλο flexicurity ήταν προπομπός της ελαστικοποίησης της εργασίας, ήταν και παραμένει ακόμα ένα δυναμικό φαινόμενο με σαφή στόχευση. Με άλλα λόγια, υποστηρίζουμε πως όπως υπάρχουν νεοφιλελεύθερες συναισθηματικές πρακτικές, υπάρχουν αντιστοίχως νεοφιλελεύθερες πρακτικές μετασχηματισμού της εργασίας. Πρακτικές δε, που σε δεύτερο βαθμό επηρεάζουν, καθώς καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό πτυχές της καθημερινότητας, και τα συναισθήματά μας.

Πληθώρα συγγραφέων (Agustin, 2009: 22-26· Hansen, 2007a: 88-93· Bessa Vilela & Gomes, 2016) βασιζόμενοι στην «αστοχία», την αναποτελεσματικότητα, την αποτυχία πλήρωσης του αισθήματος ασφάλειας και την ύπαρξη αστάθειας στην αγορά εργασίας που παραιτήθηκε σε αρκετές χώρες και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, κατέληξαν σε έναν νέο όρο: το flexicarity. Συνδυασμός των λέξεων flexibility και precarity, ένας ακόμα νεολογισμός δηλαδή που κατά τη γνώμη μας περιγράφει ακριβέστερα το αποτέλεσμα των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Το flexicurity, και εν γένει το σύγχρονο εργασιακό πλαίσιο, γεννά και συντηρεί το πρεκαριάτο (τους ζώντες σε καθεστώς επισφάλειας κατά Standing), μια μεγάλη βάση ανθρώπων, μια πλατιά κοινωνική ομάδα ανάμεσα στις προϋπάρχουσες. Όχι μόνο δεν λύνει το συστημικό πρόβλημα της ανεργίας, αλλά θέτει ακόμα περισσότερο κόσμο στη μεταιχμιακή κατάσταση της επισφάλειας, της εργασίας χωρίς πλήρη ασφάλεια, της ασταμάτητης κινητικότητας κ.λπ. Γιατί όπως έγινε σαφές από τα παραδείγματα και τις περιγραφές μας, η ευελιξία όντως πραγματώνεται, ενώ η ασφάλεια όχι. Η ασφάλεια πρέπει να αντικατασταθεί από την κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε: την επισφάλεια, με το συναίσθημα ανασφάλειας που όντως νιώθει ένας εργαζόμενος που αμείβεται με 272 ευρώ/μήνα συν 100 ευρώ/μήνα για αγορές από super market ή για να δώσουμε ένα ακόμη παράδειγμα από την Ελλάδα του σήμερα, τα 100 ευρώ/μήνα για 3 μήνες που θα λάβει ένας νέος ερευνητής για ένα πρόγραμμα. Με την υποσημείωση πως όντως θα λάβει μια κάποια αμοιβή. Για τους κριτικούς απέναντι στο flexicurity άλλωστε, ένα βασικό επιχείρημα είναι πως στην πραγματικότητα οι δύο έννοιες που εγκολπώνει είναι δύο διαφορετικές, ξεχωριστές και αυτόνομες κοινωνικοπολιτικές ρυθμίσεις. Δεν μπορούν να «συναντηθούν» και ακόμα και όταν αυτό γίνεται, η συνύπαρξη αυτή δεν μακροημερεύει. Πρακτικά η έως τώρα γενική αποτίμηση του flexicurity δείχνει ότι ευελιξία και ασφάλεια δεν μπορούν να πραγματωθούν, καθώς αποτελούν και οι δύο στοχεύσεις των εκάστοτε κέντρων αποφάσεων. Η καταλληλότερη λέξη για να αντικαταστήσει την πολυθρύλητη ασφάλεια είναι λοιπόν η επισφάλεια.

Αν κάποιος θεωρήσει ότι το flexicurity ανήκει στο παρελθόν, ότι είναι μια ρύθμιση που δεν μας αφορά ή ότι ξεμπερδέψαμε με δαύτο, τον παραπέμπουμε στις δηλώσεις του νομπελίστα οικονομολόγου Πισσαρίδη. Ο επικεφαλής του think tank που θα καθορίσει εν πολλοίς το οικονομικό μοντέλο που αναμένεται να κυριαρχήσει στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, πέραν των προτάσεων για τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων που θα καθορίζουν τον κατώτατο μισθό ή τη σταδιακή μείωση του επιδόματος ανεργίας, τονίζει σε συνέντευξή του στο κυριακάτικο Βήμα (29/11/2020) πως πρέπει να ακολουθήσουμε το μοντέλο flexicurity, τον δρόμο που ακολούθησαν επιτυχημένες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Δανία και η Ολλανδία.[13] Κατά την άποψή μας, τα παραπάνω είναι μία ακόμα επιβεβαίωση της αέναης επιστροφής του flexicurity και του επικείμενου –ή ορθότερα του ήδη συντελούμενου– εργασιακού μετασχηματισμού.

Μπορεί επομένως ο ήρωας του «τσιωλικού σύμπαντος» να μην είχε ασχοληθεί με την ελαστικοποίηση της εργασίας ή το καθεστώς επισφάλειας αλλά είχε προβλέψει ήδη από το 1998 πως το μέλλον της εργασίας θα απέχει παρασάγγας από ό,τι ξέραμε έως τότε. Στο ίδιο μήκος κύματος ερχόμαστε να προσθέσουμε –και πιστεύουμε ότι θα συμφωνούσε μαζί μας– πως το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα της αυτάρκειας πάει περίπατο στην –επιβαλλόμενη από το ίδιο νεοφιλελεύθερο σύστημα– εποχή της επισφάλειας.


[1] Όπως παρουσιάζονται συνοπτικά από τον Wilhelmus Bruurmijn στο "Flexicurity Measures in the Netherlands and Germany”, διαθέσιμο εδώ.

[2] Βλ. εδώ.

[3] Bredgaard και Madsen, ό.π. Πέραν αυτού, η Δανία αποθεώνεται και χαρακτηρίζεται υπόδειγμα κράτους τόσο από την Ε.Ε. όσο και από τον ΟΟΣΑ.

[4] Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι το επίδομα ανεργίας στη Δανία ήταν από τα μεγαλύτερα σε διάρκεια. Στα χρόνια της κρίσης θα μειωθεί στο μισό, ένα ακόμα μέτρο «εξορθολογισμού».

[5] Η διαφορά ανάμεσα σε Δανία και Ολλανδία, έγκειται στο ότι στη δεύτερη ο κύριος λόγος της εφαρμογής μίας τέτοιας πολιτικής ήταν, επί της ουσίας, να «κανονικοποιηθούν» οι –κατά την ξενόγλωσση βιβλιογραφία– χαρακτηρισμένες ως atypical jobs.

[6] Επί της ουσίας μαζί με άλλες έννοιες, εφαρμοζόμενες πολιτικές όπως για παράδειγμα η στροφή στην «πράσινη ανάπτυξη», η τραπεζική και οικονομική ένωση κ.ά., το flexicurity είναι ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της πολιτικής της Ε.Ε, κάτι που προφανώς επηρεάζει όλα τα κράτη-μέλη και κατ' επέκταση τις κοινωνίες της.

[7] Lisbon European Councils 23 και 24 Μαρτίου 2000, αναφερόμαστε στα συμπεράσματα των προέδρων. Διαθέσιμα εδώ.

[8] Το σχέδιο, όσο και το προσχέδιο της Ε.Ε., είναι διαθέσιμα εδώ.

[9] Τα δίπολα βορράς-νότος, κέντρο-περιφέρεια κ.λπ. έντος Ε.Ε εμπεριέχουν τεράστιες ανισότητες, οι οποίες δεν λύθηκαν ούτε με το flexicurty. Το ίδιο συμβαίνει και με αντιθέσεις εντός των κρατών μελών π.χ. ιταλικός βορράς και νότος.

[10] Ήδη από το 2012 και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα (Ν. 4093/2012) παρατηρούμε την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσαεν και την εν γένει υποβάθμιση της εργασίας, στον δρόμο προς την ελαστικοποίησή της.

[11] Δεν θα υπεισέλθουμε σε αναλυτική περιγραφή της κρίσης στη Δανία αλλά ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ενώ το 2008 η ανεργία ήταν στο ιστορικό χαμηλό του 3,2%, το δεύτερο τρίμηνο του 2012 είχε φτάσει στο 7,8%. Μια αύξηση που ήταν από τις μεγαλύτερες σε απόλυτα νούμερα ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ (Madsen, 2014· OECD, 2016: 52-53).

[12] Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat, την τελευταία δεκαετία τα ποσοστά των εργαζομένων σε καθεστώς μερικής απασχόλησης στην Ολλανδία, η οποία όπως αναφέρθηκε χρησιμοποίησε το flexicurity για να κανονικοποιήσει τέτοιες εργασιακές σχέσεις, κυμαίνονται μεταξύ 45-50%, ενώ για την ίδια περίοδο στην Ευρώπη των 28 τα ποσοστά ήταν από 17,5-19%.

[13] «Κάντε το όπως η Δανία και η Ολλανδία».

Βιβλιογραφία

Auer, P. (2006) Protected Mobility for Employment and Decent Work: Labour Market Security in a Globalized World, Journal of Industrial Relations, 48(1), pp. 21–40.


Auer, P. (2010). What's in a name? The rise (and fall?) of flexicurity. Journal of Industrial Relations, 52(3), 371–386.

Madsen, P. K. (2006). How can it possibly fly? The paradox of a dynamic labour market in a Scandinavian state. In I. P. Campbell, J. A. Hall, & O. K. Pedersen (Eds.), National identity and the varieties of capitalism: The Danish experience (pp. 321–355). Montreal: McGill‐Queen's University Press.


Madsen, P. K. (2014). Danish flexicurity—Still a beautiful swan? Host Country Comments Paper—Denmark. Peer review on adjustments in the Danish flexicurity model in response to the crisis. Copenhagen, November 20–21.


Mailand, M. (2006). Variationer i den danske flexicurity model. FAOS Information, juni, 2006, pp. 8–9.

Mailand, M. (2010). The common European flexicurity principles: How a fragile consensus was reached. European Journal of Industrial Relations, 16(3), 1–20.

Wilthagen, T. and Tros, F. (2004) ‘The Concept of “Flexicurity”: A New Approach toRegulating Employment and Labour Markets’,Transfer,10, p. 166–186.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Θανάσης Δημάκας