Θέατρο

Ο αδαής και ο παράφρων / Bernhard / Περλέγκας

Πρόσφατα αντιλήφθηκα ότι ο μπερνχαρντικός Αδαής και παράφρων που σκηνοθετεί ο Γιάννος Περλέγκας ανεβαίνει ακόμα, και έβαλα στη σειρά κάποιες σημειώσεις που είχα γράψει όταν τον είχαμε παρακολουθήσει πρόπερσι το φθινόπωρο, πριν ενάμιση χρόνο περίπου. Η νύχτα ήταν σημαδιακή: κατά την επιστροφή από το ίδρυμα Κακογιάννη μαζέψαμε επί της Πειραιώς έναν ~διβδόμαδο κατάμαυρο σαρδανάπαλο από τη ρόδα ενός αμαξιού, ο οποίος τελικά παρέμεινε στην παρέα. Τον έβαλα στην τσάντα πλάτης για τη μεταφορά, αλλά είχα προνοήσει, την είχα αδειάσει κι έτσι τ’ αντικείμενα –βιβλία, σκουφιά και άλλα– γλίτωσαν από τις εκκρίσεις του τρόμου του. Τώρα μασουλάει μανιωδώς ό,τι πετύχει μπροστά του, από πλαστικά μπουκάλια μέχρι αβοκάντο και από το λάστιχο του ψυγείου μέχρι τον άλλον γάτο, κάκτους, οδοντόκρεμες, γιαούρτια και εκτυπωμένα θεατρικά έργα: ένας αξιαγάπητος, εξοργιστικός μανιακός.

Ό,τι γράφεται παρακάτω περί της παράστασης, λοιπόν, τελεί υπό την αίρεση των πιθανών μετεξελίξεων του ανεβάσματος. Το πρώτο μισό του κειμένου δεν σχετίζεται άμεσα με την παράσταση, παρά με τις σχέσεις μεταξύ κειμένου, παράστασης, θεάτρου, ζωής και άλλων. Για κάποιες ευρύτερες σκέψεις περί Bernhard, με αφορμή άλλη περσινή παράσταση, βλ. αυτό το σημείωμα περί Πλατείας Ηρώων. Παράσταση Bernhard: πάντα μια καλή αφορμή για παραλήρημα – έστω και ετεροχρονισμένο!

~

Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Δεν ξέρω και πολλά, κάποιος ανεβάζει μια παράσταση, την παρακολουθούμε, άλλοι την παρακολουθούν, είναι όλα τόσο δύσκολα. Δεν ξέρω, αλλά συλλογίζομαι: αντιμετωπίζουμε ένα κείμενο, πώς αντιμετωπίζουμε αυτό το κείμενο; Πώς αντιμετωπίζουμε το κείμενο ως κείμενο, πώς μετατρέπουμε το κείμενο σε παράσταση (το κείμενο ως παράσταση-κείμενο και ως παράσταση, αντιστοίχως η παράσταση ως κείμενο-παράσταση και ως κείμενο); Είναι όλα τόσο μπερδεμένα… Είναι μπερδεμένα, αλλά απέναντι στη σύγχυση προβάλλει ως αίτημα μία μέθοδος κειμενικών προσεγγίσεων, ένας πλοηγός κατά την παραστασιοποίηση κειμένων και την αναπόδραστη κειμενοποίηση παραστάσεων, γιατί το κείμενο δεν είναι παράσταση και βεβαίως η παράσταση δεν είναι κείμενο, αλλά η παράσταση είναι ένα κείμενο, είτε λόγω μιας διευρυμένης –και ενίοτε καταχρηστικής– έννοιας του κειμένου που συμπεριλαμβάνει και την παράσταση είτε μέσω της απλής παρατήρησης πως οι παραστάσεις στηρίζονται τυπικά σε κείμενα. Κατά την παράσταση κρατάμε κατά νου τόσο το κείμενο στο οποίο βασίζεται η παράσταση –γιατί συχνά απαιτείται η διευκρίνιση: «παράσταση βασισμένη στο τάδε κείμενο»– όσο και την παράσταση ως κείμενο.

Ξεκινάμε λοιπόν από το κείμενο ως τέτοιο, που σημαίνει: από ένα σύνθετο σώμα, συναποτελούμενο από πλείστα όσα μικρότερα σύνθετα σώματα, εντέλει συντιθέμενο από ένα σύνολο απλών σωμάτων, που βρίσκονται σε κίνηση ή σε στάση, που συγκρούονται, ανταλλάζουν δυνάμεις, εντέλει διατηρούν μία σχέση μεταξύ τους και η σχέση αυτή που διατηρούν αυτά τα σώματα μεταξύ τους είναι το κείμενο, το κείμενο ως μια σχέση μεταξύ απλών σωμάτων. Εγκύπτουμε σε αυτά τα σώματα και σε αυτές τις σχέσεις σωμάτων, με άλλα λόγια στον λεγόμενο ρυθμό, ευρέως εννοούμενο (Deleuze-Guattari: «ο ρυθμός είναι το Άνισο ή το Ασύμμετρο, πάντα σε διακωδικοποίηση»), και αναρωτιόμαστε: τι κάνω εγώ εδώ, βουτηγμένος στο ακριβές γεωμετρικό κέντρο αυτού του πεδίου, γιατί το ίδιο το πεδίο γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει, έστω κι αν το κάνει έτσι ή αλλιώς, όμορφα ή ενοχλητικά ή άγαρμπα ή ευχάριστα, δεν έχει σημασία. Στέκομαι στις λέξεις ως απλά σώματα σημαίνει: συλλογίζομαι αυτές απλά τις λέξεις, οραματίζομαι μια παράσταση με αυτές τις λέξεις και μόνο, η οποία αποφεύγει να τοποθετηθεί ως προς αυτές τις λέξεις(-απλά σώματα) και επιδιώκει απλώς να εξυπηρετήσει το σύνθετο σώμα που συνίσταται στις μεταξύ τους σχέσεις.

[Κάπου εδώ υπεισέρχεται και η προβληματική της μετάφρασης, η διττότητα του αδύνατου χαρακτήρα και της εμπράγματης και επιτακτικής επιτέλεσης της· μα αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.]

Εάν παραμείνουμε για ικανό διάστημα στο σημείο αυτό, δεν είναι απίθανο να διανοιχτεί ένα απρόσμενο ξέφωτο, να τύχουμε σε ένα σωσίβιο, να σκοντάψουμε σε ένα μονοπάτι σαφώς οριοθετημένο -από εμάς τους ίδιους (Celan: «Διαβάστε! Συνεχίστε να διαβάζετε, η κατανόηση θα έρθει από μόνη της»). Όλα αυτά δεν πρέπει να τα πάρουμε πολύ στα σοβαρά, αλλά οπωσδήποτε θα τα πάρουμε στα σοβαρά σε κάποιον βαθμό, με λίγα λόγια θα ερμηνεύσουμε, καθόσον είχαμε ήδη-εξαρχής ερμηνεύσει, αλλά: αποπειραθήκαμε να αναστείλουμε την ερμηνεία μας, να τη βάλουμε σε ένα συρτάρι, όχι στο πιο απρόσιτο, και να ρωτήσουμε: τι μπορεί το κείμενο-σώμα; Ο λεγόμενος δημιουργός δεν δηλώνει τίποτα, μα φυσικά έχει πει κάτι, αλλά αυτό το κάτι δεν πρέπει να το φέρουμε βαρέως, ενώ ταυτόχρονα οφείλουμε να του αποδώσουμε την ύψιστη προσοχή… Αυτό είναι το πρόβλημά μας, αυτά είναι όλα μας τα προβλήματα, ένα παράξενο ισοζύγιο και η λύση είναι απλή, ζούμε, όπως λέγεται, υπάρχουμε, σκεφτόμαστε, πράττουμε και αυτή είναι η λύση μας στα λαχταριστά μας προβλήματα.

Εντέλει θα ποιήσουμε κάτι, μία παράσταση πιθανώς, πιθανώς σχετιζόμενη με ένα κείμενο. Είναι απλό, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βιαστούμε, ιδίως να σπεύσουμε να ερμηνεύσουμε, να εξηγήσουμε τι συμβαίνει, να καταλάβουμε μια θέση· η κατάληψη θέσης είναι καταστροφή, ως προσδιορισμός και άρα άρνηση του σώματος-κειμένου. Να μην αναζητήσουμε το νόημα: αυτό είναι όλο κι όλο. Ακόμη περισσότερο, να μην έχουμε ήδη επενδύσει με νόημα, να ακυρώσουμε τις πεποιθήσεις μας περί νοήματος, την αβάσταχτη και ρηχή σχέση ημών ως υποκείμενων με τα κείμενα ως αντικείμενα που τα παραγεμίζουμε με νόημα, βγάζουμε μια άκρη και κατόπιν εξερχόμαστε καιταλοιπά. Αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε, θα πρέπει να θυμόμαστε (Eliot, αποκρινόμενος στην ερώτηση: «σας παρακαλώ, κύριε, τι εννοείτε με τον στίχο ‘Lady, three white leopards sat under a juniper tree’;» – «Εννοώ: ‘Lady, three white leopards sat under a juniper tree’»): για να ανακατασκευάσουμε ένα κείμενο, χρειάζεται πρώτα να του έχουμε προσδώσει νόημα, να το δομήσουμε· για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να έχουμε βγάλει μια στοιχειώδη άκρη με το σύμπλεγμα συγγραφέας-κείμενο-συνθήκες-πρόσληψη, το οποίο με τη σειρά του απαιτεί την επί μακρόν παραμονή στο κείμενο ως τέτοιο: ως σύνολο σωμάτων.

~

Ο Αδαής και ο παράφρων [Der Ignorant und der Wahnsinnige] είναι το δεύτερο θεατρικό έργο του Bernhard (1972). Στην πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Ζάλτσμπουγκ, τόπου των παιδικών χρόνων του συγγραφέα, ο τελευταίος απαίτησε να σβήσουν όλα τα φώτα κατά το κλείσιμο του έργου, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της πυρασφάλειας· οι αρχές αρνήθηκαν, όπως και οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ, και μετά την επιμονή του Bernhard ξεκίνησε ένα από τα τυπικά πατιρντί που τον μετέτρεψαν σε enfant terrible της μεταπολεμικής Αυστρίας. Έτσι και η Βασίλισσα στο έργο: «Έχω πάντα τον φόβο / πως η μεταλλική αυλαία της πυρασφάλειας / αυτό το Σιδηρούν Παραπέτασμα / θα πέσει» – και ο Δόκτωρ: «Το παλιό σας όνειρο / πως συνθλίβεστε / από το Σιδηρούν Παραπέτασμα».

Ήταν ο δεύτερος Bernhard που ανεβάζει ο Περλέγκας, μετά τον προπερσινό Ιμμάνουελ Καντ. Οι ίδιες κομβικές παρεξηγήσεις βρίσκονταν στον πυρήνα του ανεβάσματος: αφενός ο Bernhard ως αλληγορία ή ως καταγγελία, αφετέρου το κοινό ως έχον ανάγκη διαρκούς επεξήγησης επί του περιεχομένου και του νοήματός του.

Πάει αρκετός καιρός απ’ όταν είδα την παράσταση, αλλά το πρόβλημα μου συμπυκνωνόταν με δυο λόγια στο εξής: ένα έργο φτιαγμένο με βασικό υλικό την υπερβολή (για την ακρίβεια: μια αυτοακυρούμενη υπερ-υπερβολή) που ανεβαίνει με τρόπο γκροτέσκο (δηλαδή υπερ-υπερβολικό). Και το ανέβασμα ήταν γκροτέσκο σε όλα τα επίπεδα, με αλλόκοτα κοστούμια και έντονο λευκό μακιγιάζ, βαριά σκηνικά, εξεζητημένη ηθοποιία, ξαφνικά ξεσπάσματα που δεν αφήνουν κανέναν χαρακτήρα σε μια σχετική ηρεμία -ακόμη και ο ουδέτερος σερβιτόρος Βίντερ παρατάει την επιτηδευμένη του απάθεια και επιδίδεται κι αυτός ενθουσιασμένος σε μια σειρά τσαρλατανισμών όταν τον προσκαλεί η Βασίλισσα της Νύχτας (καημένε Βίντερ!). Η μέθοδος αυτή έρχεται να αντισταθμίσει την ανοιχτότητα του έργου και να υπονομεύσει το φιλοσοφικό του στοιχείο: «Όταν όμως ενεργείτε / με τα μάτια ανοιχτά / και τέμνετε αδίστακτα / το παρόν αποκτά / φιλοσοφική διάσταση». Συγχέει τη δομή με το περιεχόμενο, θεωρώντας πως η σκέψη και η γραφή άπτονται αμιγώς του περιεχομένου: αυτό εννοεί εδώ ο συγγραφέας

Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται άστατοι, που σημαίνει: άρρυθμοι, όχι σε διαρκή κίνηση μα σε ένα είδος ψευδοσταθερότητας, σε μία αέναη μετατροπία, σε μετατοπίσεις που διαρρηγνύουν την υψηλή συνοχή του κειμένου. Για παράδειγμα, ο κεντρικός χαρακτήρας του Δόκτωρος αλλάζει διαρκώς ποιότητες, ενώ πρόκειται για ζήτημα ποσοτήτων· ο μέθυσος Πατέρας μοιάζει νηφαλιότερος κι από ιδεολόγο του straight edge, να επεξηγεί και να επαναλαμβάνει τις ρήσεις του Δόκτωρος σε ύφος ανεξήγητο· η Βασίλισσα της Νύχτας ως τυπικά υστερική και ως απηυδισμένη που τρέχει έξω τσιρίζοντας κ.λπ.

Μα το πιο δυσκολοχώνευτο είναι η μανία με τις εμβόλιμες επεξηγήσεις που προσπαθούν να κάνουν το κείμενο πιο προσιτό. Το έργο απέκτησε πρόλογο, ο Δόκτωρ δεν έπαψε να διευκρινίζει ότι «τώρα θα πούμε για ανατομία», σαν το κοινό να μην είναι σε θέση να ξεχωρίσει τους ιατρικούς μονολόγους από τον υπόλοιπο διάλογο και σαν η ανατομία να αποτελεί εμβόλιμα αλαμπουρνέζικα και όχι δομικό στοιχείο του έργου. Το κείμενο εξηγείται από τους συντελεστές στον εαυτό τους για να ανέβει και κατόπιν η ερμηνεία του κειμένου εξηγείται στο κοινό, πότε ευθέως, πότε έμμεσα, πάντοτε προφανώς. Η μεγάλη παρεξήγηση, λοιπόν, είναι αυτή της αλληγορίας: η ανατομία ως αλληγορία, δευτερεύον στοιχείο που υπηρετεί τα υποτιθέμενα νοήματα του έργου («ο άνθρωπος δεν ενδιαφέρει καθόλου την ιατρική / πρόκειται για μια επιστήμη / των οργάνων / δεν είναι μια επιστήμη / για τον άνθρωπο»).

Μα τα έργα αυτά δεν έχουν υπόθεση, το έργο δεν ξεκινάει από κάπου για να καταλήξει κάπου αλλού. Δυστυχώς, αυτό συχνά δεν μοιάζει να γίνεται κατανοητό: «Κατά τη γνώμη μου το δράμα είναι πρωτίστως γλωσσικό ζήτημα, υπάρχει βέβαια και το θέατρο της κωλοτούμπας, όπου οι άνθρωποι ολοένα στριφογυρίζουν, μπαινοβγαίνουν τρέχοντας σε πόρτες, αποφασίζουν τη μοίρα τους κάθε λίγα λεπτά… Τα δράματά μου είναι διαφορετικά. Πρέπει κανείς να ακούει. Το δράμα μου εξελίσσεται αργά, μέσω της ίδιας της γλώσσας· δεν εννοώ με αυτό την προσωπική μου εμπειρία, αλλά την εικόνα μου της δραματικής λογοτεχνίας».

Κατά τ’ άλλα, ξαναπέσανε τούρτες, το φαΐ ξεχείλισε εκ νέου από το στόμα, οι αστοί χαρακτήρες τρώγανε με τα χέρια ωσάν χοίροι, όλα αναίτια και ξεκάρφωτα, σάμπως ο Bernhard να προβαίνει σε κάποιου είδους καταγγελία. Η δεύτερη πράξη κατέληξε σε κάτι σαν κακοστημένος Buñuel, με τη γενικευμένη υστερία να ακολουθεί την κατά τόπους μετριασμένη υστερία της πρώτης. Τραγουδήθηκε καραόκε, προσφέρθηκαν σαμπάνιες στο κοινό, οι χαρακτήρες έτρεξαν έξω και ξανάτρεξαν μέσα καιταλοιπά. Δεν έλειψαν τα άστοχα πολιτικά σχόλια επικαιρότητας, εν είδει παρανόησης περί γερμανόφωνου θεάτρου, ενώ ο ex nihilo ερωτισμός προς το τέλος πραγματικά δεν τεκμαίρεται από πουθενά.

Στα ευχάριστα του ανεβάσματος ήταν η όμορφη αναφορά στον Otto Dix, με τα κοστούμια φροντισμένα αλλά αστόχως υπερβολικά· οι καλοί φωτισμοί, που διαιρούσαν τους χρόνους με υπόρρητο τρόπο· η παρουσία του Πατέρα ως Harpo ή ως θαλάσσιου ελέφαντα, παρά το κατά βάση παράταιρο ερμηνευτικό ύφος· αλλά κυρίως, και παρά τους παραπάνω προβληματισμούς, η αδιαμφισβήτητη προσπάθεια, ιδίως του Περλέγκα ως σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή που κυνηγάει μανιωδώς τον Bernhard, έστω κι αν αυτός μοιάζει να του έχει πάντοτε-ήδη ξεφύγει… Και του έχει ξεφύγει επειδή εάν «εδώ κινούνται όλα / αφύσικα / που είναι το πιο φυσικό πράγμα / στον κόσμο», η εκφορά της πρότασης αυτής δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα με τον πιο αφύσικο τρόπο.

Ως συνήθως, έχουν όλα προβλεφθεί· όπως έχει ξανααναφερθεί σε άλλο συναφές κείμενο, ο Bernhard έχει φυτέψει παντού αφορισμούς οι οποίοι εφαρμόζονται αναδρομικά στα ανεβάσματά του, των οποίων τις αστοχίες περίμενε με ανοιχτή αγκάλη: «Αλλά αυτά που διαβάζουμε / στις εφημερίδες / είναι τρομακτικής απλοϊκότητας / όπως / όταν κάποιος περιγράφει κάτι / χωρίς να το έχει μελετήσει / και συνεπώς χωρίς να το έχει κατανοήσει». Μα δεν πτοούμαστε και πάντοτε συνεχίζουμε, βιώνοντας κάθε παράσταση και κάθε περίσταση

Όπως όταν ανοίγει η αυλαία
αξιότιμε κύριε
και όλα είναι
μια απέραντη αβεβαιότητα

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο blog fragmentary program

Σχετικά με τον αρθρογράφο

fragmentary program

fragmentary program