Ανάλυση

Η διαφθορά της ευτυχίας

kaboomzine
από kaboomzine

Σε συνέχεια της θεματικής του έκτου τεύχους μας για την ανθρωπολογία του νεοφιλελευθερισμού, δημοσιεύουμε τη μετάφραση ενός ακόμη μικρού κειμένου του κοινωνιολόγου και πολιτικού θεωρητικού William Davies, που συνοψίζει κάποιες κεντρικές ιδέες του βιβλίου του για τη βιομηχανία της ευτυχίας [2015]. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 18/5/2015 στον ιστότοπο opendemocracy.net.

Η διαφθορά της ευτυχίας           

του William Davis*    
μτφρ. Κωνσταντίνος Λαμπράκης


O Gary Becker, ο οποίος πέθανε πέρσι, πρέπει να θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς στοχαστές της εποχής μας. Εξέχον μέλος της Σχολής Οικονομικών του Σικάγου από τη δεκαετία του ’60, η επιρροή του υπήρξε πολύ πιο διάχυτη και διακριτική από αυτήν που συνήθως αποδίδεται στους οικονομολόγους.

Εκεί που πολλοί διακεκριμένοι οικονομολόγοι όπως o Jeffrey Sachs και ο Lawrence Summers διαμορφώνουν συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές, η κληρονομία του Becker ήταν πιο βαθιά και ηθικοπλαστική. Κατά μια έννοια, έχει διαμορφώσει το πώς κατασκευάζονται τα ανθρώπινα όντα.          

Ο Becker ήταν ένας πρωτοπόρος σε αυτό που έγινε γνωστό ως «οικονομικός ιμπεριαλισμός» – η επέκταση των νεοκλασικών οικονομικών σε νέες, φαινομενικά μη οικονομικές περιοχές. Σε αυτές περιλαμβάνονται τομείς όπως η οικογένεια και η εκπαίδευση, τους οποίους ο Becker ανέλυσε χρησιμοποιώντας τη μετασχηματιστική έννοια του «ανθρώπινου κεφαλαίου».      

Το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι πλέον ένας σχετικά οικείος όρος και υπήρξε μια καίρια έννοια στην αιτιολόγηση των διδάκτρων στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως ανέδειξε ο Andrew McGettigan. Ωστόσο, η ιδέα πως οι άνθρωποι είναι ένας τύπος κεφαλαίου ήταν αμφιλεγόμενη όταν πρωτοεμφανίστηκε. Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Becker το 1992 στη διάλεξη του για τη βράβευσή του με το βραβείο Nobel, «έως τη δεκαετία του 1950, οι οικονομολόγοι γενικά υπέθεταν πως η εργατική δύναμη ήταν κάτι καθορισμένο που δεν δύναται να αυξηθεί». Η έννοια του ανθρώπινου κεφαλαίου άλλαξε τα πάντα.

Αυτό που επεσήμανε ο Becker ήταν πως οι άνθρωποι κάνουν διάφορες επιλογές ζωής, που έχουν σημαντική επίδραση στην οικονομική τους πορεία. «Στη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου», υποστήριξε, «οι άνθρωποι αξιολογούν ορθολογικά τα οφέλη και το κόστος δραστηριοτήτων, όπως η εκπαίδευση, η κατάρτιση, οι δαπάνες στην υγεία, η μετανάστευση και η διαμόρφωση συνηθειών που αλλάζουν ριζικά αυτό που είναι» (σ. 17, υπογράμμιση του W.D.).

Όπως παρατήρησε ο Michel Foucault με εξαιρετική ενόραση στις διαλέξεις τού 1978-79 για τον νεοφιλελευθερισμό, η θεωρία του Becker παρείχε ένα πρότυπο του τρόπου με τον οποίον τα άτομα βλέπουν πλέον τις ίδιες τις ζωές τους. Η εκπαίδευση καθίσταται μια στρατηγική επένδυση στον εαυτό μας. Οι σχέσεις είναι οικονομικές συμβάσεις, με κόστη και οφέλη για το κάθε συμβαλλόμενο μέρος. Και έχουμε όλο και περισσότερη συνείδηση πως η δίαιτά μας, το καθεστώς άσκησής μας, ο ύπνος και η χαλάρωση επηρεάζουν το πόσο ελκυστικοί εμφανιζόμαστε και πόσο αποτελεσματικά εργαζόμαστε. Οι συνέπειες που συνεπάγεται το έργο του Becker είναι εξίσου υπαρξιακές και οικονομικές: ο καθένας μας αποφασίζει πόσο επιτυχημένος επιθυμεί να είναι.

Συνήθειες και συμπεριφορές του νου (ή του εγκεφάλου) μπορούν τώρα να προστεθούν σε αυτή τη λίστα επιλογών. Ενσυνειδητότητα, ψηφιακή αποτοξίνωση, γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία, αυτοβοήθεια και τεκμηριωμένες τεχνικές χαλάρωσης (όπως το να περνάς περισσότερο χρόνο κοντά στο πράσινο) βασίζονται στην ιδέα ότι οι άνθρωποι, με τα λόγια του Becker, «επιδέχονται αύξηση». Τα συναισθήματά τους μπορούν να τροποποιηθούν, αν όχι από το άτομο μόνο του, τότε με τη βοήθεια ενός θεραπευτή, μιας ψηφιακής εφαρμογής, μιας φορετής τεχνολογίας ή κάποιον συνδυασμό των παραπάνω.

Αυτό καθίσταται τελείως ξεκάθαρο στο μάντρα της θετικής ψυχολογίας ότι η ευτυχία είναι μια «επιλογή», κάτι που υιοθετήθηκε από την Coca-cola με την εμπορική εκστρατεία προώθησης #choosehappiness. Είναι πιθανό πως αυτή η ιδέα μπορεί να προσφέρει μια στιγμιαία ανάταση σε κάποιον που παλεύει με μια ήπια κατάθλιψη. Αλλά φαίνεται πολύ περισσότερο πιθανό να κινητοποιήσει αυτούς που έχουν ήδη τη δύναμη να διαμορφώσουν τις συνθήκες της ζωής τους, δηλαδή τους πλούσιους και υγιείς.

Για παράδειγμα, αυτή είναι η κεντρική ιδέα του γκουρού της διοίκησης Shaun Achor, ο οποίος εξηγεί στις επιχειρήσεις και τα άτομα πως μπορούν να επιτύχουν ένα «πλεονέκτημα» ενάντια στους αντιπάλους τους, οικοδομώντας στρατηγικά τη δική τους ευτυχία. Ο νευροοικονομολόγος Paul Zak υποστηρίζει πως η ευτυχία είναι ένας «μυς» που πρέπει να θυμόμαστε να ασκούμε τακτικά, για να τον διατηρήσουμε σε καλή κατάσταση λειτουργίας. Με την υποστήριξη ενός αυξανόμενου οπλοστασίου εφαρμογών που παρακολουθούν τη διάθεση και περικαρπίων καταγραφής του στρες, τα συναισθήματα είναι πια κάτι που πρέπει να περιλαμβάνεται στα προγράμματα προπόνησής μας.

Αυτό που προξενεί σύγχυση σχετικά με αυτή τη βαθιά ατομικιστική κοσμοθεωρία είναι πως η μέτρηση της ευτυχίας έχει, κατά το παρελθόν, χρησιμοποιηθεί κατά την επιδίωξη μιας πολύ διαφορετικής πολιτικής ατζέντας. Η μέτρηση της ευτυχίας σε εθνικό επίπεδο πρωτοεπιχειρήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’60, και κατέστη σύντομα κεντρική τεχνική εντός του κινήματος «κοινωνικών δεικτών», που επιδιώκει να προσφέρει μια εναλλακτική στις υλιστικές έννοιες της αξίας που βασίζονταν στην αγορά. Η δουλειά του βρετανικού think tank The New Economics Foundation καταδεικνύει την εκπληκτική επινοητικότητα που συχνά χαρακτηρίζει αυτό το έργο.

Οι δείκτες εθνικής ευτυχίας, οι οποίοι πλέον παραβάλλονται από πολλές επίσημες στατιστικές υπηρεσίες, μπορούν να παρέχουν μια σημαντική βάση για πολιτική κριτική και συμμετοχή σε εκστρατείες. Υπογραμμίζουν την ψυχολογική ζημιά που προκαλείται από τα ιδιαίτερα ανταγωνιστικά, άνισα και ιδιωτικοποιημένα οικονομικά συστήματα. Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως συχνά αυτά τα δεδομένα απλώς ποσοτικοποιούν πράγματα που υποπτευόμαστε από καιρό. Ως γνωστόν, ο Freud παρατήρησε πως «η αγάπη και η εργασία είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ανθρωπινότητάς μας». Οι οικονομολόγοι της ευτυχίας έχουν επιβεβαιώσει πως τόσο η ανεργία όσο και η έλλειψη οικογενειακού χρόνου είναι εξαιρετικά επιζήμιες στην ευχαρίστηση της ζωής.

Πώς μία μετασχηματιστική, προοδευτική πολιτική ατζέντα μεταμορφώθηκε σε μια νέα μορφή συμπεριφοριστικής διαχείρισης; Το πρόβλημα είναι ότι η ποσοτικοποίηση και τα οικονομικά δεν είναι ποτέ αθώα σε όλα αυτά. Απομειώνοντας τη σχέση μεταξύ νου και κόσμου σε μια ποσοτική αναλογία, η μετρική της ευημερίας προσφέρει μια απλή επιλογή κατά την επιδίωξη της προόδου: ζητάει κανείς να αλλάξει τον κόσμο ή να αλλάξει τον νου; Η φιλοσοφική σχέση μεταξύ της κριτικής υποκειμενικότητας και των αντικειμενικών περιστάσεων καταλήγει να εμφανίζεται ως μια ζυγαριά προς εξισορρόπηση, στο οποίο το βάρος της κάθε πλευράς μπορεί να ρυθμιστεί.

Υπάρχουν πολλές κριτικές που επιστρατεύουν τα δεδομένα ευτυχίας για να απαιτήσουν μια αλλαγή στην πολιτική μας οικονομία. Το Κοινωνικό αλφάδι των Richard Wilkinson και Kate Pickett είναι μία από τις εξέχουσες σχετικές περιπτώσεις, εστιάζοντας στην ανισότητα. Ψυχολόγοι όπως ο Tim Kasser έχουν αναπτύξει τα δικά τους εργαλεία μέτρησης ώστε να παρουσιάσουν την αρνητική επίδραση των υλιστικών, ανταγωνιστικών πολιτισμικών στοιχείων στην ευημερία μας. Γιατί; H απάντηση μας φέρνει πίσω στον Gary Becker.

Στον πυρήνα τόσο της νεοφιλελεύθερης σκέψης, όσο και στην κουλτούρα των Η.Π.Α. υπάρχει η πίστη πως οι κεντρικές ερωτήσεις σχετικά με την πολιτική οργάνωση έχουν ήδη απαντηθεί. Είναι κατά συνέπεια πέραν του αντικειμένου του πολιτικού μετασχηματισμού ή του δημοκρατικού διαλόγου. Όπως το σύνταγμα των Η.Π.Α. επιδιώκει να προσφέρει τους «κανόνες του παιχνιδιού» με τους οποίους κάθε Αμερικάνος πρέπει να παίξει, έτσι και οι νεοφιλελεύθεροι επιδιώκουν να εδραιώσουν τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς ως το μόνο διαθέσιμο «παιχνίδι» – ο γερμανός νεοφιλελεύθερος Franz Böhm έκανε λόγο ακόμη και για καθιέρωση ενός «οικονομικού συντάγματος». Ο καθένας μπορεί να επιτύχει ή να αποτύχει, αλλά για να το κάνει αυτό, πρέπει πρώτα να αποδεχτεί πως το ίδιο το παιχνίδι είναι αμετάβλητο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ερώτηση του πολιτικού ή οικονομικού μετασχηματισμού επιστρέφεται εμφατικά στο άτομο. Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μετασχηματιστεί ώστε να καλύψει τις ανθρώπινες ανάγκες, οι άνθρωποι πρέπει να μετασχηματιστούν οι ίδιοι για να καλύψουν τις ανάγκες του καπιταλισμού. Γκουρού όπως ο Achor ή ο Zak παρέχουν αυτή τη φιλοσοφία με το αισιόδοξο, χαμογελαστό της πρόσωπο: άλλαξα τον εαυτό μου και το ίδιο μπορείς κι εσύ!

Αλλά στον σκοτεινό κόσμο των προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας[1] που στοχεύουν στην «ενεργοποίηση της συμπεριφοράς», λαμβάνει μια περισσότερο τιμωρητική διάσταση. Η ιδέα της «επιχειρηματικότητας» μπορεί να φέρνει στον νου ηρωικά οράματα του Steve Jobs, αλλά για πολλούς ανθρώπους σημαίνει να υπόκεινται πλήρως στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις του κεφαλαίου, σε ένα αρκετά θεμελιώδες και προσωπικό επίπεδο. Όταν σε επαγγέλματα όπως η δημοσιογραφία προστίθεται η λέξη «επιχειρηματική», αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: αυξήσου ή πέθανε.

Η πολιτική ελπίδα πρέπει να συνεχίσει να έγκειται στην ιδέα πως οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μπορούν να μεταβληθούν και, αντίστοιχα, πως δεν εξαρτάται από εμάς να φέρουμε τα μυαλά, τις διαθέσεις και τα σώματά μας στα μέτρα των συνθηκών που μας κυριαρχούν. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το επιχείρημα μπορεί εύκολα να ιδωθεί ως μορφή ιδεαλισμού, που δεν λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν τα καθημερινά βάσανα – σε αντίθεση με τους υπέρμαχους των «θεραπειών ομιλίας». Η κριτική της θετικής ψυχολογίας μπορεί να καταλήξει τελικά να απορριφθεί ως μια παράλογη υπεράσπιση της αρνητικότητας.

Ο τρόπος να αντισταθούμε στα παραπάνω είναι να επιμείνουμε σε μια πολιτική κατανόηση της ευτυχίας και της δυστυχίας, στην οποία οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να αρθρώνουν και να προσφέρουν εξηγήσεις για τα συναισθήματά τους. Αυτό συνεπάγεται την κατανόηση του γεγονότος πως κάποιες μορφές δυστυχίας –όπως το αίσθημα της αδικίας ή του θυμού– χρειάζονται να ακουστούν, όχι να θεραπευτούν. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί προσεκτική καλλιέργεια και ανάπτυξη των θεσμών που διευκολύνουν αυτές τις φωνές να ακουστούν. Η ευτυχία είναι ευπρόσδεκτη, αλλά όχι αν απαιτεί από τους ανθρώπους να «αλλάξουν ριζικά αυτό που είναι».



*Συγγραφέας του βιβλίου: The Happiness Industry: How the Government & Big Business Sold Us Wellbeing, Verso, 2015.


[1]    Σ.τ.μ.: Ο όρος workfare που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας καταδηλώνει τον τύπο αμφιλεγόμενων προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας που εισήχθησαν στον αγγλοσαξωνικό κόσμο κατά τη δεκαετία του '70, απαιτώντας από τον ωφελούμενο ενεργητική συμμετοχή για να συνεχιστεί η παροχή της πρόνοιας, με τη μορφή εκπαίδευσης, πρακτικών ασκήσεων, χαμηλόμισθης εργασίας κ.λπ.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

kaboomzine

kaboomzine