Βιβλίο

Βιβλιοπαρουσίαση: Τέσσερις έννοιες του παρόντος

Τον Απρίλιο του 2017 κυκλοφόρησε στην Αθήνα ένα βιβλιαράκι 72 σελίδων με τον ελκυστικό τίτλο Τέσσερις έννοιες του παρόντος σε μετάφραση και επιμέλεια του Γιώργου Περτσά και του Στέφανου Ρέγκα. Ομολογώ ότι όταν το πήρα στα χέρια μου και διάβασα τον τίτλο του, πίστεψα ότι το βιβλίο έχει να κάνει με τέσσερις διαφορετικές θεματοποιήσεις του παρόντος, με την έννοια του τώρα, της σύγχρονης εποχής. Θεώρησα, δηλαδή, ότι αφορά τέσσερις διαφορετικούς τρόπους να σκεφτεί κανείς τι σημαίνει παρόν. Διαβάζοντας όμως τα κείμενα που περιέχονται σε αυτό, κατάλαβα ότι είχα πέσει έξω  – ή περίπου έξω.

Το βιβλίο στην πραγματικότητα περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα, καθένα από τα οποία ασχολείται με μία έννοια που κατέχει σήμερα ιδιαίτερη θέση στο πολιτικό, οικονομικό και δημοσιογραφικό λεξιλόγιο. Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι το κάθε κείμενο καταπιάνεται με την εξέταση μιας έννοιας της μόδας, με τη γενεαλογία μιας λέξης ή έκφρασης, η χρήση της οποία για κάποιους λόγους γενικεύεται, και όλοι επιχειρούν να εντάξουν στον λόγο τους για να είναι μέσα στα πράγματα. Τέσσερις έννοιες του παρόντος σημαίνει κατ’ αρχήν τέσσερις έννοιες που κυριαρχούν στη σύγχρονη συζήτηση, λοιπόν. Ας δούμε ποιες είναι αυτές, μέσα από τη σύντομη παρουσίαση των σχετικών κειμένων.

Το πρώτο κείμενο είναι γραμμένο από τον Ulrich Broeckling, καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Freiburg, και τιτλοφορείται «Από τους άριστους στην αριστεία. Γενεαλογία μιας Έννοιας-Κλειδί». Ο συγγραφέας ασχολείται με την ανάδειξη του ιστορικού υποβάθρου της αριστείας (Exzellenz), καθώς κρίνει ότι η αριστεία είναι ένα «κενό σημαίνον», το οποίο, χάρη στη μη αυστηρή πρόσδεσή του με κάποιο συγκεκριμένο σημαινόμενο, έχει αποκτήσει την ικανότητα να λειτουργεί στη σύγχρονη συζήτηση ως ένα σημείο ταύτισης που ομαδοποιεί πολλές διαφορετικές έννοιες, πρακτικές και στόχους. Όπως γράφει, «η αριστεία είναι, πρώτον, αυτό για το οποίο όλοι μονίμως μιλάνε˙ δεύτερον, αυτό που όλοι θέλουν να πετύχουν, αλλά, τρίτον, αυτό για το οποίο κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι πράγματι το έχει πετύχει και τελικά και προπάντων, τέταρτον, αυτό για το οποίο δεν μπορεί να πει ακριβώς τι είναι στ’ αλήθεια» (σ.12).

Στη συνέχεια, μέσα από μια ιστορική αναδρομή ή γενεαλογία, αναζητά το νήμα που ενώνει αυτό που κάποτε ήταν τίτλος ευγενείας[1] με εκείνο που σήμερα προβάλλεται ως πρότυπο σε τομείς όπως η οικονομία, το μάνατζμεντ, αλλά και η εκπαίδευση. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, επιχειρεί να αναδείξει ότι το διαρκές κυνήγι της αριστείας, ιδίως όταν αυτή, εντασσόμενη μέσα στο πλαίσιο της οικονομίας και της  παραγωγής, συνδέεται με την ποσοτικοποίηση και την αύξηση της αποτελεσματικότητας,  έχει στο βάθος κάτι κοινό με τον παλιό σοβιετικό σταχανοβισμό. Και, ακόμη χειρότερα, μπορεί να έχει και τις ίδιες επιπτώσεις στη ζωή μας: το κυνήγι όλο και καλύτερων επιδόσεων, η γενίκευση της «αριστείας», με την έννοια της υπέρμετρης παραγωγικότητας, οδηγεί και τους αρίστους στην απώλεια των προνομίων τους, αλλά και όλους τους υπόλοιπους στη γενικότερη χειροτέρευση των όρων ζωής και εργασίας, λόγω της έμφασης σε ένα διαρκές αίτημα βελτίωσης και ανταγωνισμού, που θυσιάζει την ποιότητα στο βωμό της ποσότητας.

Το δεύτερο κείμενο ανήκει στην Anna Tuschling και αφορά τη «Δια βίου μάθηση» (lebenslanges Lernen). Έχουμε κι εδώ να κάνουμε με μια φράση-κλειδί, που τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ολοένα και πιο συχνά τόσο στο λεξιλόγιο των κλασικών εκπαιδευτικών θεσμών, όπως το σχολείο, όσο και σε αυτό του εργασιακού περιβάλλοντος, μέσα από το αίτημα για μετεκπαίδευση και για διαρκή ανανέωση των εργασιακών δεξιοτήτων, προκειμένου αυτές να συμβαδίζουν με τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Κι αν μια κάποια έννοια της δια βίου μάθησης εμφανίζεται στα κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης, με στόχο τη βελτίωση του πνευματικού επιπέδου των «φτωχών τάξεων της κοινωνίας» (σ. 21), η σημερινή χρήση της είναι για την Tuschling πολύ λιγότερο καλοπροαίρετη και εποικοδομητική. Κατά τη γνώμη της, η προώθηση της δια βίου εκπαίδευσης από ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους οργανισμούς δεν είναι άσχετη με την ανάγκη της καπιταλιστικής αγοράς για εργαζόμενους (και γενικότερα για υποκείμενα) διαρκώς έτοιμους να προσαρμοστούν στις σύγχρονες ρευστές συνθήκες. Με άλλα λόγια, η δια βίου εκπαίδευση μας καλεί να μένουμε σε φόρμα και να αντιμετωπίζουμε τις αλλαγές (αλλά και τις κρίσεις) ως ευκαιρίες, τις οποίες μπορούμε πάντα να αρπάξουμε, αν φροντίζουμε διαρκώς να καλλιεργούμε τα εκάστοτε κατάλληλα προσόντα. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, φυσικά, «η ελευθερία από την απαίτηση του να πρέπει να μαθαίνεις έρχεται μόνο με τον θάνατο» (σ.31).

Το τρίτο κείμενο φέρει τον τίτλο «Αντίσταση στην Ανθεκτικότητα» και είναι γραμμένο από τον Mark Neocleous, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου. Ο συγγραφέας ασχολείται με τη σύγχρονη έννοια της ανθεκτικότητας (resilience), που τείνει να αντικαταστήσει ως στόχο την ασφάλεια (security) σε δηλώσεις, έγγραφα και προγράμματα κρατών, όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ. Η ανθεκτικότητα απέναντι σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, είτε αυτή είναι τρομοκρατικό χτύπημα, είτε φυσική καταστροφή, είτε οικονομική κρίση, προκρίνεται ως το πλέον επιθυμητό χαρακτηριστικό ενός κράτους ή μιας οικονομίας.

Παράλληλα, από τα super foods μέχρι τα σύγχρονα βιβλία αυτοβοήθειας, η ανθεκτικότητα προωθείται και ως στοιχείο της προσωπικότητας, ως κομμάτι της συγκρότησης του υποκειμένου. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «η ανθεκτικότητα διαμορφώνει τη βάση της υποκειμενικής αντιμετώπισης της αβέβαιης και ασταθούς πραγματικότητας του σύγχρονου καπιταλισμού» (σ. 48). Μέσα από αυτές τις παρατηρήσεις, ο Neocleous υπογραμμίζει ότι η ανθεκτικότητα του συστήματος και των υποκειμενικοτήτων που αυτό δημιουργεί αντιπαρατίθεται στην αντίσταση απέναντι στο σύστημα. Γιατί η ανθεκτικότητα, όπως άλλωστε και η προηγούμενη  έννοια της δια βίου μαθήσεως, θέλουν να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες και δύσκολες συνθήκες επιβεβαιώνοντας το καπιταλιστικό σύστημα, δηλώνοντας «παρόλ’ αυτά». Στον αντίποδα, η αντίσταση, την οποία αυτός προκρίνει, απορρίπτει το σύστημα και προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι καινούριο.

Τέλος, το τέταρτο κείμενο υπογράφεται από την Isabelle Bruno, καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Λιλ, και αφορά την έννοια της «συγκριτικής αξιολόγησης» (benchmarking). Μέσα από τη γενεαλογική έρευνα της έννοιας, η συγγραφέας αναφέρεται ιδιαίτερα στην εταιρεία παραγωγής εκτυπωτών και άλλων ηλεκτρονικών συσκευών Xerox, η οποία πρώτη εφάρμοσε μια διαδικασία αξιολόγησης που δεν σχετιζόταν μόνο με τους άμεσους ανταγωνιστές της, όπως η Canon και η Kodak, αλλά προσπαθούσε να εντοπίσει τον καλύτερο σε κάθε τομέα, λειτουργία ή διαδικασία, ώστε, μέσα από τη σύγκριση μαζί του, να ανακαλύψει τις βέλτιστες πρακτικές. Έτσι, «σε αντίθεση προς την παραδοσιακή ανάλυση της ανταγωνιστικότητας, η συγκριτική αξιολόγηση δεν περιορίζει τη σύγκριση στους άμεσους ανταγωνιστές μιας συγκεκριμένης βιομηχανίας ή ενός τομέα της αγοράς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανοίγει έναν απεριόριστο χώρο συγκρισιμότητας και ανταγωνισμού(…) Καθένας είναι εν δυνάμει ανταγωνιστής» (σ. 57-58).

Στη συνέχεια, το benchmarking γενικεύτηκε και χρησιμοποιήθηκε σε όλα τα κοινωνικά πεδία, από τις επιχειρήσεις και τις ΜΚΟ μέχρι την εκπαίδευση, τις δημόσιες υπηρεσίες και την υγεία. Παράλληλα, αυτή η νοοτροπία αποκρυσταλλώθηκε μέσα σε θεσμούς που αποσκοπούν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας, όπως το αμερικανικό βραβείο Malcolm Baldridge και το ιαπωνικό βραβείο Deming. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο ολοένα μεγαλύτερου και πλατύτερου ανταγωνισμού, η συγκριτική αξιολόγηση βασίζεται σε δείκτες ποσοτικούς. Μιλάει τη γλώσσα των αριθμών, η οποία παρουσιάζεται ως ουδέτερη, αντικειμενική και αμερόληπτη, καθώς επιχειρηματολογεί τεκμηριωμένα,  επικαλούμενη δείκτες, συγκρίσιμα δεδομένα και στοιχεία. Έτσι, οδηγεί σε έναν τύπο διοίκησης που εμφανίζεται ως δίκαιος και βέλτιστος, καθώς, κατά κάποιον τρόπο, (παριστάνει ότι) αφήνει τους αριθμούς να μιλήσουν από μόνοι τους. Όπως σημειώνει σχετικά ο Porter, ένας συγγραφέας τον οποίο επικαλείται η Bruno, «η ποσοτικοποίηση είναι ένας τρόπος να παίρνει κανείς αποφάσεις, χωρίς να φαίνεται ότι αποφασίζει» (σ. 69). Όμως είναι σαφές ότι πίσω από τους αριθμούς κρύβεται η απόφαση ότι πρέπει να αποφασίζουμε με βάση την αποδοτικότητα, ότι πρέπει να ρυθμίζουμε τη ζωή μας με βάση την οικονομική βελτιστοποίηση. Πρόκειται, δηλαδή, για τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και πρακτική, που μεταφράζει «τα προβλήματα της συλλογικής δράσης σε στατιστικά ζητήματα ποσοτικοποίησης» (σ. 69).

Σίγουρα, η φουκωικού τύπου γενεαλογία που επιχειρείται σε αυτά τα κείμενα είναι σχεδόν πάντα μερική και σύντομη, κάτι που εν μέρει δικαιολογείται από το μικρό τους μέγεθος. Συνολικά, όμως, θεωρώ πως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον και αξίζει να διαβαστεί, γιατί πετυχαίνει τους ιδιαίτερα σημαντικούς στόχους που θέτουν οι μεταφραστές τόσο στον πρόλογο όσο και στο οπισθόφυλλο. Συμβάλλει, δηλαδή, στην κριτική εξέταση κάποιων αξιών που θέλουν να παρουσιάζονται ως αυτονόητες (γιατί, στην τελική, ποιος δεν θέλει να είναι ανθεκτικός, να μαθαίνει συνεχώς νέα πράγματα και να αξιολογείται ως άριστος;) και στην υπογράμμιση του γεγονότος ότι οι έννοιες που σήμερα μονοπωλούν την πολιτική συζήτηση, αναγκάζοντας ακόμη και όσους διαφωνούν να τις χρησιμοποιήσουν, δεν είναι αιώνιες, αυταπόδεικτες ή φυσικές, αλλά έχουν μια ιστορία. Συνδέονται, ως εκ τούτου, με ορισμένες συνθήκες και προωθούν συγκεκριμένες πρακτικές, που και στις τέσσερις εξεταζόμενες περιπτώσεις σχετίζονται με τον μετεξελισσόμενο καπιταλισμό της εποχής μας.

Τελικά, η πρώτη ιδέα στην οποία με οδήγησε ο τίτλος του βιβλίου, ότι δηλαδή θα είχα να κάνω με τέσσερις θεματοποιήσεις για το παρόν, δεν ήταν τελείως λανθασμένη – ίσως μάλιστα ο τίτλος να χρησιμοποιεί αυτή την αμφισημία επίτηδες. Γιατί το βιβλίο αφορά τέσσερις σύγχρονες έννοιες, οι οποίες όμως, μέσα από την κυριαρχία τους στον καθημερινό λόγο και την καθημερινή πρακτική, σχηματίζουν παράλληλα και την αντίληψή μας για το παρόν, το κυρίαρχο πρίσμα μέσα από το οποίο εξετάζουμε τη ζωή μας σήμερα, την εννοιολόγηση, την πρόσληψή μας του παρόντος. Ορίστε, λοιπόν: τέσσερις σημερινές έννοιες, αλλά και τέσσερις τρόποι μέσα από τους οποίους αξιολογείται, εννοιολογείται, εν τέλει συγκροτείται το σήμερα.

 

Σημείωση

[1] Ο γερμανικός τίτλος του κειμένου (Von den Exzellenzen zur Exzellenz) είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικός. Exzellenz (πληθυντικός Exzellenzen) σημαίνει, κατά κάποιον τρόπο, εξοχότατος. «Eure Exzellenz!» ως προσφώνηση σημαίνει «Εξοχότατε!» (κατά κυριολεξία «Η εξοχότητά σας!»).

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Γιάννης Κτενάς

Γιάννης Κτενάς