Σημειωματάριο

Το κακό νέο της ημέρας

Ναι, είναι δεδομένο πως μια ανακοίνωση κλεισίματος ενός μαγαζιού-πόσω δε μάλλον ενός αγαπημένου σου μαγαζιού, σε βάζει στη διαδικασία να αναπολήσεις στιγμές του παρελθόντος.

Όχι, το φλοράλ δεν ήταν με την ακριβή έννοια το στέκι μου. Ήταν όμως ένα βασικό συστατικό της φυσιογνωμίας της πόλης που ζω. Η μπλε πολυκατοικία και συγκεκριμένα το ισόγειό της. Αρχικά ξεπηδάει στο μυαλό μου ως αφήγηση. «Πήγαινα στο φλοράλ, βρισκόμασταν με τους άλλους και πίναμε τον απογευματινό μας καφέ. Διαβάζαμε εφημερίδες, τα ποιήματα της Γώγου, μαλώναμε για τις φράξιες.» Το φλοράλ μέσα από τα μάτια της μάνας μου. Ατελείωτες φλυαρίες των παιδικών μου χρόνων «στο φλοράλ κάναμε εκείνο στο φλοράλ κάναμε το άλλο».

Το φλοράλ, όμως, ήταν κλειστό για πολλά χρόνια και για πολλούς ήταν ένα μαράζι που δεν είχαν το στέκι τους, όπως κάποτε.

Το μαγαζάκι στη γωνία όμως ξαναάνοιξε, σε μία ιδανική στιγμή για μένα. Όταν άρχισα να κάνω τη διαδρομή Νομική- Εξάρχεια πιο συχνά από την οποιαδήποτε άλλη διαδρομή. Εκεί περνούσαμε μέρες ολόκληρες, δύσκολες μέρες εξεταστικής, με πολλούς καφέδες και γεμάτα τασάκια. Σίγουρα αν κλείσω τα μάτια θα ακούσω το τρίξιμο του τελευταίου σκαλιού προς τη βιβλιοθήκη. Σοβαρή πηγή αποσυντονισμού μου και εξαιρετική ευκαιρία για να χαζέψω τους άλλους συνδαιτυμόνες του μαγαζιού, που είτε θα μιλούσαν για θέατρο και κινηματογράφο, είτε θα έγραφαν τις σελίδες του επόμενου βιβλίου τους ή ακόμα ακόμα θα έγραφαν κείμενα και πλαίσια για τις συνελεύσεις της σχολής τους.

Ήταν το μέρος που γεννούσε συνήθειες. Ας πούμε, συνήθεια μας στα πρώτα έτη της σχολής ήταν να διαβάζουμε τη κυριακάτικη εφημερίδα στο φλοράλ. Εκεί, μαζί με τους αληθινούς διαννοούμενους και με τους λίγο χίπστερ διανοούμενους που θα διάβαζαν αθηναικό freepress με ολίγον lifestyle. Είναι μία αλήθεια και αυτή, το μαγαζάκι ήταν πόλος έλξης για ένα ανομοιογενές πλήθος, με διαφορετικές πεποιθήσεις, αφετηρίες και στόχους, αλλά αλήθεια επίσης αποτελεί ότι αυτό ποτέ δεν ήταν πρόβλημα και μπορεί τα γούστα να άλλαξαν και τα κυριακάτικα απογεύματα να μετατοπίστηκαν σε άλλα καφέ, όμως το φλοράλ παρέμενε πάντα σημείο συνάντησης. Σταθερό σημείο έναρξης ερωτικών ραντεβού, με τα ζευγαράκια να το θεωρούν γρουσουζιά αν συναντηθούν στην άκρη της άλλης γωνίας. Και έτσι ήταν. Δεν νομίζω να υπάρχει θαμώνας των εξαρχείων, που έστω στα φοιτητικά του χρόνια να μην τα έφτιαξε ή χώρισε με κάποιον πέριξ του φλοράλ, αν όχι μέσα. Οι σπαραξικάρδιες ιστορίες ξεκινούσαν από το θερινό του Βοξ και έφταναν μέχρι το ισόγειο της μπλε πολυκατοικίας.

Όχι μόνο ζευγαράκια βέβαια, είχαμε και τις παρέες που συναντιόντουσαν αρχικά εκεί για να δουν το μετά. Γιαγιάδες με τα καροτσάκια τους, εναλλακτικές μαμάδες με μάρσιπο και σακούλες από δισκάδικα. Να μην ξεχάσω και όλους τους φίλους μας τους σκύλους που μαζί με τα αφεντικά τους έδιναν και εκείνοι τα αγαπημένα τους ραντεβού εκεί. Εγώ καρικατουρίστικα θυμάμαι αυτό: "Ραντεβού στις εννιά έξω από το φλοράλ". To δικό μου κλασικό σημείο στησίματος με βροχές και κρύο, με καύσωνα και ιδρώτα. Στημένη και εκνευρισμένη εκεί. Εκεί τελείωνα μισό πακέτο τσιγάρα, εκεί καθόμουν υπεράνετη και χάζευα από τις μεγάλες τζαμαρίες όσους/ες ήταν μέσα. Και εδώ είναι μία καλή στιγμή να πω ότι οι καθυστερήσεις γεννούν αδιακρισία και σε κάνουν καπνίστρια επιπέδου πρόωρου θάνατου.

Last but not least

Όμορφα απογεύματα, με φιλοσοφία και προβληματισμούς. Καθηγητές που άφηναν τα αμφιθέατρα και μιλούσαν για τον Φουκώ και τον Αλτουσέρ. Σαν χθες θυμάμαι εκείνη την εκδήλωση για τον Μπαλιμπάρ, που δεν κατάλαβα απολύτως τίποτε, αλλά έκανα πως τα κατάλαβα όλα. Συνήθεια, λοιπόν, έγιναν και οι βιβλιοπαρουσιάσεις. Και οι συναυλίες swing και jazz και όλα τα μικρά και μεγάλα ιβέντς. Μπάντες που αγνοούσαμε την ύπαρξη τους και που βρήκαν χώρο, μία σκηνή και έφτιαξαν το κοινό τους. Ήταν, θα έλεγες, καταστατική αρχή του μαγαζιού να παροτρύνει και να βοηθά κάθε καλλιτέχνη που έψαχνε έναν τρόπο για να εκφραστεί. Ναι όταν οι μουσικές ταξίδευαν η πλατεία ομόρφαινε. Ομόρφαινε στ’αλήθεια, γιατί πέρα από όλα τα άλλα ηταν εκείνη η γωνία που καθημερινά έδινε μάχη για να κρατήσει τη πλατεία. Να κρατήσει τη πλατεία για όσους και όσες αγαπάνε τα εξάρχεια, την όμορφη περιπλάνηση, τα χαλαρά απογεύματα και τα μεθυσμένα βράδια. Και το φλοράλ δεν έλειπε από τον αγώνα για την επαναοικειοποίηση των εξαρχείων κόντρα σε μαφίες και σκοτάδια.

Έχουμε τόσα βιώματα και αναμνήσεις που είναι αρκετά για να φτιάξουμε τις δικές μας αφηγήσεις και ιστορίες. Πάντα κάτι θα μας λείπει καθώς θα γυρνάμε στους οικείους μας δρόμους και θα φτιάχνει ψυχολογία νοσταλγίας.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Σωτηρία Χριστούλη