#6 Ταξιδιωτικός σάκος ή το αγαπημένο μου βιβλίο Un Mundo

Mια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο. "Μόνον τα απαραίτητα", είπα. Κι ήταν αρκετά γι' αυτή τη ζωή - και για πολλές άλλες ακόμη. Βάλθηκα να τα καταγράφω ένα ένα». Γράφουμε για τα αγαπημένα μας βιβλία, για να βρούμε τι θα βάλουμε στον σάκο μας (και) αυτό το καλοκαίρι.

***

«Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από την πρώτη.

Ήταν η εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ έντ ρόλλ, ελάχιστο σέξ καί καθόλου ναρκωτικά.

Παρ'όλα αυτά νομίζω ότι δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα.»

***

Η δική μου συμβολή στο αφιέρωμα δεν χωράει ακριβώς. Χωράει περίπου, χωράει μισή.

Γιατί όταν έπεσε η ιδέα δεν χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ για το πιο αγαπημένο μου βιβλίο.

Από την άλλη πλευρά, αυτό το ίδιο δεν χωράει στον ταξιδιωτικό μου σάκο πια.

Γιατί πολύ το αγαπάω, μα πολύ με στεναχωρεί και να το ανοίγω.

***

«Μ'αυτό που μέ ζοχαδιάζει περισσότερο είναι πώς μέ πατάω στό λαρύγγι δέν μού συγχωράω τίποτα- και δέ μέ γουστάρω καθόλου γαμώ τήν ανωμαλία μου μέσα νά γιατί όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.»

***

Το "Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα" ήρθε στην κατοχή μου σε ένα υπόγειο βιβλιοπωλείο στον Πειραιά που ακόμη κι αυτό, την σημειολογία του μέσα, έχει κλείσει πια κι έχει μεταφερθεί παραδίπλα αφήνοντας σήμερα ένα μικρό σκοτεινό υπόγειο με σκονισμένα τζάμια περίπου να χάσκει.

Ήταν όντως η εποχή που κι εμείς είχαμε άφθονο ρόκ έντ ρόλλ, ελάχιστο σέξ καί καθόλου ναρκωτικά: πρωτοετής στη σχολή, χειμώνας του '08- βλέποντας τώρα τον ταλαιπωρημένο τόμο, συνειδητοποιώ ότι έχω την πρώτη έκδοση, του Ιανουαρίου της ίδιας χρονιάς.

Το βιβλίο γράφτηκε από τον Νίκο Νικολαΐδη και εκδόθηκε μετά το θάνατό του: για την ακρίβεια το βιβλίο βρέθηκε σε σημειώσεις, και οι σημειώσεις σχεδόν αυτούσια δέθηκαν σε βιβλίο.

Αυτό δίνει στο ίδιο το κείμενο μια τύχη σπάνια: ο συγγραφέας του δεν θα πρόλαβε (υποθέτω) να το διορθώσει, ή να το φτιασιδώσει, ή να του αλλάξει το τέλος, να μετανιώσει κάποια σειρά, παράγραφο, ή κεφάλαιο ολόκληρο, να το επανεκδώσει ακόμη προσθφαιρώντας -ή, μια και μιλάμε για σκηνοθέτη εκτός από συγγραφέα, να το πειράξει στο μοντάζ.

Αυτό που βρήκα στο βιβλίο με σημάδεψε αρκετά. Δεν ξέρω καν αν πρέπει να χαίρομαι που το διάβασα τότε που το διάβασα. Πάντως ήταν σαν ένα καλειδοσκόπιο που συνεχίζει αυτόνομα από τις προθέσεις του δημιουργού του να γερνάει μαζί μου. Το έχω χωρίς να θέλω -φορές μου έγινε φόρτωμα- μαζί όταν σουλατσάρω όπου κι αν σουλατσάρω, όταν κρίνω αν ένα μπαρ κάνει για στέκι όπου κι τα πίνω, όταν ανέχομαι τον ήλιο μέχρι να σκοτεινιάσει όπου κι αν ξημερώνει, όταν σκέφτομαι τους φίλους μου στην άλλη άκρη, όταν θυμάμαι εντός, εκτός κι επί τ΄ αυτά και σίγουρα όταν πάω να γράψω κάτι.

Οτιδήποτε.

Μερσί, κύριε Νικολαΐδη.

***

«Ή μόνη λύση μου είναι νά υποκρίνομαι ότι μοιράζομαι μαζί τους τόν ίδιο κόσμο κάτω απ'τον ίδιο γαμημένο ήλιο εγώ που γουστάρω τή βροχή τή θύελλα καί τό χιονόνερο τά μαύρα σύννεφα στό πεζοδρόμιο τόν πυρετό τά ρίγη τό σκοτεινό μου πάρκο καί τήν υγρασία.»

***

Την "Στεκιά" όπως είπαμε την νιώθω πολύ κοντά. Και την σκόρπια αγάπη για τους στίχους του Καββαδία, τα ροκ σουλάτσα στην Αθήνα, τους λασπωμένους δρόμους, τις σκιές απόντων ανθρώπων που ψήνονται σαν τον ελληνικό στα Τουρκοβούνια και την κάφτρα στα μύρια Pall Mall και Chesterfield μέσα στις 435 σελίδες. Αν πεις ότι είναι η πιο βαθιά αποτύπωση της ουσίας του μπήτνικ θα το αδικήσεις. Έχει χαρακτήρες ωστόσο που δεν είναι απλά ημερολογιακές καταγραφές -ή μπορεί και να είναι. Έχουν σάρκα, αίμα, σπέρμα και τσιγάρα. Χορεύουν rock n'roll στο Τοπ Χατ και καταπίνουν ζωή, πολλή ζωή φλερτάροντας με την σχετικότητα του χρόνου. Με σπαρακτική ειλικρίνεια- μια, όπως παρεμπιπτόντως πιστεύω, υποτιμημένη αρετή- ζουν τα πάνω και τα κάτω της ανθρώπινης συμπεριφοράς και μικροϊστορίες ματαίωσης και εφήμερου.

***

«-καί τί λέγατε όλο τό βράδυ...τί είχε τό ρεπερτόριο Τέλλο Άγρα ή Ουράνη;

-δέ θυμάμαι τίποτα...σά να μήν έγινε δε ξέρω τελικά κι άν έγινε.

-Και όνομα παρακαλώ;

-Τζίμ Μπλαίκερ, ταχυδακτυλουργός απ'την Οντέσσα μού' δωσε πάσσα και χαμογέλασε- μού'γραψε στα βιαστικά ένα τηλέφωνο καί κάποιο όνομα ψεύτικα υποθέτω και τα δύο.

-και το ψεύτικο όνομα αυτής;

-Μόλλυ...»

***

Το ίδιο το βιβλίο που έχω στην κατοχή μου είναι ταλαιπωρημένο με ένα τρόπο που δεν μεταχειρίζομαι τα βιβλία μου. Πάντως αυτό είναι το μόνο που κάποτε έφυγε από τα χέρια μου, άλλαξε χέρια και σπίτια πολλά (άλλα που ξέρω, άλλα που υποθέτω) και έκανε χρόνια να γυρίσει στη θέση του. Αναρωτιέμαι πώς να φάνηκε στα άτομα που το διάβασαν, τι να τους έμεινε- άλλοτε αναρωτιέμαι, άλλοτε όμως δεν θέλω να ρωτήσω. Τους ανήκει.

Το βιβλίο κατά τα άλλα δεν έχει ίχνος αστικής ευγένειας, αν κάποιος/α σοκάρεται εύκολα ας επιλέξει κάτι πιο εύπεπτο. Ο συγγραφέας γίνεται εδώ ένα "Σύννεφο με παντελόνια" κι ο Μαγιακόφσκι δεν θα μπορούσε παρά να γνεύσει επιδοκιμαστικά (αν ποτέ έγνεφε ο Μαγιακόφσκι επιδοκιμαστικά, δηλαδή).

'Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Ο Νικολαΐδης είναι αρκετά άξεστος, κατ'αυτή την έννοια. Ωστόσο λειτουργεί με αξιωματικούς ορισμούς: αν διαφωνήσεις, κλείσε το βιβλίο, αν συμφωνήσεις, πάμε παρακάτω, και μιλώντας για ορισμούς...

***

«Συνήθως ό Τάκης σιχαινότανε τίς γκόμενες (...) εκτός απ'αυτές που είχανε ματάκια καί ματάκια πάει να πεί μιά κυρία πού 'βγαινε μέσα απ΄ τήν ομίχλη μέ μάτια όλο υγρή μελαγχολία καί προχωρούσε καταπάνω του αέρινη κι ανεξιχνίαστη σέρνοντας απαραίτητα ξοπίσω νοτιά της Όστριας καί κάργα μυστήριο.»

Το τέλος του βιβλίου δεν έχει τόση σημασία. Θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού ή και στην αρχή του: μην ζήσω τις ματαιώσεις του πρωταγωνιστή του βιβλίου που δεν μπορεί να παραδεχτεί την απώλεια μιας ηλικίας που έχει πια χαθεί για πάντα και την κατά Ντεμπόρ μπλόφα των φίλων του - ε, και όχι μόνο, δηλαδή...

«Τί νά τής πώ τώρα για τόν Μιχάλη τον Βιθέντε που κρεμάστηκε δίπλα μου γιά τόν Μάνο που έφυγε κ' έκανα χρόνια νά τό μάθω ή για τόν άλλον που μαραίνεται σφηνωμένος στό πιλοτήριο μέσα καί γω που νόμιζα πως βρήκε τή Μόλλυ του καί τό σκάσανε γιά τους καταρράχτες της Βικτώρια πρός Ροδεσία μεριά να πλατσουρίζουνε στά παραπόταμα τί σκατά νά πώ καί τό 'ριξα στόν τζερτζελέ.

-πώς έγινε καί μου ξέφυγες ρέ Μόλλυ;-δέ σου ξέφυγα καί πολύ βρέ Σποράκο μου αλλά ήμουνα μικρή τότε τί περίμενες από μένα το ατσούμπαλο τώρα θά καπνίσω ένα τσιγάρο κέρασέ με...έπειτα ήμουνα τό κορίτσι τής Κυριακής σου ή Μόλλυ 6 με 8 μέ ξέχασες; - ναί μέ τό αγκορά πουλοβεράκι σου πράσινο αχνό σε χρώμα ραδιοφωνάκι βακελίτη. Γέλασε (...)»

***

Δεν το συστήνω γιατί νομίζω ότι θα ήταν ασέβεια και θα με εκνεύριζε κάπως να αντιμετωπίσω την "Στεκιά" σαν απλό βιβλίο, και να το πρότεινα μάλιστα. Μερικά πράγματα τα παίρνω προσωπικά.

Αν ωστόσο τύχει να το διαβάσετε ίσως και να σας αρέσει.

Ωστόσο υποθέτω ότι τώρα χρειάζεται κι ένας επίλογος και κάπου εδώ θα έπρεπε μια γρήγορη ντραμς που καταλήγει με χτύπημα πιατινιών.

***

«Τό σίγουρο είναι ότι κάποιος από κεί πάνω μού κάνει χοντρή πλάκα αλλά πού θα πάει κάποτε θά τόν βρώ καί θά τόν ξεσκίσω επιτόπου.

Τώρα μέ λένε Ελένη καί θα βρέξει... άντε νά γαμηθείτε όλοι σας.»

***

Υ.Γ.: Το να πω κάτι για τον τίτλο, θα αφαιρούσε ένα κάποιο κλου.

Υ.Γ. 2: Το κεφάλαιο 27 με την Τζοάννα συνιστά το μοναδικό κεφάλαιο βιβλίου που έχω ποτέ γελάσει μέχρι δακρύων μανίτσαμ΄.

Υ.Γ. 3: «-τόν ήλιο κοίτα ρε φίλε».

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Βαγγέλης Δαρούσος

Βαγγέλης Δαρούσος

Kαφές χωρίς ζάχαρη, ουίσκι χωρίς πάγο, τζαζ χωρίς λόγια, εποχή χωρίς Βέρα, Πειραιάς χωρίς Αθήνα