Ανάλυση

Τσεκούρι εναντίον τσεκουριού: Η μειονοτική επιρροή του Πολυτεχνείου

Tvardovsky: « Είμαστε το μαστίγιο, αυτοί είναι το τσεκούρι».

Soljenistyne: « Όχι, δεν είμαι ένα μαστίγιο, διαφορετικό από αυτούς, και πιο αδύνατο από αυτούς, είμαι σαν και αυτούς, ίδιος με αυτούς, ένα τσεκούρι».

«Τσεκούρι εναντίον τσεκουριού» ( Serge Moscovici, 1979:258)

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν, όχι συλλήβδην δηλαδή, αλλά μια σοβαρή μερίδα τους, έναν ιδιαίτερο τρόπο να τιμάνε τους νεκρούς τους. Χωρίς να τους φωτογραφίζουν τη σκληρή ώρα του θανάτου και χωρίς να ξεθάβουν άγαρμπα τα κουφάρια τους, χωρίς να τους εξιδανικεύουν μήτε και να τους μειώνουν, δίνουν όλη εκείνη τη βαρύτητα που αρμόζει για να μη μετατρέπεται η σημασία του κινήματος σε μνημόσυνο ή  πανηγύρι.

Ολοκληρώνονται φέτος 42 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, μιαν εξέγερση που καθόλου δε της πρέπουν τα ημίμετρα. Οι ημι-μάθειες, οι ημι- μνήμες, οι ημι- συνεχιστές, τα ημί-ευρα γαρύφαλλα. Κι’ αυτό γιατί η πορεία από το «Κάτω ο Καταστατικός Χάρτης» στο «Απόψε θα γίνει Ταϋλάνδη» και από το «ΝΑΤΟ- ΣΙΑ- Προδοσία», στο «Εργάτες- Αγρότες- Φοιτητές», κάθε άλλο παρά ημί , μπορεί να θεωρηθεί.

Το μπόλιασμα, δηλαδή, όλων εκείνων των κοινωνικών νοημάτων που έβραζαν, εξελισσόμενα σε κοινωνική ανάγκη που έκαιγε πλέον, οδήγησε μέσα από τη σύζευξη των κοινωνικών ομάδων του τότε στη σύγκρουση με την εξουσία, ή κατά κόσμον, στην έκρηξη.

Ποιό ήταν όμως το εναρκτήριο λάκτισμα, το οποίο ήδη φαινομενικά ετεροχρονισμένα γέννησε μια αξιοσημείωτη αντίσταση;

Μπορείς να πεις πως ήταν οι φοιτητές, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το μόνο κοινωνικό κύτταρο που τους έμενε να χρησιμοποιούν ελεύθερα, το Πανεπιστήμιο που είναι ο πιο ευνοημένος τόπος σχηματισμού νέων κοινωνικών αγώνων, διότι οι κοινωνικοί καταναγκασμοί είναι λιγότερο ισχυροί από αλλού, διότι η κίνηση των ιδεών προηγείται της οργάνωσης των πολιτικών αγώνων, διότι ο κοινωνικός ρόλος της γνώσης είναι γενικό πρόβλημα. ( Touraine, 1969: 14-21), ως μέσο για να έρθουν σε σύγκρουση με τη χούντα και ο κόσμος που ήδη με την απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη ή τις συναθροίσεις όποτε δινόταν η ευκαιρία, όπως στην κηδεία του Γ. Παπανδρέου, πάλευε όπως μπορούσε τη χούντα, έπαψε να φοβάται.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1973, 4.000 φοιτητές κλείστηκαν στο κτίριο της Νομικής, ενάντια στον Καταστατικό Χάρτη και τις προβλέψεις του, δηλαδή τη στρατολόγηση των κομμουνιστών και αντιρρησιών φοιτητών, τη διάλυση των δημοκρατικών φοιτητικών συλλόγων καθώς και την αλλαγή της διεξαγωγής φοιτητικών εκλογών υπό την επίβλεψη της χούντας. Εκεί, ανάμεσα στο πρωτόγνωρο συναίσθημα της δυνατότητας πάλης, έρχεται διστακτικά μια πρώτη ανταπόκριση του κόσμου. « Ένα φαινόμενο που μπορεί να θεωρηθεί πολύ ενδιαφέρον, είναι αυτό που γινόταν στις στάσεις των λεωφορείων, που βρίσκονται απέναντι από τη Νομική… Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι μετά τη δουλειά τους βιάζονται να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Τσακώνονται ποιος θα ανέβει πρώτος στο λεωφορείο. Αυτές τις δυο μέρες της κατάληψης της Νομικής, οι άνθρωποι μαζεύονταν στις στάσεις αλλά δε βλέπαμε κανέναν να τσακώνεται για να πάρει το λεωφορείο, δεν βιάζονταν. Τα λεωφορεία έρχονταν και έφευγαν, αλλά αυτοί έμεναν στις στάσεις και παρακολουθούσαν τους φοιτητές που ήταν στην ταράτσα της Νομικής και φώναζαν: «Κάτω η χούντα»… Ο κόσμος μας έδειξε επίσης τα φιλικά του συναισθήματα, κορνάροντας. Τη δεύτερη μέρα της κατάληψης, το απόγευμα, πολλοί έρχονταν από τη δουλειά με το αυτοκίνητό τους γύρω από τη Νομική και πάταγαν τα κλάξον. Αυτό προκαλούσε μποτιλιάρισμα… Ο κόσμος μας υποστήριζε… Το ξέραμε».

Οι φοιτητές όμως, με βάση τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων είτε πρακτικών (όπλων) είτε επιρροής (Μ.Μ.Ε), παραμένουν μειονότητα, ενεργή μεν, αλλά μειονότητα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η κα Α. Μαντόγλου στο βιβλίο της: «Η εξέγερση του Πολυτεχνείου, Μια κοινωνιοψυχολογική προσέγγιση»: Mε το που ξεκινά η κατάληψη στο Πολυτεχνείο, παρατηρείται μια διγνωμία μεταξύ των φοιτητών: «ορισμένοι λέγαν να φύγουμε, ορισμένοι να κάτσουμε».

Την πρώτη τάση, την οποία θα χαρακτηρίσουμε ασταθή μειονότητα ( ομάδα Α), τη συγκροτούσαν το ΚΚΕ ( Αντι- ΕΦΕΕ), το ΚΚΕ εσωτ. (Ρήγας Φεραίος) και το ΠΑΚ. Τη δεύτερη τάση, την οποία θα ονομάσουμε σταθερή μειονότητα ( ομάδα Β), την αποτελούσαν το ΕΚΚΕ, η ΟΜΛΕ, η ΟΣΕ και η «μάζα» των φοιτητών.

Σύμφωνα με το Moscovici (1979): Στην εξέλιξη των κοινωνιών υπάρχουν περίοδοι σχετικά σταθερές και περίοδοι που χαρακτηρίζονται από κοινωνικές αλλαγές. Αυτές οι αλλαγές προέρχονται από τις ενεργές μειονότητες. Η σύγκρουση είναι η απαραίτητη συνθήκη της κοινωνικής επιρροής. Είναι η αρχή και το μέσο για να αλλάξουν οι άλλοι, να εγκατασταθούν καινούριες σχέσεις ή να σταθεροποιηθούν οι παλιές.

Οι προϋποθέσεις όμως που χρειάζεται να πληροί μία μειονότητα προκειμένου να καταφέρει τη σύγκρουση και την κοινωνική επιρροή, είναι μερικές από αυτές που πληρούσαν και όσοι συμμετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου:

 Σταθερότητα: «Οι θέσεις τους ήταν σταθερές, ίσως σκληροπυρηνικές. Δεν θα μπορούσαν να κάνουν πίσω, γιατί… δεν ξέραμε αν θα κρατούσε πολύ αυτό και τι αποτέλεσμα θα είχε, αλλά, στις λίγες μέρες που κράτησε, είδαμε ότι οι φοιτητές ήταν αγωνιστές, πράγματι και οπωσδήποτε σκληροί στις θέσεις τους».

Αυτονομία: Οι απόψεις και η δράση της ενεργής μειονότητας δεν ξεκινούσαν από προσωπικά κίνητρα και ήταν ανεξάρτητες από υποκειμενικά συμφέροντα. Τα άτομα που συμμετείχαν στο Πολυτεχνείο προέρχονταν από όλες τις πολιτικές παρατάξεις ή ήταν ανένταχτοι. Δεν υπήρχε κάποιο πολιτικό συμφέρον πίσω από τη μειονοτική πράξη.

Ακαμψία και σταθερότητα: Ακόμη και όταν ο Παπαδόπουλος ένιωσε να απειλείται και έδωσε διαταγή για χρήση όπλων και δακρυγόνων, ακόμη και όταν τα τανκς εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο, ο ραδιοφωνικός σταθμός δεν έπαψε να εκπέμπει: « Εδώ Πολυτεχνείο. Εδώ Πολυτεχνείο. Ο λαός αγωνίζεται ενωμένος με ένα σώμα, με μια ψυχή για να κερδίσει την Ελευθερία του, για να ανατρέψει τον δυνάστη του, που χρόνια τον εκμεταλλεύεται και του ρουφά το αίμα».

Αφοσίωση και θυσία: « Το να στέκεσαι μπροστά στην κάννη, να ανοίγεις το πουκάμισό σου και να λες χτύπα, όταν ο άλλος έχει σκοτώσει παραδίπλα, πραγματικά πρόκειται για μια λειτουργία έξω από τα πλαίσια του λογικού, του νορμάλ στις κανονικές συνθήκες. Εγώ το είπα υπέρβαση. Είναι η στιγμή που οι συνθήκες σου δημιουργούν αυτή τη δυνατότητα να υπερβείς το εγώ σου».

Και όσο για το γνωστό επιχείρημα Δαμανάκη ή της γενιάς « Λένιν, Levis , Lacoste» που από τη ριζοσπαστικοποίηση μεταπήδησε γρήγορα στη μικροαστικοποίηση, έρχεται συνήθως μια στιγμή που από τις έντονες κοινωνικές συγκυρίες καλείσαι να διαλέξεις τι θα κρατήσεις και τι θα αφήσεις πίσω ως λιγότερο σημαντικό. Και αν δεν κάνω λάθος οι «εκρήξεις» και οι «οριακές στιγμές» ανήκουν στην πρώτη κατηγορία.

***

Βιβλιογραφία:

[1] Η εξέγερση του Πολυτεχνείου: Μια κοινωνιοψυχολογική προσέγγιση, Άννα Μαντόγλου (2011), Εκδ. Πεδίο
[2] Μειονοτική Επιρροή και Καινοτομία: Παρελθόν, διαδικασίες και συνέπειες, Robin Martin & Miles Hewstone (2013), Εκδ. Πεδίο
[3] To Πολυτεχνείο ζει; Όνειρα - Μύθοι- Αλήθειες, Επιμέλεια: Δημήτρης Παπαχρήστος (2004), Εκδ. Λιβάνη

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Μάιρα Ζαρέντη