Θέατρο

Το μάθημα / Ionesco / Θεοχάρης

Ακριβώς σαν σήμερα, 68 χρόνια πριν, έκανε την πρεμιέρα της στο Παρίσι Η φαλακρή τραγουδίστρια· το Μάθημα ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα. Ο μεγαλύτερος παραλογισμός με αυτά τα λεγόμενα έργα του παραλόγου δεν άπτεται του περιεχομένου τους, μα του γεγονότος ότι παίζονται ασταμάτητα, από τις 16 Φεβρουαρίου 1957 μέχρι σήμερα, στο παρισινό Théâtre de la Huchette… Μη γνωρίζοντας ότι το παγκόσμιο ρεκόρ σερί παραστάσεων στο ίδιο θέατρο διαδραματιζόταν ένα τετράγωνο παραδίπλα, πέρασα πολλάκις από τη γωνία Saint-Michel με Rue de la Huchette χωρίς να επισκεφθώ αυτή τη διπλή, ασταμάτητη μηχανή τραγουδίστριας-μαθήματος. Όμως τους Κορύβαντες, που μας απασχολούν επί της παρούσης, τους είχα ξαναεπισκεφθεί σε μια σπονδυλωτή παράσταση με τον τίτλο Διάβολος. Πρόκειται για ένα underground υπόγειο, που λειτουργεί χάρη στη ζωτική ορμή του ηθοποιού και σκηνοθέτη Ανδρέα Θεοχάρη και που επί της παρούσης, και όπως ίσως υποψιαστήκατε, ανεβάζει το Μάθημα (La Leçon, γραμμένο το 1950) του Ιονέσκο.

Στο λιτό αυτό μονόπρακτο, μια μαθήτρια επισκέπτεται για πρώτη φορά τον δάσκαλό της, ο οποίος, μην καταφέρνοντας να της διδάξει τα βασικά της μαθηματικής και της γλωσσολογικής επιστήμης, τη μαχαιρώνει· όπως μας πληροφορεί το επίσης λιτό και ακριβές πρόγραμμα της παράστασης, «το θέμα του έργου είναι πως οι μαθητές πάντα παθαίνουν πονόδοντο και πως πάντα οι καθηγητές τους βιάζουν και τους δολοφονούν». Όπως όλος ο Ιονέσκο (και όπως όλο το θέατρο· και όπως όλη η τέχνη· και όπως όλη η ζωή…), το Μάθημα εύκολα καταλήγει σε ακούσια παρωδία. Αυτό βέβαια έχει συγκεκριμένες αιτίες: μετά από μισό αιώνα κωμωδίας του παραλόγου, πρόκειται για ένα ελαφρώς γερασμένο κείμενο, του οποίου τον αντίκτυπο στο κοινό της εποχής μόνο να τον φανταστούμε μπορούμε. Ενώ όμως ο Ιονέσκο αμφισβήτησε εν μέρει τους μηχανισμούς της αφήγησης (η υποτιτλισμένη «αντι-έργο» Φαλακρή τραγουδίστρια είναι εδώ πιο συνεπής, αφού οι οδηγίες που περιέχει εντάσσονται οργανικά στον αντιρεαλισμό της), εδώ δεν αποφεύγει τις ακριβείς οδηγίες και περιγραφές των χαρακτήρων, όπως και έναν κάπως προφανή (και εντέλει αφηγηματικό) χαρακτήρα.

Το ανέβασμα στους Κορύβαντες αποφεύγει τους σκοπέλους αυτούς μέσω της λιτότητας και της προσήλωσής του στην ουσία του κειμένου. Οι οδηγίες αγνοούνται σχεδόν συνολικά. Η μαθήτρια είναι φυσιολογικά ντυμένη, χωρίς καρικατουρίστικα στοιχεία και ο καθηγητής… είναι περίεργος. Η μετάφραση που έγινε για την παράσταση περιέχει κάποιες πολύ ηχητικά πετυχημένες αποδόσεις του πρωτοτύπου και το ανέβασμα είναι σουρεαλιστικό και ακραίο, αλλά με ροή συνεχή, με έμφαση στη μουσικότητα –ιδίως κατά τους επικούς μονολόγους του καθηγητή– κάτι που υποβοηθάται έντονα από τους μινιμαλιστικούς αλλά εύστοχους φωτισμούς.

Αν και τα αστεία του πρώτου μέρους είναι ενίοτε δύσκολο να αποδώσουν, καθώς εξαρτώνται πλέον εξ ολοκλήρου από τον ρυθμό, τις γλωσσικές αποχρώσεις στους πεζά παράλογους διαλόγους και τις ποιότητες της παρουσίας των ηθοποιών, στην παράσταση δεν έλειψε το γέλιο, λόγω της εξαιρετικής χημείας μεταξύ του Θεοχάρη και της μαθήτριας Δήμητρας Τσιούρβα, που τον ακολούθησε κατά πόδας και ακούραστα στα ποικίλα σκαμπανεβάσματα. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα περιοχή ήταν οι περίεργες στιγμές κωμωδίας μεταξύ των δύο μερών του έργου, όταν το γέλιο του θεατή διακόπτεται από την άβολη αίσθηση που προξενεί η συνειδητοποίηση της εκτύλιξης του μαρτυρίου της μαθήτριας επί σκηνής, όταν το κωμικό στοιχείο σταδιακά εξαφανίζεται, αφήνοντας τη σκηνή ελεύθερη να καταληφθεί από τον σαδισμό και την εκμηδένιση. Όμως τα μέρη δεν διαχωρίζονται: πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα συνεχές, για μια μεταμόρφωση από την κωμωδία στη βία, με κοινό παρονομαστή την ένταση και τη μανία που εκτυλίσσεται σπειροειδώς προς ένα κρεσέντο σχεδόν ανυπόφορο.

Νομίζω ότι όλες οι παρεμβάσεις στο υλικό δούλεψαν προς όφελός του. Η εξάλειψη του ρόλου της υπηρέτριας ανέδειξε τη διπολικότητα του έργου, αφού όξυνε τις εντάσεις, δεν επέτρεψε ρυθμικές κοιλιές που θα μπορούσαν να προξενήσουν οι κάπως οφθαλμοφανείς και πνιγμένοι στους υπαινιγμούς διάλογοι μεταξύ υπηρέτριας και καθηγητή, και προσέθεσε τέλος λίγες ακόμη αράδες μονολογικής τρέλας στον τελευταίο. Το κλείσιμο του έργου ήταν σαφώς ανοιχτότερο, κι έτσι ενδυναμώθηκε σε δύο επίπεδα: κατά πρώτον, η φυσική βία (έστω και με φανταστικό μαχαίρι) θα κατέστρεφε την ένταση που είχε χτιστεί· στην εν λόγω περίπτωση ο λυγμός αποδείχτηκε πράγματι πολύ αποτελεσματικότερος –αν και πιο ζημιογόνος ψυχικά, αφού έλειψε η κάθαρση του πρωτοτύπου– του κρότου. Κατά δεύτερον, η όλη περί πτώματος διεργασία του πρωτοτύπου το μετατρέπει εντέλει σε μια καταγγελία του φασισμού που μοιάζει κάπως διδακτική, κάτι που αποφεύγεται από το φασματικό κλείσιμο της παράστασης που παρακολουθήσαμε.

Ανέφερα προηγουμένως ότι το Μάθημα είναι ένα κείμενο κάπως γερασμένο. Δεν παύει όμως να είναι ένα αλλόκοτο έργο πέραν της οριοθέτησης κωμωδία-τραγωδία, που θεματοποιεί με τα απλούστερα μέσα, ιδίως όπως αποδόθηκε εδώ, την αφαίρεση και τη γλώσσα (ταυτόχρονα πρωταγωνίστρια και πεδίο ύπαρξης), τις σχέσεις εξουσίας, τον κομφορμισμό και τον φασισμό, τη σαγήνη και την αντίσταση. Το έργο καταποντίζεται στο διάκενο μεταξύ του αναπόφευκτου της κυριαρχίας και του αδύνατου της επικοινωνίας, παρασύροντάς μας, ακριβώς όπως το παρόν ανέβασμά του, στα ίδια σκοτάδια στα οποία περιπλανιόμαστε ακατάπαυστα.

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο blog fragmentary program.]

Σχετικά με τον αρθρογράφο

fragmentary program

fragmentary program