Ανάλυση

Πώς οδηγηθήκαμε στην 21η Απριλίου 1967;

Φέτος, εν έτει 2017, συμπληρώνονται αισίως πενήντα χρόνια από εκείνο το πρωινό της 21ης Απριλίου 1967, οπότε και μια μικρή ομάδα αξιωματικών υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεώργιου Παπαδόπουλου προέβη σε κατάλυση της Β' Ελληνικής Δημοκρατίας και σε επιβολή δικτατορικού-αυταρχικού καθεστώτος. Η επικράτηση των δικτατορίσκων της 21ης Απριλίου και η διατήρησή τους στην εξουσία μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974 απετέλεσαν την πιο σκοτεινή σελίδα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, η οποία ταυτίστηκε στη μνήμη τόσο των πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου όσο και των μεταγενέστερων γενεών κυρίως με το αίμα της 17ης Νοεμβρίου 1973 και με το όνειδος του κυπριακού δράματος. Παράλληλα, όμως, αυτή η σκιερή επταετία του 1967-1974 αποτελεί και κάτι επιπλέον. Στοιχειοθετεί το πέρασμα από το καθεστώς ιστορικότητας του μετεμφυλιακού αφηγήματος σε αυτό της Μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Μετά την 24η Ιουλίου 1974 και την κατάρρευση των πιο ακραία συντηρητικών κύκλων και νοοτροπιών της περιόδου 1950-1967, ό,τι χαρακτήριζε τη λεγόμενη«Καχεκτική Δημοκρατία» (όπως το παρασύνταγμα του 1952, η διαρκής παραμονή των ηττημένων του 1949 σε θεσμική και πολιτική «καραντίνα», καθώς και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων) απλά δεν μπορούσαν να σταθούν. Η σύνδεση της Χούντας (υπό την ηγεσία του Δημητρίου Ιωαννίδη μετά την 25η Νοεμβρίου 1973) με την κυπριακή τραγωδία του Ιουλίου 1974 εκτός του ότι προσέδωσε στη χουντική ιδιότητα το φάσμα της προδοσίας, απετέλεσε το απαραίτητο εκείνο «σοκ» προκειμένου η ιστορική σελίδα της προ του 1974 περιόδου να κλείσει οριστικά.

Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η επιβολή της Χούντας του 1967 τοποθετείται μέσα στα ιστορικά πλαίσια τόσο της γενικότερης ψυχροπολεμικής διαμάχης μεταξύ δυτικού και ανατολικού συνασπισμού, όσο και της ειδικότερης ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου του 1946-49. Παρόλα αυτά, οι καταβολές της δύναται να αναχθούν στις εποχές του Εθνικού Διχασμού (μετά το 1915) και στην ενεργό συμμετοχή του στρατού στη διαμόρφωση της πολιτικής σκηνής μέσα από την «κομματικοποίηση» του στρατεύματος και τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματικών σε στρατιωτικά κινήματα εναντίον της μιας ή της άλλης κυρίαρχης παράταξης. Ο διχασμός του στρατεύματος σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς εκφράστηκε μέσα από τα κινήματα του Νικολάου Πλαστήρα το 1922 και το 1935 (ιδίως το κίνημα του 1922 έμεινε στην ιστορία λόγω της τελικής εκτέλεσης των πέντε πολιτικών ηγετών της αντιβενιζελικής παράταξης και του τελευταίου αρχιστράτηγου της Μικράς Ασίας), των Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου το 1923 και του Κονδύλη το 1935. Μετά την Απελευθέρωση (1944), ο Εμφύλιος πόλεμος (1946-1949) εκτός από τις μυριάδες καταστροφές σε έμψυχο και άψυχο υλικό επέφερε και άλλη μία αλλαγή στο εσωτερικό πεδίο κατανομής ισχύος. Από το 1949 και την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Αλέξανδρο Παπάγο το στράτευμα αρχίζει να αυτονομείται από τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας, η οποία κρίθηκε περίπου ως ανάξια να αντιμετωπίσει την ανάφλεξη της εσωτερικής επανάστασης.

Πράγματι, η επικράτηση του Εθνικού Στρατού στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι (Αύγουστος 1949) εκτός από το πρακτικό σκέλος της νίκης του αστικού πολιτικού κόσμου έναντι της ένοπλης κομμουνιστικής Αριστεράς, παρουσιάστηκε και ως νίκη του στρατιωτικού παράγοντα έναντι μιας πολιτικής ηγεσίας, η οποία μετά το 1944 είχε κριθεί περίπου ως ανάξια να αντιμετωπίσει την εσωτερική ανάφλεξη. Μετά το 1949 και δεδομένου της πεποίθησης πολλών κύκλων ότι παρά την ήττα στα πεδία των μαχών ο κομμουνιστικός παράγοντας ήταν ακόμη ισχυρός, ο κόσμος των αξιωματικών αυτοαναγορεύτηκε στο «σωτήρα του κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος». Από εκείνο το σημείο και μετά, υψηλόβαθμοι και κατώτεροι αξιωματικοί θα δείχνουν σημάδια επέμβασης κάθε φορά που το καθεστώς το οποίο γεννήθηκε μέσα από την νίκη του 1949, έδειχνε να αμφισβητείται. Πριν ακόμη από τον Απρίλιο του 1967, κύκλοι του στρατεύματος είχαν κινηθεί τον Μάιο του 1951, λόγω της φημολογούμενης αποχώρησης του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου από τον στρατό. Επίσης, παρασκηνιακές κινήσεις και διαβουλεύσεις υπήρξαν το 1956, λόγω της συμμετοχής της ΕΔΑ σε προεκλογικό συνασπισμό με το σύνολο της αντικαραμανλικής αντιπολίτευσης, καθώς και το 1963 μετά από την παραίτηση και αποχώρηση του Κ. Καραμανλή, λόγω σύγκρουσής του με το παλάτι και λόγω της εκρηκτικής ατμόσφαιρας από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Το γεγονός ότι μεγαλύτερη κινητικότητα παρουσιάζεται από τους λεγόμενους «μικρούς του στρατεύματος» (όπως τέτοιοι ήταν και οι πραξικοπηματίες του 1967) εξηγείται και από συντεχνιακούς λόγους. Επομένως, από όλα αυτά συμπεραίνουμε ότι πριν κινηθούν τα τανκς του Παττακού στους δρόμους της Αθήνας, οι επεμβάσεις του Στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας ήταν ένα ιστορικό φαινόμενο το οποίο δεν είχε ακόμη γνωρίσει την απονομιμοποίηση και την κατακραυγή που γνώρισε αμέσως μετά.

Εκτός από τον πάντα παρόντα στρατιωτικό βραχίονα, το μετεμφυλιακό πλέγμα εξουσίας στηρίχθηκε ιδιαίτερα και στη θεσμική κατοχύρωση της υπεροχής των νικητών του 1949.  Πράγματι, μετά το 1949 ο χωρισμός των πολιτών σε «εθνικόφρονες-μη εθνικόφρονες» έλαβε θεσμικό χαρακτήρα μέσα από τις διαδικασίες που προέβλεπε το Σύνταγμα του 1952. Το  κείμενο του Συντάγματος, γεννημένο και συγκροτημένο μέσα στις φλόγες του Εμφυλίου και των παθών που αυτός έφερε, δεν μπορούσε να αποτελέσει το όχημα για το πέρασμα της χώρας στη νέα μεταπολεμική περίοδο, όπως συνέβη σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ιδίως το παράδειγμα της γειτονικής Ιταλίας με την ψήφιση του νέου αντιφασιστικού Συντάγματος μέσα από την επίτευξη της ελάχιστης συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων (ιδίως του πανίσχυρου Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας) απετέλεσε κατεξοχήν παράδειγμα του πως ένα κομμουνιστικό κόμμα της εποχής μπόρεσε να ενταχθεί ομαλά στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Αντίθετα, στην ελληνική περίπτωση η ύπαρξη του λεγόμενου «παρά-Συντάγματος» θεσμοθέτησε τις διώξεις εναντίον των οπαδών της Αριστεράς μέσα από τον κύκλο των Εκτάκτων Μέτρων. Η λογική πίσω από αυτές τις διατάξεις ήταν ο περιορισμός των δυνάμεων της Αριστεράς και ο «έλεγχος» των δραστηριοτήτων της, ώστε ποτέ να μην φθάσει στα επίπεδα της εαμικής εμπειρίας του 1941-44. Η ανάσχεση του κινδύνου επανόδου ενός «νέου ΕΑΜ» ήταν από τους θεμέλιους λίθους της πολιτικής των αστικών δυνάμεων σε όλη την περίοδο 1950-1967.

Οι έκτακτες διαδικασίες έναντι των στελεχών και οπαδών της Αριστεράς, ιδίως μετά την ίδρυση της ΕΔΑ (1951), ήταν πολύπλευρες και περιελάμβαναν από περιορισμό στην πολιτική δραστηριότητα έως διώξεις και εκτοπίσεις. Αυτές οι έκτακτες διαδικασίες θα γνωρίσουν έξαρση μετά τις εκλογές του 1958 και την επάνοδο της «αριστερής απειλής» λόγω της ανάδειξης της Ε.Δ.Α σε αξιωματική αντιπολίτευση (εννέα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου). Πράγματι, την περίοδο 1958-1963 θεσμικοί και κρατικοί παράγοντες θα εκφραστούν υπέρ μιας πιο αυταρχικής πολιτικής έναντι των δυνάμεων της Αριστεράς (τέτοιες απόψεις μετά το 1958 θα εκφράσει και ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος στον απόηχο των εκλογών θα αποστείλει ένα τηλεγράφημα στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή καλώντας τον στη σύμπτυξη ενός εθνικόφρονος μετώπου και διενέργεια νέων εκλογών «με το πιστόλι και τον χωροφύλακα»), γεγονός που θα οδηγήσει σε έξαρση των κατασταλτικών διαδικασιών. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η δίωξη έναντι του διευθυντή της Αυγής, Μανώλη Γλέζο, το 1959, εξέλιξη που  οδήγησε στον ιδιότυπο «Πόλεμο των Γραμματοσήμων» μεταξύ Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης, όταν η Μόσχα προχώρησε στην έκδοση τιμητικού γραμματοσήμου με τη μορφή του Γλέζου και φόντο την Ακρόπολη σε ανάμνηση της ηρωικής του πράξης κατά την περίοδο της Κατοχής.

Ο θεσμικός περιορισμός του «κόσμου των ηττημένων» σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας δικαιολογούσε την παραμονή του πλέγματος εξουσίας του 1950-1967. Αυτό το πλέγμα εξουσίας αποτελούταν από τη στρατιωτική εξουσία, τον αναβαπτισμένο θεσμό της Μοναρχίας (μετά την επιστροφή του Γεωργίου Β΄ το 1946) και την πολιτική κυριαρχία της συντηρητικής παράταξης (η οποία εξουσίαζε ανελλιπώς από το 1952 έως το 1963). Το στοιχείο που τους συνέδεε ήταν η εμφυλιοπολεμική πόλωση, χωρίς την οποία και σε καθεστώς μερικής δημοκρατικοποίησης η κυριαρχία τους θα ήταν θνησιγενής. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι η στάση του Απριλίου 1967 θα προέλθει από αξιωματικούς πλήρως αφοσιωμένους στον αντικομμουνιστικό αγώνα, τον οποίο είχαν βιώσει ως αξιωματικοί πρώτης γραμμής στις μάχες του Γράμμου το 1949. Η προβληματική πτυχή για την τύχη των θεσμών θα έρθει, όταν αυτό το πλέγμα εξουσίας θα ταυτιστεί με τη βασιλική εξουσία. Το Στέμμα ως ένας από τους βασικούς πυλώνες ισχύος στη μεταπολεμική εποχή θα θελήσει να διατηρήσει μια ιδιότυπη πρωτοκαθεδρία. Για να το πετύχει αυτό θα προσπαθήσει ταυτόχρονα να έχει τη βασική εποπτεία επί του στρατεύματος (που το θεωρούσε περίπου ως προνομιακό χώρο δράσης του) και να ακυρώσει κάθε προσπάθεια περιορισμού της επιρροής του. Μέχρι το 1963 αυτός ο σκοπός πραγματοποιούταν χωρίς να προσβληθεί η ιεραρχία της ισχύος. Τα Ιουλιανά, όμως, του 1965 με την καθαίρεση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και τις «κυβερνήσεις των αποστατών» τραυμάτισαν βαθύτατα το ίδιο το κύρος του θεσμού, εφόσον φάνηκε ο Βασιλιάς να ταυτίζεται με τη συντηρητική παράταξη και να απολύει έναν πρωθυπουργό, που μόλις ένα χρόνο πριν είχε λάβει το 53% του εκλογικού σώματος. Η «Κρίση των Θεσμών» είχε φτάσει στο απόγειό της. Το μετεμφυλιακό πλέγμα εξουσίας δεν μπορούσε να σταθεί.

Από όσα ελέχθησαν, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 υπήρξε αποτέλεσμα της δράσης αυτονομημένων ομάδων του στρατεύματος, οι οποίοι όμως ως αντίληψη είχαν δημιουργηθεί και ανδρωθεί μέσα στις λογικές των πιο ακραίων κύκλων των νικητών του 1949. Η επιλογή τους να κινηθούν τη δεδομένη ιστορική στιγμή του 1967 δηλώνει τη δεδηλωμένη πίστη τους στην ανάγκη διατήρησης του πλαισίου του 1950-1967 και την κατηγορηματική άρνησή τους απέναντι στην ενίσχυση της θέσης του κόσμου των ηττημένων μέσα από την κατάργηση μέρους του προβληματικού θεσμικού πλαισίου. Παρότι ήταν δηλωμένοι θιασώτες του θεσμού της Βασιλείας, δεν δίστασαν να στραφούν ενάντια στον μονάρχη Κωνσταντίνο και τους πιστούς στρατηγούς του, όταν αντελήφθησαν ότι οι στρατηγοί αμφιταλαντευόντουσαν ως προς την επιλογή της στρατιωτικής αναβολής των εκλογών του Μαΐου 1967, οι οποίες εάν λάμβαναν χώρα θα οδηγούσαν σε ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα στο εσωτερικό πεδίο εξουσίας.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Σπύρος Λυγκούρης