Σημειωματάριο

Χρήστος Μαλεβίτσης: 20 χρόνια απ’ τον θάνατό του (1997-2017)

Τολμώ να πω πως είμαι πολύ τυχερός που ο παππούς μου έχει μια απέραντη βιβλιοθήκη, και εγώ μπορώ σα λαθραναγνώστης ή σαν ερευνητής σε μυστική υπηρεσία να παίρνω εκείνα τα βιβλία που με τραβάνε και που με σαγηνεύουν για να τα αφομοιώσω, να τα εξερευνήσω και να μάθω τα μυστικά τους. Με τραβάει επίσης και κάτι άλλο πάνω τους: τα περισσότερα έχουν γραμμένα στο εσωτερικό τους μια εγκάρδια αφιέρωση απ’ τους ίδιους τους συγγραφείς τους, καθώς πολλοί υπήρξαν προσωπικοί φίλοι του παππού μου, πνευματικός άνθρωπος ο ίδιος και συγγραφέας διάφορων βιβλίων. Έτσι, η αξία τους αναβαίνει στα μάτια μου εκατό φορές παραπάνω από την υλική τους υπόσταση. Τα θαυμάζω πλέον έτσι όπως θαυμάζει ένα παιδί τον ανυπέρβλητο εφηβικό του ήρωα, με απερίγραπτη συγκίνηση και ενθουσιασμό.

Πριν χρόνια, στο μεγάλο γραφείο του παππού μου, που είναι γεμάτο από σκόρπια βιβλία σε ανομοιογενείς στίβες, μια μέρα είδα το όνομα του Χρήστου Μαλεβίτση να ξεπροβάλει μέσα από διάφορα άλλα βιβλία ποικίλων σχημάτων και χρωμάτων. Τον ρώτησα αν αξίζει να πάρω να διαβάσω ένα έργο του απ’ τα δεκάδες που έβλεπα εκεί πέρα (και ήταν όλα υπογεγραμμένα στο εσώφυλλο με εγκάρδιες προσωπικές αφιερώσεις), και εκείνος ανεπιφύλακτα άρχισε να μου τονίζει τους λόγους που θα έπρεπε οπωσδήποτε να τον διαβάσω. Γιατί όχι, σκέφτηκα καθώς τον άκουγα, μιας και είχα διάθεση για κάτι νέο. Έτσι, πήρα να διαβάσω μαζί μου στο σπίτι μερικά βιβλία του.

Είμαι λάτρης της φιλοσοφικής ολιγολογίας από τότε που κατάλαβα πως τα ουσιώδη δεν χρειάζονται τόμους ολόκληρους για να αναπτυχθούν, αλλά σωστές και περιεκτικές κρίσεις. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να απολαύσω ένα φιλοσοφικό έργο κάποιας έκτασης, σημαίνει όμως πως θα εκδηλώσω σαφέστατα την προτίμησή μου απέναντι σε ένα έργο που δε φλυαρεί άσκοπα για να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη.

Ο Χρήστος Μαλεβίτσης καταπιάνεται με την ύπαρξη, χωρίς να μπαίνει και να ανήκει στον Υπαρξισμό. Τουλάχιστον, δεν μπορούμε να πούμε πως ανήκει δογματικά σε μία μόνο συγκεκριμένη φιλοσοφική σχολή. Έχει μεν τα πλήρη εφόδια και τη γνώση του Υπαρξισμού (μετέφρασε πρώτος στα ελληνικά Χάιντεγκερ και Γιάσπερς), αλλά ταυτόχρονα συμπληρώνεται στοχαστικά απ’ τις άλλες δύο μεγάλες παραδόσεις του Δυτικού Πολιτισμού.

Τον καταλάβαινα σιγά σιγά και ο λόγος του, καθώς είναι δοκιμιακός, σου αφήνει τα περιθώρια να τον στοχαστείς με κάποιες διακοπές, πράγμα που με έκανε να τον εκτιμήσω για την καλή του αυτή ανατροφή και συμπεριφορά. Ενώ πολλά φιλοσοφικά βιβλία προχωρούν με βαρετές και πολλές φορές δυσνόητες επιχειρηματολογίες αναφορικά με το ζητούμενο, ο Μαλεβίτσης είναι ένας αφηγητής της περιπέτειας του ανθρωπίνου πνεύματος, ο οποίος θέτει προβληματισμούς με τον κατεξοχήν δημιουργικό τρόπο: εντάσσοντάς τους μέσα στην ιστορία, ως οργανικό στοιχείο δομής.

Οι μεγάλες παραδόσεις, για τον Χρήστο Μαλεβίτση, είναι δύο, και απ’ τα αρχαία χρόνια χαρακτηρίζουν τους πολιτισμούς που βρίσκονται δυτικά της Εδέμ: το ελληνικό πνεύμα, και ο χριστιανισμός. Όσα άλλα πνευματικά κατορθώματα επιτεύχθηκαν στους αιώνες που πέρασαν στον Δυτικό κόσμο, είναι είτε παράγωγα είτε αντίθετα –σκόπιμα– αυτών των δύο. Δύο διαφορετικές μεταξύ τους κοσμοαντιλήψεις που κλείνουν μέσα τους την ουσία του κόσμου έχοντας υπαρξιακές ρίζες. Η μία στη φιλοσοφία, η άλλη στην ένωσή της με το θείο. Ο Χρήστος Μαλεβίτσης μπορούσε να μιλάει με εκπληκτική ακρίβεια και βαθύτητα ως θεολόγος, ως ιστορικός, ως φιλόλογος, ως κοινωνιολόγος, ως φιλόσοφος. Αυτή η σπάνια σφαιρικότητα της πληρότητας του πνεύματος –ένας σύγχρονος homo universalis–, είναι και το χαρακτηριστικό γνώρισμα του λόγου του. Ένας λόγος δοκιμιακός που έχει τη χάρη και την ευελιξία της γνώσης.

Ο Μαλεβίτσης δεν έκανε πολιτική. Η μανία του 20ου αιώνα ήταν να μπαίνει παντού η πολιτικολογία, ακόμα και στα αθλητικά γεγονότα. Πόσο δε μάλλον, στη φιλοσοφία. Ήταν μόδα να ξεκινάει κάποιος τον συλλογισμό του ή, έστω, να τον τελειώνει, με μια πολιτική παρατήρηση που ήταν αριστερής ή δεξιάς απόχρωσης· ύστερα, ο φιλόσοφος, ο δημοσιογράφος, ο ιστορικός, ο γράφων τέλος πάντων, άφηνε ως κατακλείδα αυτή την πολιτική παρατήρηση με σκοπό αυτή να επηρεάσει όσο τίποτε άλλο τον αναγνώστη του, σαν μια ρηξικέλευθη αποστροφή. Πάμπολλες φιλοσοφικές ιδέες και τάσεις είχαν πάρει πολιτικό πρόσημο και σημασία, και μάλιστα, δεν τους αναγνωρίζονταν πλέον καμία άλλη σημασία παρά μόνον η πολιτική. Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε δηλαδή. Μανίες και μόδες των καιρών. Πώς ήταν στο Μεσαίωνα μόνον η θρησκεία; Κάπως έτσι. Λες και η ζωή είναι μόνο πολιτική ή είναι μόνο θρησκεία.

Ο λόγος του Μαλεβίτση έχει να αποκαλύψει μεγάλο και τραγικό νόημα. Μεγάλο όσον αφορά τη φιλοσοφία. Τραγικό όσον αφορά την Ιστορία. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, μπορεί να ρωτήσουν κάποιοι, τι μπορεί να προσφέρει κανείς; Δεν ξέρω, μάλλον το ερώτημα δεν είναι σωστό, γιατί κρύβει μέσα του μια αλαζονική απόκλειση του παρελθόντος. Δηλαδή, εμείς είμαστε ανεπτυγμένοι επειδή απλώς και μόνον πλέουμε στο πλήρωμα του Χρόνου πιο μετά απ’ τους νεκρούς, τους οποιουσδήποτε νεκρούς; Κάποιες ρηχές συνειδήσεις της εποχής μας, το πιστεύουν. Για παράδειγμα, λένε «2017, και αυτός ακόμα σκέφτεται έτσι;», λες και η ωρίμαση έρχεται με τον χρόνο, και όχι με την κριτική αντιμετώπιση των γεγονότων και την αποτελεσματικότητα των απαντήσεων. Εγώ πάντως έχω γνωρίσει και γέρους που είναι παντελώς ηλίθιοι, και ήταν πάντα έτσι, απ’ όσο μπορώ να μάθω για το παρελθόν τους τουλάχιστον. Ο χρόνος δεν τους βελτίωσε. Απεναντίας, τους αποβλάκωσε.

Υπάρχουν κάποιοι που αξιολογούν τη γνώση με το πέρασμα του χρόνου, και για αυτούς ο Χρόνος πρέπει να ακολουθεί σαν υποτακτικός την εξέλιξη της τεχνολογίας, που από κάποια βλακώδη συσκότιση, έγινε ο νέος Θεός των ημερών μας. Ένας νέος Θεός εν εξελίξει, ο οποίος γίνεται όλο και πιο δυνατός με κάθε νέα καινοτομία. Κάπως έτσι έβλεπαν βέβαια την τεχνολογία και μέχρι το 1945, όταν ξαφνικά έπεσαν οι πρώτες ατομικές βόμβες και οι άνθρωποι ένιωσαν ανήμποροι, μικροσκοπικοί, μηδενικά μπροστά της. Ο Ψυχρός Πόλεμος, στις συνειδήσεις των πολλών, μετέτρεψε την πολλά υποσχόμενη τεχνολογία από έναν χαρούμενο Καινοδιαθηκικό Θεό, σε έναν εκδικητικό και τρομερό, ανεξέλεγκτο Παλαιοδιαθηκικό Θεό. Ο φόβος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος έκανε την τεχνολογία Λεβιάθαν και κατάρα της Ανθρωπότητας. Όμως, φυσικά, η αλήθεια είναι πως δεν είναι τίποτα απ’ τα δύο. Ούτε Θεός ούτε Διάβολος. Ίσως ταυτολογικά μιλώντας, η τεχνολογία είναι τεχνολογία, και ο άνθρωπος μπορεί να την χρησιμοποιήσει είτε για να θρέψει εκατομμύρια στόματα, είτε για να βάλει φωτιά στον πλανήτη και να τον κάνει στάχτη.

Τελικά, μίλησα περισσότερο για το τι προβληματισμούς μου έχει αφήσει ο Μαλεβίτσης, παρά για το έργο και την απίστευτη προσφορά του στην ελληνική σκέψη. Καλύτερα, ίσως. Δεν μπορώ να συμπυκνώσω και να μιλήσω για κάτι που με ξεπερνάει απίστευτα σε ωριμότητα και καλλιέπεια. Μπορώ όμως να μιλήσω για την εντύπωση, για την αξία του. Αυτό προτείνω, τα κείμενά του, τους στοχασμούς του. Τον εαυτό του στο χαρτί.

Επ’ ουδενί δε θα μιλήσω για αυτόν ως άνθρωπο. Δεν τον γνώρισα, ήμουν μικρό παιδάκι ακόμα όταν πέθανε, και έχω ακούσει μόνον γι’ αυτόν. Ωστόσο, οι προσωπικές αναμνήσεις κάποιων για κάποιους άλλους, με ενδιαφέρουν πάρα πολύ. Για τον Χρήστο Μαλεβίτση έχω διαβάσει διάφορα, θετικά σχεδόν όλα τους. Ρώτησα όμως μια μέρα τον παππού μου για τον Μαλεβίτση και αυτό που μου απάντησε ήταν: «Α ναι, ο Χρήστος. Τι σπουδαίος που ήταν, τι γλυκός άνθρωπος. Τέτοιοι δεν γεννιούνται παρά μια στο εκατομμύριο. Έφυγε νωρίς, πολύ νωρίς.» Και μου μιλούσε σα να μιλούσε για τον χαμένο αδερφό του, με μια πικράδα στη χροιά, με έναν καημό. Η άλλη περίπτωση που έχει μιλήσει τόσο όμορφα και μελαγχολικά, τουλάχιστον σε μένα, για κάποιον εκλιπόντα φίλο του, είναι αυτή του Τάκη Παπατσώνη. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία...

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Π.Βρεττάκος

Π.Βρεττάκος