Μουσική

Ο Πόλεμος των Επιταφίων του 1961

Τον Μάιο του 1936, σε μια ευρωπαϊκή ήπειρο που απελπισμένα αναζητούσε κλειστούς εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά «παραδείσους» προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης του 1929 και όχι μόνο, βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους οι απεργιακές κινητοποιήσεις των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης, οι οποίες και πνίγονται στο αίμα. Ανάμεσα στους νεκρούς πρώτος είναι και ο κατά μια εκδοχή εικοσιπεντάχρονος και κατά άλλη τριαντάχρονος Τάσος Τούσης, (σλαβο)Μακεδόνας από το Ασβεστοχώρι (Πεϊζάνοβο) Θεσσαλονίκης, ο οποίος φωτογραφίζεται νεκρός μαζί με τη μητέρα του, που θρηνεί πάνω από τη νεκρή σωρό του.

Η φωτογραφία θα δημοσιευθεί στο επόμενο φύλλο του «Ριζοσπάστη» και από αυτή θα εμπνευστεί ο Γιάννης Ρίτσος το ποίημα «Επιτάφιος»
αρχικά δημοσιεύθηκε ένα μέρος του ως «Μοιρολόι». Μέσα σε δύο μήνες θα έχει εξαντληθεί. Μετά και την τυπική επιβολή δικτατορικού καθεστώτος από τον Ιωάννη Μεταξά, θα καούν και τα τελευταία 250 αδιάθετα αντίτυπα σε ειδική εκδήλωση καύσης «ανατρεπτικών» αναγνωσμάτων στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, κατά μίμηση του ναζιστικού προτύπου της Τετάρτης Αυγούστου.

Ο Μίκης Θεοδωράκης θα ολοκληρώσει το 1958 τη μουσική επένδυση του έργου στο Παρίσι. Αυτή θα είναι και η πρώτη του ολοκληρωμένη ενασχόληση με την ελληνική μουσική, η οποία μεταξύ άλλων συνδέεται με το τέλος των κρίσεων και των διαταρχών που του είχαν προκαλέσει τα βασανιστήρια και οι εξορίες, συνδέοντας ταυτόχρονα τον κορυφαίο μουσικοσυνθέτη και το έργο του με το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική πρόοδο.

Ο Θεοδωράκης δεν θα ενθουσιάσει τη συντροφιά των φίλων του την πρώτη φορά που θα παίξει το έργο στο σπίτι του φίλου του από τα χρόνια της ΕΠΟΝ, Μάνου Χατζιδάκι. Μόνο η μητέρα του Μάνου θα επέμβει και θαρραλέα θα υποστηρίξει το έργο απέναντι στο «Έλα βρε μαμά, ο Μίκης αστειεύεται…» του γιου της, που μερικά χρόνια πριν είχε κάνει την ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάζοντας στο αστικό κοινό τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Το στοίχημα ήταν μεγάλο και τίποτα δεν ήταν σίγουρο: Ένα ποίημα ενός στρατευμένου ποιητή για τα θύματα μιας διαδήλωσης το ‘36 σε μουσική ενός αγνώστου μουσικοσυνθέτη, εγκατεστημένου στο Παρίσι, με επιρροές από τη λαϊκή μουσική και την ελληνική παράδοση, δεν μπορούσε να χωρέσει στα στεγανά της αρτηριοσκληρωτικής νομενκλατούρας της αριστεράς· πολλώ δε μάλλον του ελληνικού μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς. Και αυτό είναι ίσως η πρώτη επιβεβαίωση ότι οι ανάγκες μιας κοινωνίας, εν προκειμένω για ένα νέο καλλιτεχνικό είδος, δεν κάθονται να περιμένουν ούτε το πολιτικό κατεστημένο, ούτε τις εταιρείες παραγωγής, ούτε, ακόμη, πότε θα είναι έτοιμοι οι ίδιοι οι καλλιτέχνες.

Τελικά ο Χατζιδάκις θα βοηθήσει τον φίλο του μια και η βασική συνεργάτιδά του, Νανά Μούσχουρη, είχε ακούσει στο στούντιο της Columbia τον Θεοδωράκη να κάνει πρόβες με τη λαϊκή τραγουδίστρια Άννα Χρυσάφη που έμελλε τελικά να μην τα τραγουδήσει με την προϋπόθεση να έχει αυτός την καλλιτεχνική επιμέλεια και να είναι δικής του εμπιστοσύνης οι μουσικοί. Παρ’ όλα αυτά και παρά τη μοναδική εμπειρία της Μούσχουρη, ο Θεοδωράκης ήξερε ότι μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε το έργο σπουδαίο μεν, αλλά κτήμα μιας μικρής ανοιχτόμυαλης και προοδευτικής μερίδας της άρχουσας τάξης, αλλά καθόλου δεν θα άγγιζε τον κόσμο της δουλειάς, του μεροκάματου, τους νέους επιστήμονες και διανοούμενους που αναδυόταν και θα έπαιρνε στους ώμους της όλο το ελληνικό πολιτικό και πολιτιστικό κίνημα της νέας Ελλάδας του ‘60 που εκφράστηκε κυρίως από τα κινήματα του 1-1-4, του 15% για την Παιδεία, αλλά κυρίως από τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη.

Ο Θεοδωράκης, έπειτα από ένα επεισόδιο με τη Μούσχουρη και τη Γιοβάννα, εγκαταλείπει θυμωμένος την πρώτη ηχογράφηση, την οποία ολοκληρώνει ο Χατζιδάκις. Τότε είναι που αναζητά διακαώς το Γρηγόρη Μπιθικώτση, με τον οποίο είχαν γνωριστεί στη Μακρόνησο. Ήξερε ότι πρέπει για να πάει το έργο εκεί που ήταν ανάγκη, χρειαζόταν μια αυθεντική,
«ξύλινη» λαϊκή φωνή, λαϊκή ενορχήστρωση και το μπουζούκι, που το χτυπούσε τόσο η μια πλευρά ως περιθωριακό και η άλλη ως λούμπεν, εξίσου κυρίαρχο με την ερμηνεία. Με αυτή όμως την εκδοχή, με αυτό το νέο είδος λαϊκού τραγουδιού της ημέρας και όχι της νύχτας, του αλκοόλ και του υποκόσμου, θα δημιουργούνταν ένα νέο μουσικό είδος και μια νέα πολιτιστική πρόταση, αυτή της λαϊκής συναυλίας και του υψηλού επιπέδου τραγουδιών που θα συντροφεύουν τους απλούς ανθρώπους σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς τους, από τη δουλειά και την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη, μέχρι τον έρωτα και τις ομορφιές της ζωής.

Τον Αύγουστο του 1961 καθώς και το φθινόπωρο που ακολούθησε, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών θα επιχειρήσει να οργανώσει σε Ηράκλειο και Αθήνα διαλέξεις με τίτλο «Για ένα αναγεννητικό πολιτιστικό κίνημα». Η εκδήλωση, που θα είχε και χαρακτήρα ανοιχτής συζήτησης στην Αθήνα, θα λάμβανε χώρα στη «Λέσχη Φιλελευθέρων», στην οδό Χρ. Λαδά 2, με εισηγητές το Μίκη Θεοδωράκη, το Μάνο Χατζιδάκι και το Φοίβο Ανωγειανάκη. Η κοινή γνώμη ήταν τόσο διχασμένη μεταξύ των δύο επιταφίων που το πλήθος έφτανε μέχρι την Πλατεία Καρύτση… Στην εκδήλωση μετείχαν ο Αντώνης Μπριλάκης από την ΕΔΑ και ο Παύλος Βαρδινογιάννης από τους Φιλελεύθερους, ενώ, αν και δεν παρέστη, απέστειλε χαιρετισμό και ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Το «ντιμπέιτ» μεταξύ της χατζιδακικής εκδοχής με τη Νάνα Μούσχουρη και από την άλλη της λαϊκής ενορχήστρωσης με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι, και ο προβληματισμός γύρω από τον Επιτάφιο του Ρίτσου, το πώς πρέπει να προσεγγιστεί μουσικά ή αν θα πρέπει η ποίηση να φτάσει στο λαό μέσα από τα δικά του ακούσματα θα είναι ίσως η πρώτη ελληνική «αχτίδα» για τα ελληνικά '60s…

Και αυτό είναι και το ζήτημα στην πολιτιστική και πολιτική πραγματικότητα του καιρού μας, ειδικά με τη μια και πλέον δεκαετία οικονομικής κρίσης, την αγωνιώδη αναζήτηση νέων αφηγημάτων, τα καινούργια στοιχήματα για την Ελλάδα στην εποχή της Δ' Βιομηχανικής Επανάστασης, αλλά και της ανόδου του εθνικολαϊκισμού. Η εποχή μας έχει ανάγκη από «συνθέσεις» όχι μόνο μουσικές αλλά ευρύτερες και ουδόλως μεσσίες ή καθοδηγητές, έχει ανάγκη αξιοποίησης των εργαλείων της παράδοσης, συναξιοποιώντας τα εργαλεία του παγκόσμιου χωριού της μέσα στις σύγχρονες εξελίξεις, μέσα στο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό ή οποιοδήποτε άλλο πεδίο της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο Θεοδωράκης, των ποιητών, του Επιταφίου, του «Άξιον Εστί», του «Canto General», που τραγούδησαν οι Beatles, αλλά και της «Δραπετσώνας» και του «Σαββατόβραδου», έγινε σύμβολο εναντίον κάθε μορφής καταπίεσης για δεκαετίες σε κάθε άκρη του δυτικού κόσμου.

Ο Χατζιδάκις του «America, America», των «Reflection», της «Εποχής της Μελισσάνθης», αλλά και των τραγουδιών του κινηματογράφου με τον Αλέκο Σακελλάριο, δεν ήταν ούτε κάτι δεδομένο ούτε κάτι σίγουρο, που υπάκουε εξαρχής στους κανόνες του marketing. Ήταν ένα σύνολο «συνθέσεων» και «συλλήψεων» που τελικά αυτό δημιούργησε την καλλιτεχνική Ελλάδα που αυτάρεσκα καμαρώνουμε. Ήταν οι υπερβάσεις και η πολιτιστική και κοινωνική πρόταση κάποιων σπουδαίων ανθρώπων, που αποφάσισαν να σπάσουν τα στεγανά και να παραδώσουν στην ελληνική κοινωνία των γονέων και των παππούδων μας, το οξυγόνο που είχαν ανάγκη. Εμείς, σήμερα, μπορούμε άραγε ως γενιά των apps, αλλά και της κρίσης που ανέδειξε βαθύτερα προβλήματα, ως νέοι δημιουργοί, ως νέα ακαδημαϊκή γενιά, ως σύγχρονοι καλλιτέχνες, ως νέοι αγρότες και ως το πλέον μορφωμένο εργατικό δυναμικό που υπήρξε ποτέ σε αυτό τον τόπο, να δημιουργήσουμε το νέο όραμα για την παραγωγική, πολιτιστική και κοινωνική ανασυγκρότηση στον 21ο αιώνα; Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο. Πιο σίγουρα όμως είναι πολύ μεγάλη η ανάγκη να ξαναπιάσουμε το νήμα και να προχωρήσουμε, να δημιουργήσουμε και να «συνθέσουμε».

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Βαγγέλης Μυτιληναίος