Σημειωματάριο

Ικαρ(δ)ιά

Μια γυναίκα. Μια γυναίκα με καμπύλες. Με τη μέση της σπασμένη μες στη μέθη του χορού. Τη φωνάξανε Δολίχη, γιατί μοιάζει με σκουλήκι στην ψυχή σου που τρυπώνει κι όλα τα κακά τα τρώνει. Μα ποια να ΄ναι η κυρία άλλη από την Ικαρία;

Δίχως κέντρο, δίχως χώρα, νήσος διόλου στρογγυλή. Νησί χωρίς κέντρο; Σώμα δίχως καρδιά;  Μην δοκιμάσεις σημείο νάβρεις σταθερό, κέντρο να το ονομάσεις. Έχει η Ικαρία κέντρο και είναι κρυφό, φυλαγμένο μες στις κόρες των ματιών εκείνων που τη ζούνε. Μοιάζουν όταν σε κοιτούν, να βλέπουν μες στον εαυτό τους κι όταν σου μιλούν, πάντα ν’ ακούν  τραγούδι να ‘ρχεται από μακριά ή απ’ το ίδιο τους το σώμα. Το τραγούδι του νησιού. Στίχους δεν έχει και μελωδία, κι όμως μιλά για της ύπαρξης την άγια μοναξιά σα σε ψαλμό από τα βάθη πλήρους μήτρας. Τραγουδιέται πάντα απ’ τον καθέναν χωριστά κι όμως φτάνει στην ψυχή σαν από πλούσια χορωδία.  Έτσι τους είδα τους Καριώτες, με ένα διακριτό στρώμα μελωδικής μοναξιάς ανάμεσα στο σώμα το δικό τους και στα σώματα του κόσμου.

Είναι κι όλη αυτή η ιστορία της εξορίας. Πόσες μοναξιές να έχει προστατέψει αυτός ο τόπος; Πόσοι άνθρωποι μόνοι συναντήθηκαν και φτιάξανε κοινότητες ενωμένες;  Ίσως χρειάζεται αυτό το στρώμα μοναξιάς για να μπορέσεις να συνυπάρξεις με τους άλλους. Να  πρέπει πρώτα να χωρέσεις εσύ στη μοναξιά σου για να υπάρξει χώρος να φιλοξενηθεί και κάποιος άλλος εκεί. Και είναι φιλόξενοι. Κι έχουν ζήσει μόνοι. Μέσα στα χρόνια. Ούτε απ’ τους Τούρκους ενοχλήθηκαν πολύ, ήταν φτωχοί ή έτσι φαίνονταν κι όταν κάποιος αγάς πολλά τους τά ‘χε κάμει, τον σκότωσαν και πήραν ούλοι μαζί την ευθύνη. Μόνοι. Μαζί. Ούτε και μεταξύ τους είχαν πολλά τα κοινωνικά τους. Τα σπίτια μακριά το ένα από το άλλο και η κουβέντα κι αυτή από μακριά. Με φίλη την ηχώ, ταξίδευαν το λόγο τους και μίλια μακριά. Μέχρι κι 7 λεπτά μπορεί να έκανε το μήνυμα να φτάσει από τον έναν στον άλλον. Μα έφτανε. Και η απάντηση ερχόταν μέσα από τα φαράγγια, τα δέντρα, τους γκρεμούς και τα ποτάμια. Ίσως να έβαζαν κι αυτά δικά τους νέα μες στο μήνυμα. Θέλει υπομονήν και τόλμην η μοναξιά. Δε βιάζονται οι Ικαριώτες. Κι αν στην ώρα σου φτάσεις, Καριώτης δεν είσαι.

Η Ικαρία είναι μοναχική, όπως και η καρδιά. Μόνη της χτυπά και στέλνει παλμούς στις παρέες, στους πνεύμονες, στα νεφρά, στα χέρια, στα πόδια, στα μάτια, στα αυτιά και στον εγκέφαλο, τον άλλο μοναχό. Στέλνει το αίμα.  0 rhesus αρνητικό, μόνο του μοιράζεται τον εαυτό του με όλο το άλλο αίμα, μα μόνο από τον εαυτό του τρέφεται. Η Ικαρία είναι 0 rhesus αρνητικό. Πολλοί έρχονται από μακριά να πάρουν λίγο από εκείνη, μα οι ντόπιοι δε χρειάζονται άλλο από αυτήν. Έρχονται από εκείνα τα μέρη που φοβούνται το θάνατο να πάρουν το μυστικό της μακράς ζωής. Άλλοι ρωτούν βιαστικά και ψάχνουν εξονυχιστικά να βρουν κρίταμο κι άλλα μαγικά μπρος στων ντόπιων τα κρυφά χαχανητά. Τους μιλούν για ξωτικά, για νεράιδες και  στοιχειά. Ένα βράδυ μίλησα κι εγώ με ένα απ’ αυτά, μέσα στο σκοτάδι σ’ ένα λόφο βροχερό, άκουσα φωνή στοιχειού ή νυχτερινού πουλιού και παρέα μ’ ένα φίλο που το χέρι μου εκράτει, ετελέσαμε κουβέντα με το άγνωστον το κάτι.

Άλλοι πάλι φτάνουν και ελπίζουν σε έναν τόπο να πεθάνουν. Σαν τον ελέφαντα που πριν πεθάνει απ’ την αγέλη ξεμακραίνει. Χρήζει κι ο θάνατος της μοναξιάς του.  Είναι κι αυτοί που έρχονται μόνο το καλοκαίρι. Τότε που τα σώματα ιδρώνουν. Μέσα στον κύκλο, όλοι κομμάτι από το ίδιο dna να ξεχνούν πριν και μετά, να αφαιρούν το θάνατο από τη ζωή τους και αυτό που μένει να ‘ναι ζωή που αναβλύζει, που ρέει από χέρι σε χέρι, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, από το βιολί ως την πατούσα. Κι αν πάψεις με μιας τη μουσική, θ’ ακούσεις τις καρδιές να τραγουδούν. Θ’ ακούσεις  το τραγούδι  που αντηχεί στα σώματα, θ’ ακούσεις τον ύμνο της κάθε μοναξιάς από τους χτύπους των βημάτων να σπέρνεται στη γη λατρευτικά. Τ’ ακούς; Πώς φτάνει μέχρι το νερό κι εκείνο κυματίζει; Πώς τα πλατάνια γαργαρίζει, και τους βράχους και τις σπηλιές; Ακούς; Αυτό το σπέρμα είν’ ο Διόνυσος  που πάλλεται μες στης Σεμέλης την κοιλιά.

Μια γυναίκα.  Μια γυναίκα γόνιμη σε οίστρο. Έχει φλες που μεταφέρουν τον παλμό  σε όλο της  το σώμα, έχει αναπνοή που διαπερνά τα βουνά και ταξιδεύει τα γεράκια, διατρέχει τους γκρεμούς, μιλά με τα κατσίκια και μεταφέρει τις φωνές απ’ άκρη σ’ άκρη. Κι ο χτύπος της αργός, σαν από τύμπανο πρωτόγονο σκαλισμένο από το χρόνο.  Είναι η καρδιά της κορμός δέντρου χαϊδεμένος από την αλμύρα κι είναι ο χρόνος άντρας μοναχικός που ευλαβικά την κυλά πάνω στην ανεμισμένη αμμουδιά.

 

Σημείωση:οι δύο πρώτες φωτογραφίες ειναι του Άκη Φιλιού και η τελευταία της Ξένης Βασιλάκη.

Σχετικά με τον αρθρογράφο

Ανθή Φουντά

Ανθή Φουντά